Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

Ένα κουτάβι ως γέφυρα καρδιάς

 

Η εικόνα αποπνέει μια σπάνιας καθαρότητας χαρά· όχι την επιφανειακή, αλλά εκείνη που γεννιέται όταν δύο άνθρωποι μοιράζονται κάτι πολύτιμο και άυλο: το ενδιαφέρον για μια ψυχή που δεν έχει φωνή, αλλά μιλά με τα μάτια της.

Με ζωοφιλικά αισθήματα, που δεν είναι απλώς μια όμορφη φράση αλλά στάση ζωής, ο συγχωριανός μας Πέτρος Σταμούλης εξέφρασε δημόσια τις ευχαριστίες του προς τον φίλο και συνάδελφό του, Κωνσταντίνο Παπαποστόλου, για την υπέροχη σκυλίτσα που του χάρισε. Αυτό το δώρο φέρει μαζί του εμπιστοσύνη, συντροφιά, ευθύνη, αλλά και μια μορφή υπόσχεσης: «Θα σε φροντίσω, θα είμαι δίπλα σου».

Ο Πέτρος, φιλόζωος από παιδί, δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Η φροντίδα του προς τα ζώα όλα αυτά τα χρόνια είναι γνωστή και αθόρυβα ουσιαστική. Γιατί η φιλοζωία δεν μετριέται με αναρτήσεις και λόγια, αλλά με νερό στο δοχείο, μετρούμενο χρόνο για χάδια, με εκείνο το σκύψιμο του ανθρώπου που κατεβαίνει στο ύψος του ζώου και το αναγνωρίζει ως ισότιμο συνοδοιπόρο στη ζωή.

Μέσα σε έναν κόσμο που συχνά βιάζεται και προσπερνά, τέτοιες πράξεις μάς θυμίζουν πως ο πολιτισμός μας δεν κρίνεται από τα μεγάλα έργα, αλλά από το πώς φερόμαστε στους ανυπεράσπιστους — ανθρώπους ή ζώα. Κι αν υπάρχει ελπίδα να παραμείνουμε ανθρώπινοι, αυτή βρίσκεται σε τέτοιες στιγμές, όπου ένα χαμόγελο, ένα χάδι κι ένα κουτάβι γίνονται γέφυρες καρδιάς.

Ας είναι καλοτάξιδη η νέα τους φιλία. Και ας μας βρίσκει όλους η ζωή έτοιμους να αγαπάμε λίγο περισσότερο — σιωπηλά, έμπρακτα, αληθινά.


Όταν το Φθινόπωρο Γίνεται Προσευχή

 

Οι γραφικές φθινοπωρινές πρωινές βόλτες στη φύση έχουν κάτι από την ησυχία μιας προσευχής και τη θαλπωρή μιας ανάμνησης. Δεν χρειάζονται λόγια — μόνο ο ήχος από τα φύλλα που υποχωρούν ευγενικά κάτω από τα βήματα, σαν να σου ψιθυρίζουν «καλωσόρισες ξανά». Η δροσιά της αυγής ακουμπά το πρόσωπο, όχι για να σε παγώσει, αλλά για να σε ξυπνήσει από τον θόρυβο της καθημερινότητας· να σε καλέσει να ακούσεις ξανά τη φωνή της γης που αλλάζει φορεσιά.

Ο φωτογραφικός φακός του συγχωριανού μας Σάκη Αθάνατου γίνεται συνοδοιπόρος σε αυτή τη σιωπηλή τελετουργία. Δεν κοιτά απλώς — αφουγκράζεται. Μέσα από τις εικόνες του, το φθινόπωρο δεν είναι μια εποχή· είναι διάθεση, είναι πέρασμα, είναι αποδοχή. Τα δέντρα γέρνουν τρυφερά το ένα προς το άλλο, σχηματίζοντας στοές από χρυσά και κεχριμπαρένια φύλλα, σαν να ανοίγουν δρόμους που οδηγούν προς τον εαυτό μας. Και το μονοπάτι, στρωμένο με τη γηραιά σοφία της φύσης, σε καλεί να περπατήσεις αργά — όχι για να φτάσεις κάπου, αλλά για να θυμηθείς πού βρίσκεσαι.

Σε αυτές τις παραμυθένιες εικόνες, δεν υπάρχει βιασύνη. Μόνο ο ρυθμός της φύσης· ένας ρυθμός που θεραπεύει. Καθώς το φθινόπωρο δεν είναι φθορά αλλά η τέχνη του να αφήνεις. Κάθε βόλτα μέσα σε αυτά τα μαγευτικά τοπία γίνεται μάθημα σιωπηλής αξιοπρέπειας: πώς να αλλάζεις, πώς να γερνάς όμορφα, πώς να στέκεσαι όρθιος ακόμη και όταν αφήνεις πίσω σου τα φύλλα σου.

Ίσως γι’ αυτό αγαπάμε τόσο αυτές τις πρωινές εξόδους στη φύση. Γιατί εκτός από περίπατοι είναι και επιστροφές. Στον κόσμο. Και σε εμάς.


Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

«Το νερό, τα σκυλιά και ο αργαλειός» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Όταν ήρθε το γεωτρύπανο στο χωριό, ήταν σαν να έσκασε βόμβα χαράς στη μικρή μας αυλή. Ο πατέρας έβαλε το χέρι του στη μέση, έδειξε με το δάχτυλο το μέρος κοντά στην τουλούμπα και είπε «εδώ θα γίνει το καινούριο αρτεσιανό». Δεν κατάλαβα τότε πόσο σημαντικό ήταν να βγαίνει το νερό από τη γη χωρίς να τραβάει η μάνα το σίδερο πάνω κάτω, ώρες ολόκληρες, ιδρωμένη, με τα χέρια της να πονάνε και την πλάτη να καίει από τον ήλιο. Μόνο όταν την είδα να γελάει, καθώς το νερό άρχισε να τρέχει μόνο του από τον σωλήνα, κατάλαβα ότι αλλάζει κάτι στη ζωή μας.

Έτρεξε η μάνα μου με τις λεκάνες γεμάτες ρούχα, τα άπλωσε στο πεζούλι και τα ξέβγαλε εκεί, στο καινούριο νερό, που έπεφτε δυνατό, καθαρό, χωρίς κόπο. Ο πατέρας έφερε τσιμέντα, έφτιαξε μια κοπάνα σαν μικρή πισίνα, την άφησε να γεμίσει. Εμείς, με τις φίλες μου, βουτούσαμε με τις φούστες σηκωμένες μέχρι τα γόνατα, τσιρίζαμε από το κρύο, μα γελούσαμε με την καρδιά μας. Το νερό μας έκοβε την ανάσα, αλλά μόλις ξανά βγαίναμε έξω, ο ήλιος μάς τύλιγε με τη ζέστη του κι ήμασταν ευτυχισμένες.

Τα βράδια, πριν με πάρει ο ύπνος, άκουγα το νερό που έτρεχε κελαρυστό. Έκλεινα τα μάτια και μου φαινόταν σαν να μου έλεγε ιστορίες για τη γη, για τις ρίζες που άγγιζε εκεί κάτω, για τους σπόρους που πότιζε. Μαζί με τον ήχο του νερού, άκουγα τα σκυλιά μας να γαβγίζουν. Ήταν μεγάλα, όμορφα λυκόσκυλα, έξυπνα και πιστά. Όλο το χωριό τα ήξερε: «Τα σκυλιά της Λεμονιάς», έλεγαν, γιατί ακολουθούσαν πάντα τη μάνα μου. Περίμεναν έξω από την αυλή, την κοιτούσαν με τα μεγάλα τους μάτια και μόλις άνοιγε την πόρτα, έτρεχαν πίσω της, πηδώντας χαρούμενα.

Δεν φοβόμουν ποτέ τις νύχτες. Ένιωθα πως τίποτα κακό δεν μπορούσε να περάσει χωρίς να το μάθουμε. Τα σκυλιά μας ήταν οι φύλακες του σπιτιού, αλλά και της καρδιάς μας. Έπαιζαν μαζί μου, τους πετούσα ένα πανί κι εκείνα το έφερναν πίσω, μετά κουλουριάζονταν δίπλα μου και μου ζέσταιναν τα πόδια.

Κι όταν έμπαινα μέσα, η μάνα ήταν στον αργαλειό. Καθόμουν δίπλα της, έβλεπα πως έβαζε τις κλωστές στα μιτάρια, στα χτένια, κι ύστερα πάταγε τις πατήθρες. Τα πόδια της δούλευαν με ρυθμό, τα χέρια της περνούσαν την σαΐτα, κι ο ήχος ήταν σαν τραγούδι: τα ξύλα που κροτούσαν, οι κλωστές που σφίγγονταν. Καμιά φορά με άφηνε να περνάω τους φλόκους στις φλοκάτες, κι εγώ καμάρωνα πως τη βοηθάω.

«Κοίτα, από τον αργαλειό ντυνόμασταν παλιά», μου έλεγε, «κι απ’ αυτόν σκεπαζόμασταν». Έπιανα τις κουρελούδες που έφτιαχνε από παλιά ρούχα, τα πολύχρωμα κομμάτια που ενώνονταν και γίνονταν ξανά χρήσιμα, και τις έβαζα στα πόδια μου όταν έβγαινα το πρωί στην αυλή, να πιω το γάλα μου. Έμοιαζαν σαν τα λουλούδια του χωραφιού μας την άνοιξη.

