Στέκονται αγκαλιασμένοι, σχεδόν συνωμοτικά, μπροστά
στον φακό. Τρεις μορφές με προσωπίδες - δυο γυναικείες φιγούρες στα πλάγια κι
ένας άντρας στο κέντρο - ντυμένοι όχι με λαμπρές στολές, αλλά με ό,τι βρέθηκε
πρόχειρο στο σπίτι: μια ζακέτα, μια φούστα, ένα καπέλο, ένα μαντίλι. Είναι οι
μασκαράδες του Βαλτινού, μια Αποκριά στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Δεν
αγόρασαν τίποτα, δεν χρειάστηκε. Η μεταμόρφωση δεν κατοικεί στο ύφασμα, αλλά
στο βλέμμα που τολμά να κρυφτεί πίσω από ένα χαρτονένιο πρόσωπο.
Οι χαρακτηριστικές προσωπίδες τους, λαϊκές και
λιγάκι αδέξιες, μοιάζουν να κουβαλούν μια παράδοση παλιά, σχεδόν διονυσιακή. Η
Αποκριά στο χωριό δεν ήταν θέαμα για θεατές, ήταν βίωμα κοινό. Δεν υπήρχε
διαχωρισμός σκηνής και πλατείας. Όλος ο δρόμος γινόταν σκηνή, κι όποιος φορούσε
μάσκα αποκτούσε δικαίωμα να σατιρίσει, να πειράξει, να γελάσει και να γελαστεί.
Η προσωπίδα δεν έκρυβε το πρόσωπο, απελευθέρωνε τη φωνή.
Στη φωτογραφία διακρίνεται το χώμα του δρόμου, τα
γυμνά δέντρα, το λιτό κτίσμα στο βάθος. Είναι ένας κόσμος φτωχικός, μα όχι
φτωχός σε ψυχή. Εκείνη την εποχή, στο τέλος της δεκαετίας του ’60, τα χωριά δεν
είχαν αφθονία υλικών αγαθών, είχαν όμως αφθονία σχέσεων. Η γιορτή δεν απαιτούσε
χρήμα, αλλά συμμετοχή. Κι αυτή η συμμετοχή ήταν το αληθινό της ένδυμα.
Οι μασκαράδες σεργιανίζουν στους δρόμους του
Βαλτινού. Χτυπούν πόρτες, πειράζουν νοικοκυρές, σκαρώνουν αστεία, αλλάζουν
φωνές. Κάτω από τη μάσκα, ίσως κρύβεται ο γεωργός, η μοδίστρα, ο μαθητής. Μα
για λίγες ώρες δεν είναι τίποτε από αυτά. Είναι ο Άλλος - ο φανταστικός, ο
υπερβολικός, ο σατιρικός. Η Αποκριά δίνει την άδεια για μια ελεγχόμενη ανατροπή
της τάξης. Οι ρόλοι αντιστρέφονται, τα φύλα σατιρίζονται, η εξουσία
γελοιοποιείται. Και μέσα από το γέλιο, η κοινότητα ξαλαφρώνει.
Το παιχνίδι των ρόλων με την μεταμόρφωση δεν
είναι απλώς διασκέδαση, είναι μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη: να δοκιμάσουμε να
υπάρξουμε αλλιώς. Να φορέσουμε ένα άλλο πρόσωπο για να αντέξουμε το δικό μας. Η
μάσκα λειτουργεί σαν καθρέφτης, κρύβει, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει. Όταν δεν
μας αναγνωρίζουν, τολμάμε να πούμε αλήθειες που αλλιώς θα έμεναν σιωπηλές.
Κοιτάζοντας σήμερα αυτή τη φωτογραφία, δεν βλέπουμε
μόνο τρεις μεταμφιεσμένους χωριανούς. Βλέπουμε μια εποχή όπου η χαρά γεννιόταν
από το λίγο. Όπου το πρόχειρο γινόταν πολύτιμο, γιατί ήταν κοινό. Οι στολές δεν
αγοράστηκαν, επινοήθηκαν. Η φαντασία υποκατέστησε την κατανάλωση. Και η γιορτή
δεν ήταν προϊόν, αλλά πράξη.
Ίσως γι’ αυτό οι μορφές της φωτογραφίας στέκονται
τόσο άνετα, τόσο σίγουρες μέσα στην απλότητά τους. Δεν ντρέπονται για το
αταίριαστο των ρούχων, ούτε για τη χοντροκομμένη μάσκα. Ξέρουν πως η Αποκριά
δεν κρίνει την τελειότητα της μεταμφίεσης, αλλά τη διάθεση της ψυχής. Το
ουσιώδες δεν είναι πόσο πειστικός είναι ο ρόλος, αλλά πόσο αληθινό είναι το
γέλιο.
Η εικόνα παγώνει μια στιγμή ελευθερίας. Οι δρόμοι
του Βαλτινού ίσως έχουν αλλάξει, τα σπίτια να ανακαινίστηκαν, οι άνθρωποι να
έφυγαν ή να γέρασαν. Μα εκείνη η Αποκριά μένει ζωντανή μέσα στο χαρτί της
φωτογραφίας: τρεις φιγούρες που, χωρίς πολυτέλεια, χωρίς επιτήδευση, τόλμησαν
να γίνουν κάτι άλλο για να θυμηθούν ποιοι είναι.
Και τελικά, αυτό δεν είναι το βαθύτερο νόημα της
Αποκριάς; Να απογυμνώνει την καθημερινότητα από τη σοβαροφάνειά της και να μας
υπενθυμίζει πως η ζωή - όπως και η μάσκα - είναι ένα παιχνίδι ρόλων. Ότι πίσω
από κάθε πρόσωπο κρύβεται μια επιθυμία για χαρά, για συμμετοχή, για κοινό
γέλιο. Και πως, ακόμη και με τα πιο πρόχειρα ρούχα, μπορούμε να φορέσουμε τη
στολή της ελευθερίας.
