Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Ο Θέρος στο Βαλτινό


Του Ευαγγέλου Στάθη φιλολόγου

Μόλις έβγαινε ο Μάιος, τα στάχυα του σταριού άρχιζαν να κυδωνίζουν και να παίρνουν ψωμί. Του Αγίου Πνεύματος, «σιμά κοντά», ήταν σχεδόν έτοιμα για θέρο. Μεγάλος φόβος του καημένου του γεωργού μέχρι την τελευταία στιγμή ήταν να μην τραβήξει κάνας αέρας με βροχή και τα «στρώσει». Τότε «παν όλα τα κόπια χαμένα». Γιατί το στρωμένο σιτάρι, και αυτό που μένει όρθιο, δύσκολα θερίζεται. Μεγάλη και η αγωνία του γεωργού, μήπως πάρει καμιά φωτιά το σιτάρι, καλοκαίρι που είναι. Δεν ησύχαζε λοιπόν ο γεωργός, «δεν έκλεινε μάτι» ως την ώρα του θερισμού, ώσπου «να το σ’μάσει το βιό τ’». «Μμτί είναι ο γεωργός, σπίτι ξεσκέπαστο είναι».
Από μέρες πριν αρχίσει ο θέρος αρχίζουν και οι προετοιμασίες. Την παραμονή πρέπει να είναι όλα έτοιμα και «χαραούλα» (πριν ξημερώσει) είναι όλοι στο πόδι. Ο άντρας ετοιμάζει το γομάρι: το δίνει να φάει λίγο, το σαμαρώνει, ρίχνει στο σαμάρι το δισάκι ή τα τροβάδια με τα απαραίτητα «σέια» (διάφορα σκεύη και αντικείμενα): δρεπάνια, γκιούμια και λαήνια φορτώνονται στο γομάρι, μπορεί και η σαρμανίτσα για το μικρό παιδί. Κρεμιέται με προσοχή κι ο τροβάς με τα φαϊά. Πανωσάμαρα «νταϊακώνει» (στηρίζει) καλά το μικρό παιδί. Πεζοί παν μπροστά οι άντρες και πίσω τα παιδιά και οι γυναίκες. Η νοικοκυρά κρατάει σχεδόν πάντοτε στο χέρι μια κατσαρολίτσα με χερούλι, ένα κακκαβάκι, ένα μικρό καρδάρι ή ένα ταψί στηριγμένο στο κεφάλι. Όλα αυτά τα αγγειά έχουν φαγητά που δεν μπορούσαν να κρεμαστούν στο σαμάρι.


Βαριά, πολύ βαριά δουλειά ο θέρος.  Γιαυτό και σήμερα ακόμα, όταν θέλουμε να ειρωνευτούμε κάποιον που λέει πως έκανε βαριά δουλειά, του λέμε: «που σ’ είχα, στο θέρο σ’ είχα;». Ήταν και χρονοβόρα. Διαρκούσε κάνα δυο μήνες, από τις αρχές Ιουνίου ως τα αλώνια, τα μέσα του Ιουλίου. Γι’ αυτό οι μήνες αυτοί ονομάστηκαν Θεριστής ο ένας και Αλωνάρης ο άλλος.
Ήταν βαριά δουλειά ο έρμος ο θέρος. Ήταν δουλειά που ήθελε το θεριστή σκυμμένο και ιδρωμένο μέσα στο κάμα και το λιοπύρι του καλοκαιριού απ’ τα χαράματα ως το βραδάκι, εκτός από τα ολιγόλεπτα διαλείμματα που έκανε για «κολατσιό», «γιόμα». «μεσμέριασμα» και «δείλνισμα».


Κι όμως είχε και τις χαρές του ο θέρος, ίσως γιατί ξέρει ο γεωργός να διασκεδάζει την κούραση, να την κάνει χαρά και τραγούδι. Γι’ αυτό και τον θερισμό από την αρχαιότητα τόσο οι Έλληνες όσο κι οι άλλοι λαοί τον πανηγύριζαν με χαρές και τραγούδια. Ίσως πάλι τη χαρά και τα ξεφαντώματα του θέρου να τα έδιναν οι μεγάλες παρέες. 

επικοινωνιστε μαζι μας