Κι έτσι μεγάλωνα, ανάμεσα στο κελάηδισμα του νερού, στα γαβγίσματα των σκυλιών, στον ήχο του αργαλειού. Ήταν ο δικός μας εκσυγχρονισμός, χωρίς να καταλάβουμε τότε τη λέξη. Ήταν το νερό που έτρεχε μόνο του, ήταν η μάνα που χαμογελούσε όταν δεν πονούσαν τα χέρια της, ήταν οι κοπάνες που γέμιζαν με γέλια κοριτσίστικα.

Ήταν οι νύχτες που έσβηναν με ασφάλεια, κι οι μέρες που άναβαν με χαρά. Και μέσα σε όλα, μια μάνα, ένας πατέρας, δυο σκυλιά και ο ήχος του νερού που κυλούσε, μας έλεγαν κάθε μέρα πως η ζωή μπορεί να αλλάζει, αλλά η αγάπη κι η ομορφιά, μένουν ίδιες.


Δόξα Χρυσομηλιάς – Α.Ο. Βαλτινού 0-2

 

Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ξεκίνησε τις αγωνιστικές του υποχρεώσεις ο Α.Ο. Βαλτινού στο φετινό πρωτάθλημα, παίρνοντας μεγάλη εκτός έδρας νίκη σε μία από τις πιο δύσκολες έδρες του πρωταθλήματος!

Η ομάδα μας απειλήθηκε μόλις στο 1ο λεπτό, όμως ο Ντανίκας πραγματοποίησε θεαματική απόκρουση, κρατώντας το μηδέν. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, ο αγώνας εξελίχθηκε σε μονόλογο υπέρ του ΑΟΒ, ο οποίος άνοιξε το σκορ στο 40ό λεπτό με εξαιρετικό σουτ του Γιαννόπουλου — γκολ που συνόδεψε το ντεμπούτο του με τα χρώματα της ομάδας μας!

Στο δεύτερο ημίχρονο η ομάδα μας μπήκε αποφασισμένη, χάνοντας αρκετές κλασικές ευκαιρίες για γκολ, μέχρι το 80ό λεπτό όταν ο Νικλητσιώτης βγήκε τετ-α-τετ και, αντί να τελειώσει μόνος τη φάση, έδωσε την μπάλα στον επερχόμενο Δημήτρη Κοθρά. Ο τελευταίος έσπρωξε την μπάλα σε κενή εστία, γράφοντας το 0-2, που έμελλε να είναι και το τελικό αποτέλεσμα.

Οι ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν:

Ντανίκας, Γιώτας, Καραλής, Περιστέρης, Σπυρόπουλος (Κ. Κοθράς), Γιαννόπουλος, Σφυρλίδας (Ν. Σταμούλης), Μαντέλλος (Μουρίτσας), Πατσιάς, Νικλητσιώτης, Δ. Κοθράς.

 


Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

Η αυλή της μνήμης

 

Η φωτογραφία του 1958 στο Βαλτινό είναι κάτι περισσότερο από μια οικογενειακή ανάμνηση∙ είναι μια στιγμή όπου ο χρόνος σταματά για να αποτυπώσει το αόρατο νήμα που ενώνει τις γενιές.
Στην αυλή του πλίνθινου σπιτιού, οι γυναίκες της οικογένειας στέκονται σαν ρίζες και κλαδιά του ίδιου δέντρου. Δεν στήνονται τυχαία για μια φωτογραφία∙ κάτι χαρμόσυνο πλησιάζει — τα προεόρτια ενός γάμου, ίσως, ή η σιωπηλή υπόσχεση μιας νέας αρχής.

Από δεξιά, η μάνα Κωνστάντω∙ μαυροντυμένη, ρίζα βαθιά, με το βλέμμα της καρφωμένο στον φακό όπως σε μια προσευχή. Κουβαλά στις πτυχές του φορέματός της τα χρόνια της αντοχής, τα πικρά και τα γλυκά της ζωής, τα παιδιά που μεγάλωσε και τα όνειρα που δεν πρόφτασε να δει.
Δίπλα της, η Ευαγγελία — λεπτή σαν νεαρό κλαρί — κρατά από το χέρι την ανεψιά της, τη μικρή Βάσω∙ το μέλλον που ήδη ανασαίνει μέσα στο παρόν.
Η Γεωργία, αρραβωνιασμένη, στέκει στο κέντρο∙ ανάμεσα στη μάνα και στις αδελφές της, όπως η γέφυρα που ενώνει τα πριν και τα μετά. Στο πρόσωπό της καθρεφτίζεται η στιγμή που αλλάζει ο ρόλος: από κόρη σε γυναίκα, από παιδί σε σπιτονοικοκυρά.
Κι αριστερά, η Άννα∙ η μεγαλύτερη. Κρατά στην αγκαλιά τον μικρό Στέλιο, ένα φως μέσα στο βλέμμα του παιδιού που δεν ξέρει ακόμη πως κουβαλά τη μνήμη όλων τους.

Η αυλή είναι γιορτινή μέσα στη λιτότητά της. Ένα κουβάρι ζωής ξετυλίγεται ανάμεσα στους τοίχους από πλίνθους, στα παράθυρα με τις κουρτίνες, στα σταμνιά που λάμπουν στο βάθος. Όλα μιλούν σιγανά: για τον κόπο, για τη συντροφιά, για τη θηλυκή υπομονή που στηρίζει τον κόσμο.

Η φωτογραφία αυτή είναι μια αναπνοή αιωνιότητας.
Ο φακός εκτός από τα πρόσωπα, παγιδεύει και τη σιωπή του τόπου, τη γεύση του χρόνου, και τη μυστική συνομιλία των γενεών.
Κι αν τη κοιτάξεις καλά, θα δεις πως πίσω απ’ το χαμόγελο της Γεωργίας, πίσω απ’ τη σκιά της μάνας, πίσω απ’ τα παιδικά μάτια του Στέλιου, υπάρχει κάτι που δεν γερνά: η αόρατη συνέχεια της ζωής∙ το νήμα που δεν κόβεται.


Υ.Γ. Ευχαριστούμε τον Στέλιο για την παραχώρηση του οικογενειακού κειμηλίου. 


Όταν η Αξιοπρέπεια Σκοντάφτει σε Ένα ΑΤΜ

 

Ένα από τα πιο σιωπηλά αλλά οδυνηρά κοινωνικά φαινόμενα της εποχής μας εκτυλίσσεται καθημερινά μπροστά από τα ΑΤΜ των τραπεζών. Εκεί, ηλικιωμένοι άνθρωποι, που για δεκαετίες εξυπηρετούνταν από τον υπάλληλο στο γκισέ με ανθρώπινη επαφή και κατανόηση, βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποι με ψυχρές οθόνες αφής, μπερδεμένα μενού και οδηγίες που αναβοσβήνουν χωρίς έλεος. Και πίσω τους μια ουρά που γκρινιάζει, κοιτάζει με δυσφορία ή –ακόμα χειρότερα– με ειρωνεία.

Η ψηφιακή μετάβαση, που υποσχέθηκε ταχύτητα και ευκολία, μετατράπηκε σε εφιάλτη για όσους δεν πρόλαβαν να εκπαιδευτούν στον νέο κόσμο. Εκείνοι που στήριξαν την κοινωνία με την εργασία τους για δεκαετίες, βρίσκονται τώρα αντιμέτωποι με έναν αόρατο και αμείλικτο αποκλεισμό: τον ψηφιακό αναλφαβητισμό. Δεν είναι ότι δεν θέλουν να μάθουν· απλώς κανείς δεν τους έδωσε τον χρόνο, την υπομονή και το δικαίωμα στο λάθος.

Το τραγικότερο όλων; Οι υπάλληλοι των τραπεζών, που άλλοτε έσκυβαν με χαμόγελο πάνω από το βιβλιάριο, έχουν πλέον εντολές «να μην βοηθούν». Ο ανθρώπινος παράγοντας έχει υποκατασταθεί από τις οδηγίες της διοίκησης, που βλέπει τους πελάτες ως «όγκους συναλλαγών» και όχι ως πρόσωπα. Έτσι γεννιούνται σκηνές θλιβερές και τραγελαφικές μαζί: ηλικιωμένοι να ζητούν βοήθεια και να απομακρύνονται αμήχανα, να πατούν τυχαία κουμπιά με ελπίδα, να τρέμουν μήπως «κλέψει» το μηχάνημα την κάρτα τους, να δέχονται υποδείξεις από αγνώστους της ουράς – συχνά με φωνές, καβγάδες ή συγκαταβατικά «άσε, γιαγιά, θα το κάνω εγώ».

