Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Τα κορίτσια του Βαλτινού με τις πάνινες σάκες

 

Βλέποντας τη φωτογραφία του 1949 από το Δημοτικό Σχολείο Βαλτινού, αναδύεται μια εποχή δύσκολη και συνάμα γενναία. Περίπου τριάντα μικρά κορίτσια, μαθήτριες του χωριού, ποζάρουν μπροστά στο πέτρινο σχολείο τους - το λιτό, γερό οικοδόμημα που συμβολίζει τη στέρεη πίστη στη γνώση. Οι ενδυμασίες τους απλές, τα μάλλινα φορέματα και τα σακάκια μοιάζουν να κουβαλούν πάνω τους το βάρος των χρόνων, ενώ οι πάνινες σάκες -υφαντές από τα χέρια των μανάδων στον αργαλειό- μαρτυρούν έναν κόσμο αυτάρκειας και δημιουργίας μέσα στη φτώχεια.

Κι όμως, μέσα στα βλέμματά τους δεν υπάρχει ούτε λύπη ούτε υποταγή. Υπάρχει φως. Ένα φως παιδικό, καθαρό, που διαπερνά τη σκόνη των μετεμφυλιακών χρόνων και αφήνει να φανεί η ελπίδα μιας Ελλάδας που προσπαθεί να σταθεί ξανά όρθια. Εκείνη την εποχή, το σχολείο δεν ήταν απλώς χώρος μάθησης, ήταν πράξη αντίστασης, τρόπος ανορθώσεως ψυχής και συλλογικής αξιοπρέπειας. Οι δασκάλες και οι δάσκαλοι, οι μικρές μαθήτριες, οι οικογένειες του χωριού, όλοι πίστευαν ότι μέσα από την παιδεία μπορεί να ξαναγεννηθεί ο τόπος.

Το Βαλτινό του 1949 δεν είχε ανέσεις, είχε όμως ψυχή. Το χέρι που ύφαινε τη σχολική τσάντα ήταν το ίδιο που έσπρωχνε το παιδί προς το μέλλον. Και τα παιδιά, με τα καθαρά πρόσωπα και τα ταπεινά ρούχα, γίνονταν φορείς μιας νέας αρχής. Μέσα από εκείνη τη σιωπηλή φωτογραφία, ακούγεται ακόμη ο ψίθυρος του σχολείου, η ανάσα του χωριού, το κάλεσμα της γνώσης.

Γιατί κάθε βλέμμα αυτών των κοριτσιών είναι μια υπόσχεση: πως όσο υπάρχουν παιδιά που κοιτούν με πίστη το αύριο, καμιά δυσκολία δεν μπορεί να σβήσει το φως της μάθησης, ούτε να σκεπάσει την αξιοπρέπεια ενός λαού που ξέρει να αναγεννιέται από τις στάχτες του.


ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΑ

 

Κάτω από τον μονολεκτικό αυτόν τίτλο αναπτύσσεται ένα από τα καλύτερα ποιήματα του Άρη Δικταίου (Κώστα Κωνσταντουδάκη 1919-1983). Χρυσές ανταύγειες καλαμποκιών, νεανικές αγάπες απαγορευμένες, ατμοί μνήμης και πόνου και η κούραση του να θυμάσαι. «Σαν σπυρί καλαμποκιού ήταν το φεγγάρι», λέει ο ποιητής, κι η νύχτα της μνήμης ασημόφεγγε μέσα στις φυτείες του καλαμποκιού, όταν πήγε να τον βρει η αγάπη κι ύστερα έπεσε η άλλη νύχτα που «δεν περιμένει καμιάν αυγή». «Ο χρόνος μακρύς, σταχτής και κίτρινος», ξαναλέει ο ποιητής και γυρίζει πάντα στη στιγμή που μέσα στο φούντωμα του καλαμποκιού άστραψε το φονικό μαχαίρι. Ύστερα χαμένα χέρια, σκονισμένα μάτια, βήματα βαριά που σπάζανε τα καλαμπόκια, σπάζουν ακόμα όλα τα καρέ της θύμησης. Κι αργότερα, στο θλιβερό παρόν, όταν τα νέα παιδιά θα διαβάζουν τους στίχους αυτούς, σκέφτεται ο ποιητής, θα ψάχνουν να βρουν ποιος ήταν αυτός που τα καλαμπόκια τον έκρυψαν για πάντα. Σαν μέσα σε θρήνο ο ποιητής αναθυμάται, ενώ τα καλαμποχώραφα ωριμάζουν επώδυνα πάντα κοντά στα πηγάδια, όπου μισότρελα απ’ τις μύγες και τον ήλιο γαϊδουράκια υποφέρουν τα δεινά της ύπαρξής τους. Ναι, η μνήμη θαμπώνει μπροστά στα σκοίνα και τις καλαμιές. Οι στίχοι του ποιήματος γίνονται μαχαίρια και με την ανάγνωση συνεχίζουν να σπάζουν ακόμα ατελείωτες κίτρινες καλαμιές. Αναζητήστε το.

Του Ηλία Κεφάλα

Απεβίωσε ο Χριστόφορος Χριστάκος

 

Απεβίωσε ο Χριστόφορος Χριστάκος την Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025 σε ηλικία 84 ετών.

Ο Χριστόφορος Χριστάκος του Χαραλάμπου και της Βάιας, με καταγωγή από το Βαλτινό, γεννήθηκε το 1941 στο Μικρό Κεφαλόβρυσο. Παντρεύτηκε με την Παρασκευή, το γένος Βασ. Γρηγορίου και απόχτησαν δύο παιδιά, την Βάια και την Γεωργία.

Η Κηδεία θα γίνει το Σάββατο 22-11-2025 και ώρα 12:00η μεσημβρινή στον Ιερό Ναό  Αγίου Γεωργίου Μικρού Κεφαλοβρύσου Τρικάλων. Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι να προσέλθουν και να συνοδεύσουν την εκφορά αυτού.

Σημ.: Η σωρός θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό στις 22-11-2025 και ώρα 11:30 π.μ.


επικοινωνιστε μαζι μας