Κι όταν η ταπείνωση ξεπεράσει τα όρια, πολλοί απλώς τα παρατούν. Φεύγουν με σκυφτό κεφάλι, χωρίς τα χρήματα που χρειάζονταν, χωρίς τη σύνταξη που δικαιούνται. Όχι μόνο διεκπεραίωση συναλλαγής δεν επιτεύχθηκε, αλλά χάθηκε και κάτι πολυτιμότερο: η αξιοπρέπεια. Γιατί όταν το κράτος και οι θεσμοί εγκαταλείπουν τους πολίτες τους στην τύχη ενός μηχανήματος, το μήνυμα είναι σαφές: «δεν ανήκετε πια εδώ».

Η κοινωνία όμως δεν μπορεί να χτίζεται μόνο πάνω στην ταχύτητα, την "αποδοτικότητα" και τα κέρδη. Ο πολιτισμός μας κρίνεται από το πώς φερόμαστε στους πιο ευάλωτους – όχι από το πόσο γρήγορα κάνουμε ανάληψη από ένα ΑΤΜ. Χρειάζεται άμεσα να επανέλθει η ανθρώπινη παρουσία μέσα στις τράπεζες, να προβλεφθούν ειδικοί υπάλληλοι ή εθελοντές που να συνοδεύουν τους ηλικιωμένους στις συναλλαγές τους, να οργανωθούν δωρεάν εκπαιδευτικά προγράμματα για τη χρήση βασικών ψηφιακών υπηρεσιών.

Γιατί η τεχνολογία είναι εργαλείο – όχι φράχτης. Και η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να μπαίνει σε αναμονή με τον αριθμό προτεραιότητας.

Δ.Τ.


Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

Χρώματα χαράς στο Νηπιαγωγείο Βαλτινού — Μια αξιέπαινη εικαστική πρωτοβουλία από τον Σύλλογο Γονέων

 

Μια ευχάριστη έκπληξη περίμενε μικρούς και μεγάλους στο Νηπιαγωγείο Βαλτινού, καθώς ο χώρος γέμισε με χρώματα, ζωντάνια και παιδική ανεμελιά. Η νέα διοίκηση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων Δημοτικού και Νηπιαγωγείου Βαλτινού, από την πρώτη κιόλας μέρα της εκλογής της, επέλεξε να στρέψει το ενδιαφέρον της στο Νηπιαγωγείο — αποδεικνύοντας έμπρακτα πως η παιδική ηλικία αξίζει το καλύτερο περιβάλλον για να ανθίσει.

Με δικά τους προσωπικά έξοδα – και όχι από το ταμείο του συλλόγου – τα μέλη φρόντισαν να μεταμορφώσουν την πρόσοψη του κτιρίου σε έναν πολύχρωμο κήπο δημιουργικότητας. Λουλούδια, πεταλούδες, χαρούμενες ζωγραφιές και θετικά μηνύματα καλωσορίζουν πλέον τα παιδιά καθημερινά, κάνοντας το Νηπιαγωγείο όχι μόνο έναν χώρο μάθησης, αλλά και έμπνευσης.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη Δήμητρα, της οποίας το εικαστικό ταλέντο και η αγάπη για τα παιδιά αποτυπώθηκαν σε κάθε πινελιά. Με υπομονή, φαντασία και μεράκι, κατάφερε να δώσει ψυχή στους τοίχους — χαρίζοντας σε γονείς, εκπαιδευτικούς και μικρούς μαθητές ένα χαμόγελο κάθε φορά που διασχίζουν την είσοδο.

Τέτοιες πρωτοβουλίες αποδεικνύουν πως οι κοινότητες μεγαλουργούν όταν λειτουργούν με συνεργασία, αλληλεγγύη και όραμα. Το Νηπιαγωγείο Βαλτινού δεν απέκτησε απλώς μια πιο όμορφη όψη· απέκτησε ένα σύμβολο αγάπης προς τα παιδιά.

Θερμά συγχαρητήρια σε όλα τα μέλη του Συλλόγου και στη Δήμητρα για την χαρά που πρόσφεραν! Μακάρι το παράδειγμά τους να εμπνεύσει και άλλους — γιατί όταν βάφεις έναν τοίχο με χρώματα, βάφεις ταυτόχρονα και τις καρδιές των παιδιών με ελπίδα.







Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Η σιωπή του πλούτου (Από τις δεκάρες που ηχούσαν, στα δισεκατομμύρια που δεν λένε τίποτα)

 

Κάποτε, οι δεκάρες έλαμπαν σαν μικροί ήλιοι στις παλάμες των ανθρώπων. Είχαν βάρος, μυρωδιά, ήχο, ένα μεταλλικό ψιθύρισμα που έλεγε: «κοίτα, αυτό είναι ο κόπος σου, ο χρόνος σου, η τιμή σου». Η δεκάρα εκτός από νόμισμα ήταν συμβόλαιο ανάμεσα σε πρόσωπα, ανάμεσα σε μια καρδιά και τον κόσμο. Ήταν κάτι που περνούσε από το χέρι του αρτοποιού στο χέρι του ξυλουργού, κι από εκεί στο χέρι του παιδιού που αγόραζε καραμέλες. Κυκλοφορούσε όπως ο αέρας, με φυσικότητα και εμπιστοσύνη.

Σήμερα, τα δισεκατομμύρια δεν έχουν ήχο, δεν έχουν σώμα. Υπάρχουν μόνο ως σκιές αριθμών μέσα σε άυλες οθόνες, σαν ψευδαισθήσεις ενός πλούτου που ποτέ δεν αγγίζεται. Ο άνθρωπος που κρατούσε κάποτε μια δεκάρα και ένιωθε πλούσιος με το ψωμί και το κρασί του, τώρα περιπλανάται ανάμεσα σε μηδενικά. Κι όσο τα μηδενικά πληθαίνουν, τόσο μηδενίζεται κι ο ίδιος.

Πώς να μετρηθεί η αξία όταν δεν υπάρχει μέτρο; Η δεκάρα είχε την ταπεινότητά της, ήξερε πόσο μικρή είναι. Το δισεκατομμύριο, όμως, φουσκώνει από ύβρη. Είναι το νέο είδωλο, λατρεμένο από πλήθη που δεν βλέπουν πως προσκυνούν τον αέρα. Το χρήμα, που γεννήθηκε για να υπηρετεί τη ζωή, έγινε αφέντης της. Και τώρα η ζωή μικραίνει για να χωρέσει μέσα στους αριθμούς.

Από τις δεκάρες στα δισεκατομμύρια, λοιπόν, μια διαδρομή χωρίς ουσία, χωρίς αντίκρισμα. Μα ίσως, μέσα σ’ εκείνη τη σκουριασμένη δεκάρα, να σιγοκαίει ακόμη μια σπίθα νοήματος, ένα κάλεσμα να επιστρέψουμε όχι στη φτώχεια, αλλά στην απλότητα, εκεί όπου η αξία του πράγματος συναντά την αξία του ανθρώπου. Εκεί όπου το λίγο είναι αρκετό, κι η ζωή, επιτέλους, ξαναποκτά το μέτρο της.


ΧΩΝΑΚΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 

Βλέπω ανάμεσα στις αγριομολόχες να ξεπροβάλουν πάλλευκα τα μικρά χωνάκια ή, αλλιώς, οι φθινοπωρινές καμπανούλες, οι οποίες, όσο κι αν κουνήσεις το γλωσσίδι τους, μένουν σεμνές και σιωπηλές σαν αποσβολωμένες. Συνειρμικά θυμάμαι, πίσω στα βυθισμένα χρόνια, τον παγωτατζή με το μικρό του τρίκυκλο να περνάει τα δρομάκια του χωριού και να διαλαλεί το λαχταριστό του εμπόρευμα: «ξυλάκι παγωτό», «χωνάκι παγωτό», «παγωτά κασάτα». Το φθηνότερο όλων ήταν το χωνάκι παγωτό, κάτι χωνάκια ίσα με αυτά τα χωνιά-λουλούδια που φωτίζουν το χώμα και που χώραγαν τότε μόνο μια κουταλίτσα κρέμα παγωτό. Τι εποχές. Μπορούσαμε να το αγοράζουμε ακόμα και με ένα κιλό σιτάρι ή φασόλια. Πόσο εξυπηρετική ήταν η ανταλλακτική οικονομία που μας μεγάλωσε. Όλοι είμασταν φτωχοί. Κι εμείς που τρέχαμε πίσω από το τρίκυκλο και ο παγωτατζής που πήγαινε καβάλα και πατούσε αγκομαχώντας τα πετάλια του. Ακόμα και ο αέρας που έφερνε τη σκόνη από τα λιχνίσματα στα μάτια μας και μας θάμπωνε.

Του Ηλία Κεφάλα

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2025

Ανοιχτοί λάκκοι μετατρέπουν πεζοδρόμια σε παγίδες στα Τρίκαλα

 

Μια σοβαρή καταγγελία για την επικίνδυνη κατάσταση που επικρατεί στα πεζοδρόμια στη συμβολή των οδών Ξάνθου και Φαρμάκη, δίπλα στη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών, στην πόλη των Τρικάλων, δημοσιοποιεί ο κ. Στέφανος Βαγγελός. Όπως επισημαίνει, οι λάκκοι που άνοιξαν συνεργεία εργολάβου στο πλαίσιο έργου της ΔΕΥΑΤ παραμένουν ανοιχτοί για 16η ημέρα, χωρίς καμία αποκατάσταση ή σήμανση, με αποτέλεσμα οι πεζοί –ανάμεσά τους και μαθητές– να αναγκάζονται να κινούνται στο οδόστρωμα, ανάμεσα σε σταθμευμένα και διερχόμενα οχήματα.

Ακολουθεί αυτούσια η επιστολή καταγγελίας:

Πριν δεκαέξι ημέρες, την Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025, συνεργεία εργολάβου, που ανέλαβε έργο της ΔΕΥΑΤ, άνοιξαν στα πεζοδρόμια τα σημεία ύδρευσης, έσκαψαν γύρω τους  λάκκους σε διαστάσεις έως και 2μ.Χ 1μ., τοποθέτησαν πλαστικό πλέγμα, τους άφησαν ανοιχτούς και αποχώρησαν. Τα πεζοδρόμια πλέον στο οικοδομικό τετράγωνο των οδών Ξάνθου και Φαρμάκη (δίπλα στη ΣΜΥ) αποκλείστηκαν και οι πεζοί αναγκαζόμαστε να κυκλοφορούμε μόνο στο οδόστρωμα διακινδυνεύοντας τη σωματική μας ακεραιότητα. Διαπιστώνοντας την επικινδυνότητα της κατάστασης, από τη δεύτερη ημέρα επικοινωνήσαμε με τον υπεύθυνο τεχνικών έργων της ΔΕΥΑΤ, τον ενημερώσαμε για το πρόβλημα, καταγγείλαμε την ανευθυνότητα του εργολάβου και ζητήσαμε να παρέμβει η ΔΕΥΑΤ, ως έχουσα την ευθύνη εποπτείας του έργου. 
Το συνεργείο επανήλθε το Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου προσθέτοντας νέους λάκκους στην απέναντι πλευρά της οδού Ξάνθου. Στο αίτημά μας να καλυφθούν οι ανοιχτοί λάκκοι, με μεταλλικές πλάκες ως την ολοκλήρωση του έργου, σκέπασαν μόνο έναν από τους πολλούς λάκκους (αυτόν μπροστά στην πολυκατοικία μας!) όχι με μεταλλική πλάκα αλλά με φύλλα νοβοπάν και φελιζόλ!
Αυτή η ανευθυνότητα συνεχίζεται για δέκατη έκτη (16η) ημέρα, αφού οι εργασίες από τότε έχουν σταματήσει.
Οι ανοιχτοί  λάκκοι αποτελούν σημεία υψηλού κινδύνου, αναγκάζουν τους πεζούς να περπατούν ακόμα και στη μέση του οδοστρώματος λόγω των σταθμευμένων οχημάτων σε δρόμο με υψηλή συχνότητα κυκλοφορίας οχημάτων (οδός Φαρμάκη) και καταδεικνύει την αδιαφορία για την ταλαιπωρία και την ασφάλεια των πολιτών. 
Καλούμε κάθε αρμόδιο να αναλάβει τις ευθύνες του, να παρέμβει, ώστε να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας και να ολοκληρωθεί άμεσα το έργο.
Τέλος θέτουμε την ανάδοχο εταιρεία και την ΔΕΥΑΤ προ των νομικών ευθυνών τους.
Την υπάρχουσα κατάσταση επιβεβαιώνουν σχετικές φωτογραφίες.
Για τη δημοσίευση 
Στέφανος Βαγγελός




Το φεγγάρι του Οκτώβρη στον ουρανό του Βαλτινού

 

Το φεγγάρι του Οκτώβρη, όπως το αποτύπωσε ο φακός της Χριστίνας - Μαρίας Βότσιου, αναδύεται μέσα από τη σιωπή του δειλινού, εκεί όπου το φως και το σκοτάδι διαπραγματεύονται τα σύνορά τους. Είναι μια στιγμή ακίνητη, που ωστόσο πάλλεται από εσωτερική ζωή — σαν ανάσα που κρατιέται λίγο πριν το όνειρο.

Στις φωτογραφίες, τα γυμνά δέντρα μοιάζουν να συνομιλούν με το φεγγάρι. Οι κλαδωμένες γραμμές τους σχηματίζουν έναν λεπταίσθητο ιστό ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, σαν να προσπαθεί η φύση να χαρτογραφήσει την απόσταση ανάμεσα στο εφήμερο και το αιώνιο. Το φως του φεγγαριού —καθαρό, μελαγχολικό, σχεδόν στοχαστικό— απλώνεται σαν μνήμη πάνω στα φύλλα που χάθηκαν, σαν υπόμνηση πως ακόμη και η φθορά έχει τη δική της ομορφιά.

Η τεχνοτροπία της Χριστίνας - Μαρίας Βότσιου χαρακτηρίζεται από αυτή την ήρεμη προσήλωση στα ουράνια φαινόμενα του Βαλτινού. Δεν κυνηγά τη θεαματικότητα· αντίθετα, συλλαμβάνει τη λεπτότητα του καιρού, τη διαφάνεια του φωτός, την παύση ανάμεσα στις εποχές. Οι φωτογραφίες της δεν είναι απλώς εικόνες· είναι ψίθυροι, είναι η στιγμές που ο άνθρωπος θυμάται ότι ανήκει στο σύμπαν που παρατηρεί.

Το φεγγάρι του Οκτώβρη γίνεται έτσι καθρέφτης του βλέμματος: ένας κύκλος φωτός μέσα στον κύκλο του χρόνου. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά και στον ασημόχρωμο ουρανό, ακούγεται ο απόηχος μιας εσωτερικής προσευχής — για την απλότητα, τη διάρκεια και τη σιωπηλή ομορφιά των πραγμάτων.



Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

Η Παλάντζα της Ζωής: ανάμεσα στην Ισορροπία και την Αστάθεια

 

Η παλάντζα είναι ένα από εκείνα τα εργαλεία που, ενώ φαίνονται απλά, κουβαλούν μέσα τους αιώνες εμπειρίας, ισορροπίας και ανθρώπινης σοφίας. Ένας κανόνας με ένα βάρος που μετακινείται∙ μια ευθεία γραμμή που αναζητά την ισότητα∙ μια χειροποίητη τελειότητα που στέκει ανάμεσα στο εμπόριο και στη φιλοσοφία. Από τα χέρια των μανάβηδων και των ψαράδων, που τη χρησιμοποιούσαν στα παζάρια για να μετρήσουν το τίμιο βάρος του μόχθου τους, ως το αριστερό χέρι της θεάς της Δικαιοσύνης, η παλάντζα έγινε σύμβολο της ισορροπίας ανάμεσα στο δίκαιο και το άδικο, το αληθινό και το ψευδές.

Η παλάντζα δεν είναι μηχανή, είναι κριτής. Κάθε μικρή μετατόπιση του βαριδιού φανερώνει τη λεπτότητα της κρίσης: πόσο κοντά ή μακριά βρίσκεται κανείς από την αλήθεια. Στην ακρίβεια της ζύγισης υπάρχει μια ηθική διάσταση —η ευθύνη να μη νοθεύσεις το αποτέλεσμα, να μη γείρεις τη ράβδο προς το συμφέρον σου. Όποιος κρατά παλάντζα, κρατά κάτι παραπάνω από εργαλείο: κρατά την εμπιστοσύνη του άλλου, το μέτρο της ανθρώπινης συναλλαγής.

Κι όμως, στην καθημερινή γλώσσα, η λέξη πήρε και μια δεύτερη, ειρωνική σημασία. “Παλάντζα” λέμε εκείνον που αλλάζει γνώμη όπως αλλάζει θέση το βαρίδι —κατά πού φυσά ο άνεμος του συμφέροντος. Η μεταφορική αυτή μετατόπιση είναι δηλωτική της ανθρώπινης αδυναμίας: το όργανο της ισορροπίας έγινε σύμβολο αστάθειας. Ίσως γιατί μέσα μας, οι περισσότερες αποφάσεις ζυγίζονται όχι με τη λογική, αλλά με το φόβο, το πάθος ή την επιθυμία.

Κι όμως, υπάρχει μια παράξενη δικαιοσύνη σε αυτή τη διπλή φύση της παλάντζας. Γιατί η ίδια η ζωή είναι μια συνεχής ζύγιση. Όλα γέρνουν και επανέρχονται, όλα δοκιμάζονται πάνω στη ράβδο της εμπειρίας. Ο άνθρωπος ψάχνει πάντα το σωστό σημείο —εκεί όπου το βάρος του κόσμου και το βάρος της ψυχής του ισορροπούν.

Έτσι, η παλάντζα μένει ως σύμβολο διττό: εργαλείο του μόχθου και καθρέφτης της συνείδησης. Μεταξύ της μπρούτζινης αντοχής και της ηθικής εύθραυστης γραμμής, θυμίζει πως η δικαιοσύνη, είτε στην αγορά είτε στην ψυχή, δεν είναι ποτέ δεδομένη∙ είναι κάτι που ζυγίζεται κάθε μέρα από την αρχή.


Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

«Το βλέμμα του Θεοφάνη»

 

Η φωτογραφία αναδύει μια στιγμή της μεταπολεμικής Ελλάδας, εκεί στη δεκαετία του ’50, όταν η ζωή προσπαθούσε να ξαναβρεί ρυθμό. Ο Θεοφάνης με τον γαμπρό του, τον Ευάγγελο, βαδίζουν στην πλατεία των Τρικάλων με βήμα σταθερό, σαν να θέλουν να δηλώσουν ότι η νεότητα ξέρει να ανοίγει δρόμους ακόμη και μέσα από τις δυσκολίες. Τα σακάκια τους, λίγο φαρδιά, δείχνουν την ένδυση της εποχής∙ φτωχικά ίσως σε σχέση με τα σημερινά μέτρα, αλλά με μια αξιοπρέπεια που φανερώνει τη φροντίδα τους να παρουσιαστούν σωστά στην πόλη.

Πίσω τους, το σκηνικό της παλιάς εμπορικής ζωής: επιγραφές με υφάσματα και είδη ένδυσης, σκιές από δέντρα και μαγαζιά που δεν υπάρχουν πια. Εκεί που σήμερα δεσπόζει το κατάστημα «Μπλουγούρα», τότε ήταν μικρές επιχειρήσεις, γεμάτες με υφάσματα, κουμπιά και μυρωδιές της καθημερινότητας. Μάλλον ήταν Δευτέρα, μέρα παζαριού∙ η πόλη γέμιζε από φωνές, πάγκους και κόσμο που κατέβαινε από τα γύρω χωριά. Έτσι κι εκείνοι, από το Βαλτινό, για ψώνια και ίσως για να ρίξουν μια ματιά στον παλμό της πόλης.

Στην εικόνα, ωστόσο, ένα μικρό μυστήριο μένει να αιωρείται: το σκούρο πανί στο πέτο του Θεοφάνη. Ίσως πράγματι να ήταν σημάδι πένθους – μια συνήθεια που κρατούσε τότε, όταν οι άνθρωποι δήλωναν τον πόνο τους και δημόσια. Ίσως πάλι να ήταν μια απλή λεπτομέρεια του ντυσίματός του. Μα αν ήταν πένθος, τότε η φωτογραφία αποκτά άλλη διάσταση: το βήμα του νέου, που πατά γερά στο παρόν, ενώ κουβαλά τη μνήμη μιας απουσίας.

Η φωτογραφία, έτσι, γίνεται μαρτυρία όχι μόνο μιας βόλτας δύο νέων στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων, αλλά και μιας εποχής που ήξερε να ισορροπεί ανάμεσα στη χαρά της ζωής και στη σκιά του χαμού. Στα πρόσωπά τους διακρίνεται η αυτοπεποίθηση της νεότητας, και στο φόντο η ζωντάνια μιας πόλης που άλλαξε, μα κρατά ακόμη μέσα της εκείνες τις μνήμες.


Βαλτσινιώτικο παραμύθι «Ο Κόκορας που δεν Λαλούσε»

 

Κάποτε, στο Βαλτινό όταν οι νύχτες κρατούσαν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, και οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει τι θα πει αυγή, ζούσε ένας κόκορας που είχε το πιο δυνατό λάλημα. Κάθε αυγή, πριν ακόμα σκάσει το πρώτο φως, ανέβαινε στον φράχτη και φώναζε δυνατά, λες κι ήθελε να ξυπνήσει όχι μόνο τους χωριανούς, αλλά και τον ίδιο τον ήλιο.

Όμως οι άνθρωποι του χωριού δεν τον χαιρόντουσαν όλοι. Μερικοί έλεγαν:
— Μας χαλάει τον ύπνο!
Άλλοι μουρμούριζαν:
— Μας ταράζει στη σιωπή, δεν θέλουμε φωνές…

Κι έτσι μια μέρα ο αφέντης του, πιεσμένος απ’ τους γείτονες, έσφαξε τον κόκορα. Το χωριό βυθίστηκε στη σιωπή. Το ξημέρωμα ήρθε, μα κανείς δεν το άκουσε∙ κι όσοι ξυπνούσαν, νόμιζαν πως ήταν ακόμα νύχτα.

Πέρασαν μέρες κι οι άνθρωποι έγιναν νωθροί. Άρχισαν να μπερδεύουν τις ώρες, να δουλεύουν όποτε να ’ναι, να χάνονται στη ραθυμία. Μα πιο πολύ απ’ όλα, έπαψαν να ρωτούν, να μαθαίνουν, να ξυπνούν μέσα τους.

Τότε ένας γέρος σοφός, που δεν φοβόταν πια τίποτα, είπε φωναχτά στην πλατεία:

«Να ξέρετε, χωριανοί μου, πως σε κάθε τόπο υπάρχουν τριών λογιών ζωντανά: εκείνα που κοιμούνται, εκείνα που ξυπνούν – και εκείνα που ξυπνούν τους άλλους. Τα πρώτα ζουν, τα δεύτερα παλεύουν, μα τα τρίτα πληρώνουν.»

Κι από τότε, όσοι φοβήθηκαν, έκαναν τις κότες.

Μα λένε πως βαθιά μέσα στα κοτέτσια, ένα μικρό κοτοπουλάκι κρατούσε στη μνήμη του το λάλημα που δεν πρόλαβε να μάθει. Και κάθε τόσο, σαν να δοκίμαζε τη φωνή του, έβγαζε έναν αδύναμο, μικρό ήχο.

Ίσως κάποτε δυναμώσει.
Ίσως κάποτε ακουστεί.
Ίσως τότε οι άνθρωποι να είναι έτοιμοι.
Ίσως τότε να έχει ξημερώσει στ’ αλήθεια.


Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2025

Τιμητική Διάκριση στον ποιητή Ηλία Κεφάλα με το Βραβείο Μπάρμπαρα Φιλντς-Σιώτη

 

Στο πλαίσιο του 11ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών, ο Κύκλος Ποιητών τίμησε φέτος τον συγχωριανό μας ποιητή Ηλία Κεφάλα με το βραβείο Μπάρμπαρα Φιλντς-Σιώτη, το οποίο απονεμήθηκε κατά την τελετή λήξης του Φεστιβάλ στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών (2 Οκτωβρίου). Ο Κεφάλας, γεννημένος και εγκατεστημένος στο χωριό Μέλιγος Τρικάλων, πρωτοεμφανίστηκε στην ποίηση το 1980 με τη συλλογή «Μαστίγια» και έκτοτε έχει εκδώσει πάνω από τριάντα βιβλία, καλύπτοντας ποίηση, πεζογραφία, παιδική λογοτεχνία και κριτική. Εισήγαγε τον όρο «ιδιωτικό όραμα» για να περιγράψει την ποιητική κατεύθυνση της γενιάς του ’80, συμβάλλοντας καθοριστικά στην εδραίωσή του στον λογοτεχνικό λόγο. Σταθερός συνεργάτης σημαντικών περιοδικών («Τομές», «Διαβάζω», «Οδός Πανός», «Ευθύνη», «Φρέαρ»), κατέθεσε πλούσιο κριτικό έργο για τη λογοτεχνία των τελευταίων δεκαετιών.

Ξεκινώντας από πολιτικοκοινωνικές αναφορές –κοινό γνώρισμα των ποιητών που ενηλικιώθηκαν στη Δικτατορία– και περνώντας από μια σύντομη φάση υπερρεαλισμού, ο Κεφάλας κατέληξε σε μια απολύτως προσωπική ποιητική πορεία. Κεντρική θέση στο έργο του κατέχει η Φύση, την οποία προσεγγίζει ως μυθική και παράλληλα υπαρξιακή οντότητα, σύμβολο παροδικότητας και αιωνιότητας. Ο άνθρωπος, ως φορέας πένθους και στοχασμού, συνοδεύει τη θεματική του, ενώ η γλώσσα, βιωμένη πάντοτε σε ανοικτό χώρο, λειτουργεί ως πρωτογενές τοπίο εμπειρίας. Τα τελευταία χρόνια η ποίησή του πλησιάζει την ασιατική λιτότητα, συνομιλώντας με τα γιαπωνέζικα χάικου μέσα από μια αυστηρή καθαρότητα ύφους και βαθιά ενθαδική ματιά.

Το βραβείο Μπάρμπαρα Φιλντς-Σιώτη θεσπίστηκε το 2019 στη μνήμη της ομώνυμης Αμερικανίδας φιλολόγου και δραστήριας υποστηρίκτριας της ποίησης, η οποία υπηρέτησε σημαντικούς πολιτιστικούς φορείς στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα, συνέβαλε στην έκδοση λογοτεχνικών περιοδικών και στην οργάνωση σημαντικών φεστιβάλ. Απονέμεται ετησίως, εναλλάξ σε Έλληνα και ξένο ποιητή, συνοδευόμενο από χρηματικό έπαθλο 2.000 ευρώ. Προηγούμενοι τιμώμενοι υπήρξαν η Ζέφη Δαράκη, ο Μπέι Ντάο, ο Αναστάσης Βιστωνίτης, ο Ντέινα Τζόια, ο Γιώργος Μπλάνας και η Αλίσια Στώλινγκς.


 

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

Μια γλυκιά Κυριακή στο Βαλτινό

 

Μια γλυκιά Κυριακή στο χωριό Βαλτινό, είναι ένας ψίθυρος του χρόνου που επιμένει να μας θυμίζει πως η ζωή δεν μετριέται μόνο με έργα και υποχρεώσεις, αλλά και με ανάσες. Το πρωινό ξυπνά με τον ήλιο να γλιστρά πάνω στα κεραμίδια και το πρώτο λάλημα του πετεινού σημαίνει την αρχή μιας ήσυχης επανασύνδεσης με τον εαυτό μας, κι όχι μιας βιαστικής ημέρας.

Οι άνθρωποι βγαίνουν σιγά-σιγά στα κατώφλια, για να προϋπαντήσουν, και όχι για να προλάβουν. Οι γειτονιές γεμίζουν με φωνές παιδιών που τρέχουν χωρίς να ξέρουν γιατί – απλώς γιατί μπορούν. Οι ηλικιωμένοι κάθονται στη σκιά του δέντρου και διηγούνται τις ίδιες ιστορίες για εκατοστή φορά, κι όμως κανείς δεν βαριέται να τις ακούει. Ίσως γιατί σε αυτές τις ιστορίες δεν μιλά ο άνθρωπος, αλλά η μνήμη ενός ολόκληρου τόπου.

Κατά το μεσημέρι, ο αέρας γεμίζει μυρωδιές από ψημένο ζυμάρι και μυριστικά. Το τραπέζι μαζεύει τους ανθρώπους χωρίς τυπικότητες· το φαγητό λειτουργεί σαν νήμα που τους ενώνει. Κάθε μπουκιά μοιάζει να κουβαλά ζεστασιά, σαν να τη γεύεται πρώτα η ψυχή. Και μέσα σε γέλια και κουβέντες, αντιλαμβάνεσαι πως αυτή η μέρα εκτός από ξεκούραση, είναι και ένας ζωντανός εναγκαλισμός.

Το απόγευμα πέφτει σαν χάδι. Τα χωράφια χρυσίζουν, τα σκυλιά ξαπλώνουν δίπλα στο χώμα σαν να προσεύχονται κι αυτά με τον τρόπο τους. Ο χρόνος, που όλες τις υπόλοιπες μέρες τρέχει σαν άλογο αφηνιασμένο, τώρα περπατά ξυπόλητος. Κι εσύ μαζί του.

Μια γλυκιά Κυριακή στο χωριό Βαλτινό δεν είναι κάτι εξαιρετικό. Είναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο – κι ακριβώς γι’ αυτό είναι ιερό. Γιατί σε κάνει να θυμάσαι αυτό που τόσο εύκολα ξεχνάς: ότι η ευτυχία δεν χρειάζεται φανταχτερά στολίδια, παρά μόνο λίγο ήλιο, λίγη συντροφιά και την άδεια να σταματήσεις. Να σταθείς. Και να ακούσεις τη σιωπή, που ψιθυρίζει πως όλα, μα όλα, είναι ήδη αρκετά.


Κοινός βηματισμός Περιφέρειας Θεσσαλίας και ΕΛ.ΑΣ. για την πρόληψη της έμφυλης βίας

 

Συνάντηση της Ανδριάνας Κομήτσα με τον Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Θεσσαλίας Στυλιανό Μπιλιάλη

Η εμβάθυνση των πολιτικών πρόληψης και αντιμετώπισης του φαινομένου της έμφυλης βίας βρέθηκε στο επίκεντρο της συνάντησης που είχε σήμερα στο Αστυνομικό Μέγαρο Λάρισας η Αντιπεριφερειάρχης Εθελοντισμού και Πρόνοιας της Περιφέρειας Θεσσαλίας, Ανδριάνα Κομήτσα, με τον Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Περιφέρειας, Ταξίαρχο Στυλιανό Μπιλιάλη. Η συνάντηση έγινε σε εγκάρδιο κλίμα και στο πλαίσιο της συζήτησης επιβεβαιώθηκε η κοινή δέσμευση ΕΛ.ΑΣ. και Περιφέρειας για την ολοκληρωμένη υποστήριξη των θυμάτων έμφυλης βίας, μέσα από την ενίσχυση των πολιτικών πρόληψης αλλά και με τη λειτουργία υποστηρικτικών δομών.

Ειδική μνεία έγινε από τον Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Περιφέρειας Θεσσαλίας στην ανάγκη για την ίδρυση χώρων που θα λειτουργούν ως ασφαλή καταφύγια (γνωστά και ως Safe Houses) παρέχοντας οργανωμένη προστασία, στέγαση και ψυχολογική υποστήριξη στις γυναίκες και τα παιδιά  που διατρέχουν άμεσο κίνδυνο και αναζητούν διέξοδο από ένα κακοποιητικό περιβάλλον. Σε αυτή την κατεύθυνση εξετάστηκαν διάφορες άλλες δράσεις, που θα συμβάλλουν στην πρόληψη, την προστασία και την αποκατάσταση των θυμάτων, με στόχο την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και την εμπέδωση στα θύματα του αισθήματος ότι δεν είναι μόνα τους σε αυτή τη μάχη.

Η κ. Κομήτσα υπενθύμισε ότι η Περιφέρεια Θεσσαλίας χρηματοδοτεί τη λειτουργία τριών Κέντρων Συμβουλευτικής Γυναικών σε Λάρισα, Τρίκαλα και Καρδίτσα καθώς και δύο Ξενώνων για κακοποιημένες γυναίκες σε Λάρισα και Βόλο. Η ίδια τόνισε τη σημασία της στενής συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων φορέων και επανέλαβε τη δέσμευση της Περιφέρειας Θεσσαλίας, με μπροστάρη τον ίδιο τον Περιφερειάρχη, Δημήτρη Κουρέτα, για την προώθηση δράσεων που θα θωρακίσουν την κοινωνία απέναντι στην έμφυλη βία.

« Η ενίσχυση των μηχανισμών πρόληψης και ενημέρωσης είναι για μας προτεραιότητα που θα συμβάλει καθοριστικά στην αντιμετώπιση του φαινομένου και την προστασία των δικαιωμάτων των θυμάτων» σημείωσε η Αντιπεριφερειάρχης.  Επανέλαβε, τέλος, ότι η Περιφέρεια Θεσσαλίας θα συνεχίσει να εργάζεται αδιάκοπα για την προάσπιση της ασφάλειας και της αξιοπρέπειας κάθε πολίτη, προωθώντας συνεργασίες που ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και την ισότητα.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

«Το Μοσχαράκι και τα Κλωσσόπουλα» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Ήμουν εκεί, στο πίσω μέρος της αυλής, όταν η αγελάδα άρχισε να γεννάει. Η μάνα μου στεκόταν δίπλα της, ήρεμη, με τα μανίκια σηκωμένα, τα χέρια της έτοιμα να βοηθήσουν. Ο ήλιος μόλις έλουζε με φως τα χωράφια και η πρωινή δροσιά έκανε το χώμα να μυρίζει υγρή γη και άχυρο.

Η μάνα έπιασε απαλά τα μικρά ποδαράκια του μοσχαριού, τα τράβηξε σιγά-σιγά, και το μικρό σώμα γλίστρησε έξω στη ζωή. Η αγελάδα ανασήκωσε το κεφάλι της, το κοίταξε με τα μεγάλα, βελούδινα μάτια της και άρχισε να το γλείφει, να το καθαρίζει από τα υγρά, να του δίνει την πρώτη της αγάπη. Το μικρό, ακόμη γεμάτο από τη μυρωδιά της μήτρας, προσπαθούσε να σταθεί. Τα ποδαράκια του έτρεμαν, λύγιζαν, και εκείνο έπεφτε, ξανασηκωνόταν, παραπατούσε σαν να χόρευε έναν χορό της γέννησης, μέχρι που, ξαφνικά, στάθηκε όρθιο. Η μάνα μου χαμογέλασε, και η αγελάδα έσκυψε το κεφάλι της, το έσπρωξε γλυκά προς το στήθος της. Μόλις το μοσχαράκι βρήκε τη ρώγα, άρχισε να θηλάζει με όρεξη, κουνώντας την ουρά του από χαρά, στέλνοντας γύρω του μια αίσθηση νίκης, μια αίσθηση ότι η ζωή, πάλι, κέρδισε.

Λίγο πιο πέρα, στην αυλή, η κλώσα είχε βγάλει βόλτα τα μικρά κλωσσόπουλα. Τα έβλεπα να τρέχουν γύρω της, κατακίτρινα και χνουδωτά, σαν μικρές ηλιαχτίδες που περπατούσαν στη γη. Εκείνη άνοιγε τα φτερά της και τα μάζευε κοντά της όταν ένιωθε πως κάτι τα απειλούσε. Όταν περνούσε ο φόβος, έκραζε γλυκά, κι εκείνα, ένα-ένα, έβγαιναν από την αγκαλιά της, τσιρίζοντας χαρούμενα, μαθαίνοντας να τσιμπολογούν το χώμα, να βρίσκουν σπόρους και μικρά έντομα.

Η κλώσα ήταν δασκάλα και φύλακας μαζί, και ήξερε να δείχνει τον δρόμο χωρίς να φωνάζει, να κάνει συναγερμό για να μάθουν να κρύβονται, και μετά να τα ενθαρρύνει να τρέξουν πάλι στο φως. Σκεφτόμουν πως έτσι πρέπει να είναι κι οι άνθρωποι, έτσι πρέπει να είναι οι γονείς: να μαθαίνουν στα παιδιά τους τον κίνδυνο, αλλά να τους ανοίγουν και τον δρόμο για να πετάξουν, να τα αφήνουν να ανακαλύψουν τη ζωή, κρατώντας την αγκαλιά τους πάντα ανοιχτή, χωρίς να υψώνουν το δάχτυλο, μόνο με την παρουσία τους, με την αγάπη που όλα τα θεραπεύει.

Τα ξημερώματα, άκουγα τα αηδόνια στο χωριό να τραγουδούν. Ήταν σαν μικροί τροβαδούροι της αυγής. Το κελάηδισμά τους, άλλοτε γλυκό κι άλλοτε δυνατό, άλλαζε μελωδίες, γέμιζε την αυλή, έμπαινε μέσα στο δωμάτιο και με ξυπνούσε με τον πιο τρυφερό τρόπο. Και κάθε φορά που τα άκουγα, θυμόμουν πως η ζωή, ακόμη κι όταν είναι δύσκολη, έχει πάντα στιγμές που σε γεμίζουν ελπίδα, όπως το πρώτο βήμα ενός μοσχαριού, όπως το τσίριγμα χαράς των κλωσσόπουλων, όπως το τραγούδι ενός μικρού πουλιού που δεν σταματά ποτέ να τραγουδάει, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω του σιωπά.

Κι ίσως να είναι αυτό το πιο μεγάλο μάθημα που παίρνει κανείς ζώντας κοντά στη φύση: ότι η ζωή συνεχίζεται, ακόμη και μέσα από τις πιο μικρές χαρές, κι ότι πρέπει να μάθουμε να στεκόμαστε όρθιοι, όπως εκείνο το μοσχαράκι, να βρίσκουμε τη δική μας φωνή, όπως το αηδόνι, και να μαθαίνουμε να ανοίγουμε φτερά, όπως τα μικρά κλωσσόπουλα, χωρίς φόβο, με την καρδιά γεμάτη αγάπη.


Η λάμψη της σεμνότητας

 

Όταν η ζωή ενός ανθρώπου πορεύεται με σεμνότητα, με ήθος και με ανιδιοτελή αγάπη, τότε δεν χρειάζονται μεγάλες δηλώσεις ούτε θορυβώδεις πράξεις, η ίδια η παρουσία του γίνεται αδιάψευστη μαρτυρία. Η ακεραιότητα, η συμπόνια και η συνέπεια στον λόγο και στο έργο χαράζουν ένα αποτύπωμα πιο βαθύ από κάθε υλική κληρονομιά: χαράζουν μνήμη και παρακαταθήκη στις ψυχές των ανθρώπων.

Το αλάνθαστο κοινωνικό κριτήριο, που δύσκολα παραπλανάται, αναγνωρίζει αυτούς που έζησαν χωρίς προσωπικές φιλοδοξίες αλλά με αφοσίωση στο κοινό καλό. Και τότε, στην ώρα του αποχαιρετισμού, η τιμή δεν γίνεται με λόγια τυπικά, αλλά με βλέμματα συγκινημένα, με αγκαλιές, με την αυθόρμητη ανάγκη των ανθρώπων να κρατήσουν κοντά τους λίγο από τη λάμψη εκείνου που στάθηκε φως.

Αυτό ακριβώς συνέβη στην εκδήλωση προς τιμήν του πατρός Κωνσταντίνου. Η κοινότητα σύσσωμη έσπευσε να τον πλησιάσει, να τον αγκαλιάσει, να φωτογραφηθεί μαζί του όχι για την εικόνα, αλλά για να αποτυπώσει στη μνήμη μια σχέση ουσίας. Ο αποχαιρετισμός του δεν είχε τη θλίψη της απουσίας, αλλά την πληρότητα μιας παρουσίας που άφησε ίχνος ανεξίτηλο.

Η διαδρομή του διδάσκει ότι το αληθινό μεγαλείο δεν βρίσκεται στη δύναμη ή στη δόξα, αλλά στην απλότητα, στην αφοσίωση και στην αγάπη που προσφέρεται χωρίς όρους. Και γι’ αυτό, όσοι τον γνώρισαν θα συνεχίσουν να τον μνημονεύουν, όχι μόνο με ευγνωμοσύνη, αλλά και με την κρυφή ελπίδα να γίνουν κι εκείνοι λίγο πιο φωτεινοί, λίγο πιο ανθρώπινοι.






Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Μια νέα αρχή για την ενορία Βαλτινού – Ο π. Αλέξανδρος Αγγελόπουλος αναλαμβάνει τα καθήκοντα του εφημέριου

 

Με έντονα συναισθήματα ευγνωμοσύνης και ελπίδας, η ενορία Βαλτινού αποχαιρετά τον επί σχεδόν μισό αιώνα εφημέριό της, π. Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, και υποδέχεται τον νέο ποιμένα της, π. Αλέξανδρο Αγγελόπουλο.

Η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί μια καινούρια εποχή για το χωριό, καθώς ο π. Κωνσταντίνος, ύστερα από 48 χρόνια αφοσίωσης, οδηγήθηκε στη συνταξιοδότηση.

Στη θέση του έρχεται ο π. Αλέξανδρος Αγγελόπουλος, γνωστός από τη διακονία του στην Πιάλεια τα τελευταία τρία χρόνια. Η απόφαση για τον διορισμό του ελήφθη από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τρίκκης, Γαρδικίου και Πύλης κ. Χρυσόστομο, ο οποίος μεριμνά ώστε η εναλλαγή να γίνει με ομαλότητα και συνέχεια.

Ο π. Αλέξανδρος, σε μήνυμά του προς τους ενορίτες, δεν έκρυψε τη συγκίνησή του για το νέο κεφάλαιο που ανοίγει στη ζωή του, ευχαρίστησε θερμά τους κατοίκους της Πιαλείας για την αγάπη που έλαβε και κάλεσε τους ενορίτες του Βαλτινού να προχωρήσουν μαζί με ενότητα και πνευματική πρόοδο. «Την Κυριακή 5 Οκτωβρίου θα σας δω στη Θεία Λειτουργία!», σημείωσε με πατρική αγάπη, δείχνοντας την ανυπομονησία του να βρεθεί ανάμεσα στο νέο του ποίμνιο.

Την ίδια στιγμή, στην Πιάλεια τη σκυτάλη παίρνει ο π. Δωρόθεος Κατσαρός, που θα προετοιμαστεί για τα καθήκοντά του υπό την καθοδήγηση του Αρχιερατικού Επιτρόπου Πύλης. Οι ενορίτες εκεί αποχαιρέτησαν με θέρμη τον π. Αλέξανδρο, εκφράζοντας την ευχή να συνεχίσει με τον ίδιο ζήλο και στη νέα του πορεία.

Το Βαλτινό, λοιπόν, κλείνει με συγκίνηση ένα μεγάλο κεφάλαιο της εκκλησιαστικής του ζωής και ανοίγει με αισιοδοξία ένα καινούριο. Με σεβασμό στην παράδοση, αλλά και με την προσδοκία της συνέχειας, η κοινότητα αγκαλιάζει τον νέο της εφημέριο, κρατώντας ζωντανό το πνεύμα ενότητας που χαρακτήρισε και τα χρόνια της διακονίας του π. Κωνσταντίνου.


Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

Η αγάπη στην Αγρελιά

 

Στο χωριό Αγρελιά, στις πλαγιές που μύριζαν θυμάρι και άνοιξη, γεννήθηκαν δύο παιδιά· ο Θανάσης και η Φωτεινή. Ήταν μόλις δεκαοχτώ κι εκείνη δεκατεσσάρων, όταν η ζωή τούς έφερε αντικρυστά και, με τρόπο μυστικό, έσπειρε μέσα τους τον σπόρο της αγάπης. Οι μεγαλύτεροι χαμογελούσαν συγκαταβατικά: «παιδική αγάπη είναι· θα ξεθυμάνει». Μα τα παιδιά, με εκείνη τη σοβαρότητα που μόνο οι αθώοι διαθέτουν, έπιασαν το νήμα και το κράτησαν σφιχτά.

Στην αρχή αντάλλασσαν γράμματα. Σε κιτρινισμένα χαρτιά, ανάμεσα σε δειλές λέξεις και αδέξιες ομολογίες, φανερωνόταν ένας κόσμος δικός τους, όπου δεν χωρούσαν οι φωνές των άλλων. Ήταν εποχή δύσκολη, φτωχή σε αγαθά αλλά πλούσια σε προσμονές.

Κι όταν ήρθε ο αρραβώνας, το χωριό γιόρτασε μέχρι το πρωί. Οι μνήμες εκείνης της νύχτας έμειναν σαν σφραγίδα: τα φώτα της γιορτής, τα τραγούδια που αντάμωναν με τα αστέρια, και τα χέρια τους που δεν χώριζαν. Από τότε η αγάπη τους πήρε τη μορφή μιας ήρεμης φλόγας· δεν καιγόταν με ορμή, αλλά φώτιζε σταθερά, μέρα με τη μέρα.

Ώσπου ήρθε το πρώτο μεγάλο χώρισμα: ο στρατός. Ο Θανάσης έφυγε κι η Φωτεινή έμεινε πίσω, μετρώντας τις μέρες σαν πετραδάκια στην όχθη του χρόνου. Εκείνος ζούσε τη σκληρότητα της θητείας, κι εκείνη την απουσία. Και οι δύο έμαθαν τι σημαίνει να βαδίζεις με υπομονή. Η μοναξιά, αν και πικρή, λειτούργησε σαν δοκιμασία: τους δυνάμωσε.

Όταν επιτέλους ξαναβρέθηκαν, η ζωή τούς χάρισε τη μέρα του γάμου. Στις 23 Μαρτίου του 1973, ορκίστηκαν να περπατήσουν μαζί. Και το έκαναν. Άφησαν την Αγρελιά και κατέβηκαν στην Αθήνα, εκεί όπου τα όνειρα αναμειγνύονται με τον μόχθο. Αντιστάθηκαν στις δυσκολίες, έπιασαν δουλειές, στήριξαν ο ένας τον άλλον, κι απέκτησαν ένα παιδί που έγινε η χαρά και η περηφάνια τους.

Τα χρόνια κύλησαν σαν νερό στο ποτάμι. Πενήντα ένα χρόνια γάμου, πενήντα πέντε χρόνια αγάπης. Κι όμως, κάθε πρωί που ξυπνούν, κοιτάζονται σαν να ξανασυναντιούνται για πρώτη φορά.

Μια φίλη τους, η Ρούλα, συνήθιζε να λέει:
—Ξέρετε γιατί αντέξατε; Γιατί δεν αφήσατε ποτέ τους άλλους να ορίσουν την αγάπη σας. Την κλείσατε μέσα σας σαν φυλαχτό.

Κι ίσως να είχε δίκιο. Γιατί η αγάπη, όταν είναι αληθινή, δεν γνωρίζει χρόνια, ούτε χωρισμούς, ούτε γνώμες τρίτων. Στέκεται αθόρυβη, όπως οι ρίζες μιας αγριελιάς: βαθιές, πεισματάρες, και τόσο γερά δεμένες που κανένας άνεμος δεν μπορεί να τις ξεριζώσει.

Κι έτσι ο Θανάσης και η Φωτεινή έμαθαν αυτό που λίγοι τολμούν να πιστέψουν: ότι η αγάπη δεν είναι υπόσχεση στιγμιαία, αλλά άσκηση ζωής. Είναι το θάρρος να μένεις, όταν όλα γύρω σού φωνάζουν να φύγεις.


ΠΕΔΙΝΟ ΤΟΠΙΟ

Μπροστά μου απλώνεται μια χρυσίζουσα φθινοπωρινή ατμόσφαιρα. Ανέφελος ουρανός ντυμένος μόνο μ’ ένα αχνό ξεχασμένο φεγγάρι στην αγκαλιά του, που μόλις νικά το απογευματινό φως. Μπλε βουνό στον απόμακρο ορίζοντα κι εδώ μπροστά στα μάτια μας ένα ξύλινο μικρό γεφύρι που γεφυρώνει το στεγνό ποταμάκι. Η μόνη που μιλάει είναι η ορθωμένη λεύκα με τη νεανική κορμοστασιά της, λες και διαμαρτύρεται για τη μακροήμερη ανομβρία. «Τι να κάνουμε, δεν έχει δύναμη ο ουρανός να βρέξει» φαίνεται να ψιθυρίζει, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι το μόνο σημείο ελπίδας που διαγράφεται μέσα σ’ αυτό το απόμερο πεδινό τοπίο. Περνώντας, κρεμιέμαι επάνω της. Γιατί όχι;

Του Ηλία Κεφάλα


Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Οκτώβρης: Ο μήνας της ήσυχης μετάβασης

 

Ο Οκτώβρης, μετέωρος ανάμεσα στο καλοκαίρι που υποχωρεί και στον χειμώνα που προαναγγέλλεται, έχει μια ιδιαίτερη αίσθηση όταν βιώνεται στην περιφέρεια. Δεν είναι απλώς ένας μήνας ημερολογιακός· είναι ο καιρός της μετάβασης, της περισυλλογής και της γης που αλλάζει πρόσωπο.

Στην ύπαιθρο, ο Οκτώβρης είναι ο μήνας των σπόρων και της σιγουριάς. Οι αγρότες μαζεύουν τα τελευταία σταφύλια και ελιές, ξεκινούν τις προετοιμασίες για το όργωμα, ενώ οι κάτοικοι αποθηκεύουν καρπούς και προμηθεύονται καυσόξυλα. Το χώμα μυρίζει βρεγμένο από τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, οι οποίες φέρνουν μαζί τους μια ανακούφιση μετά τη θερινή ξηρασία. Ο αέρας είναι δροσερός, με μια πνοή νοσταλγίας· σαν να μας υπενθυμίζει ότι κάθε καρπός, κάθε καρδιά, έχει το δικό της φθινόπωρο.

Στα χωριά, ο Οκτώβρης κουβαλά μια ηρεμία που δύσκολα βρίσκεις στις πόλεις. Οι άνθρωποι μαζεύονται περισσότερο στα σπίτια, οι γειτονιές ηχούν με ήπιες κουβέντες, το βράδυ οι παρέες σμίγουν γύρω από το τζάκι ή στο καφενείο, κι η ζωή αποκτά έναν ρυθμό πιο εσωτερικό. Οι εορτές του μήνα –του Αγίου Δημητρίου ή και το «ΟΧΙ» της 28ης– λειτουργούν ως μικρές στάσεις συλλογικής μνήμης και γιορτής, συνδέοντας το παρόν με το παρελθόν.

Ο Οκτώβρης στην περιφέρεια είναι και μήνας στοχασμού. Είναι η υπενθύμιση ότι κάθε τέλος κουβαλάει ένα νέο ξεκίνημα. Πως η γαλήνη του φθινοπώρου δεν είναι παραίτηση, αλλά η βαθιά αναπνοή πριν από τον χειμώνα. Το τοπίο, με τις σκιές να μακραίνουν και τα φύλλα να παίρνουν χρυσοκόκκινες αποχρώσεις, γίνεται καθρέφτης του εσωτερικού κόσμου. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος, πιο κοντά στη φύση, αισθάνεται την κυκλικότητα του χρόνου όχι θεωρητικά αλλά βιωματικά: βλέπει το δέντρο να γυμνώνεται, ακούει το χωράφι να αναπαύεται, νιώθει την ψυχή του να γλυκαίνεται από μια μελαγχολία που δεν είναι βαριά, αλλά στοχαστική.


Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

«Στην αυλή της εκκλησιάς, ένα πανηγύρι μνήμης»

 

Η φωτογραφία αυτή κουβαλάει μια ολόκληρη εποχή μέσα στο κάδρο της∙ τη δεκαετία του 1960, όταν η Ελλάδα ζούσε ακόμα σε ρυθμούς χωριού, πανηγυριών και οικογενειακών συναθροίσεων. Στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας, αμέσως μετά τη θεία λειτουργία του πανηγυριού, η παρέα των κοριτσιών στάθηκε με χάρη για να αποτυπωθεί η στιγμή.

Είναι γυναίκες της ηλικίας της παντρειάς, με νιότη στα πρόσωπα, ομορφιά απλή αλλά καθαρή, με το χαμόγελο της αισιοδοξίας να φανερώνει την πίστη τους στο μέλλον που ανοίγεται. Η ενδυμασία τους –φορέματα κομψά, ταγιέρ, χτενίσματα περιποιημένα– μαρτυρά τη φροντίδα και τη χαρά της ημέρας. Είναι μια εικόνα της καθημερινής αξιοπρέπειας και της μικρής γιορτής που έδινε η ζωή.

Μπροστά τους, η μικρή κοπέλα καθισμένη, παρατηρεί και ίσως ονειρεύεται τη δική της στιγμή. Σαν να λέει μέσα της: «Μια μέρα κι εγώ θα σταθώ έτσι, ανάμεσα στις φίλες μου, θα μεγαλώσω, θα βάλω όμορφο φόρεμα και θα γελάσω στο πανηγύρι». Είναι η συνέχεια της ζωής που φανερώνεται στο βλέμμα ενός παιδιού.

Η φωτογραφία αυτή είναι μια μαρτυρία που καθρεφτίζει τον χρόνο που πέρασε, τις νεανικές καρδιές που χτύπησαν με όνειρα και ελπίδες, και μια γενιά γυναικών που πορεύτηκε με τη δύναμη της παρέας, της κοινότητας και της πίστης. Σήμερα, μέσα από την ασπρόμαυρη υφή της, γίνεται υπενθύμιση ότι η ομορφιά και η αισιοδοξία της νιότης δεν χάνονται – μονάχα αλλάζουν μορφή και συνεχίζουν να ζουν μέσα μας, όπως τότε που το πανηγύρι ήταν η αφορμή για να συναντηθούν, να χαρούν και να ονειρευτούν.


επικοινωνιστε μαζι μας