Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Οι Νύμφες του Καλοκαιριού στο Βαλτινό

 

Η φωτογραφία μοιάζει να κρατά την ανάσα ενός καλοκαιρινού μεσημεριού στο Βαλτινό. Έξι κοπέλες κάθονται στη γεμάτη βλάστηση αυλή του δίπατου πλίνθινου σπιτιού, ακίνητες κι όμως ζωντανές, σαν να έχουν ριζώσει για μια στιγμή μέσα στο ίδιο το τοπίο. Τα σχεδόν όμοια φορέματά τους τις ενώνουν σε μια σιωπηλή αδελφότητα. Δεν ξεχωρίζει εύκολα η μία από την άλλη, όπως δεν ξεχωρίζεις ένα φύλλο από το σύνολο του δέντρου. Κι όμως, κάθε πρόσωπο κουβαλά μια ξεχωριστή εσωτερική ιστορία, έναν ιδιαίτερο ρυθμό.

Κάθονται με τη σειρά, σαν να ακολουθούν έναν αόρατο κύκλο. Το βλέμμα τους δεν είναι στραμμένο μόνο  στον φακό, αλλά και σε κάτι βαθύτερο: στον χρόνο που περνά και ταυτόχρονα σταματά. Μέσα σε αυτή τη στάση υπάρχει μια συμφιλίωση με τη στιγμή. Το γρασίδι γύρω τους δεν είναι απλώς σκηνικό, είναι η προέκταση της ύπαρξής τους. Το θρόισμα των φύλλων και οι μακρινοί ήχοι των υδάτων μοιάζουν να συνεχίζονται μέσα στη σιωπή της εικόνας.

Σαν Νύμφες και Δρυάδες, οι μορφές τους θυμίζουν τις αρχαίες εκείνες παρουσίες που η φαντασία έντυσε με ονόματα ποιητικά: την Ερατώ, τη Δρυόπη, τη Φιγαλία, την Τιθορέα, την Ευρυδίκη, τη Χρυσοπέλεια. Δεν πρόκειται για τα ονόματα των ίδιων των κοριτσιών, αλλά για συμβολικές αντανακλάσεις που τις λέει ο νους για να τις ενώσει με τον μύθο. Έτσι η εικόνα ξεπερνά το συγκεκριμένο πρόσωπο και γίνεται φορέας μιας συλλογικής μνήμης, όπου η νεότητα συνομιλεί με τη φύση και την αρχέγονη ποίηση του τόπου.

Η φωτογραφία γίνεται έτσι ένας μικρός στοχασμός πάνω στη συντροφικότητα. Έξι σώματα σε εγγύτητα σχηματίζουν έναν κύκλο προστασίας απέναντι στη ροή του χρόνου. Ίσως αργότερα οι δρόμοι τους να χώρισαν, όπως τα ρυάκια που απομακρύνονται από την πηγή. Όμως εδώ, σε αυτή την αιχμαλωτισμένη στιγμή, είναι ενωμένες μέσα σε μια κοινή αναπνοή.

Κοιτάζοντάς τες, νιώθει κανείς ότι η ανθρώπινη παρουσία μπορεί να γίνει το ίδιο ελαφριά με ένα φύλλο που πέφτει και το ίδιο διαρκής με τη μνήμη που αφήνει. Οι έξι κοπέλες του Βαλτινού δεν είναι μόνο πρόσωπα ενός παλιού καλοκαιριού, είναι η ίδια η ιδέα της νεότητας που κάθεται για λίγο στο γρασίδι, ακούει τη γη και, χωρίς να το γνωρίζει, γίνεται εικόνα αιώνια.


ΑΛΕΑ ΠΛΑΤΑΝΙΩΝ

 

Βαδίζω στην άκρη του λιβαδιού, εκεί στο χιλιοπατημένο μονοπάτι, και τα πλατάνια σε παράταξη με συντροφεύουν με τέτοιο τρόπο που μοιάζει να με ακολουθούν. Για να απασχολήσω το μυαλό μου μετρώ ασυναίσθητα τα ορθόστητα δέντρα και νοερά τότε σχηματίζεται μέσα μου η εικόνα ενός παιδικού αριθμητηρίου, με το οποίο η δική μας γενιά και όλες σχεδόν οι προηγούμενες μαθαίναμε το μέτρημα και τις πράξεις της αριθμητικής. Αχ το μέτρημα. Τι ιερόσυλη πράξη. Το χρειάζεται ο άνθρωπος μόνο για να υπολογίσει τα περιουσιακά του και να εμπορευθεί αυξάνοντάς τα. Δεν είμαι εγώ για τέτοια. Δεν έχω βιός για μέτρημα. Καλύτερα να μετράω πλατάνια που δεν μπορούν να ξεριζωθούν και να μεταφερθούν αυτούσια στον οίκο μας και μένουν πάντα εδώ στη θέση τους για να ανήκουν σε όλους. Τι όμορφη συναίσθηση και ενσυναίσθηση. 

Του Ηλία Κεφάλα


Ο κόσμος ο ζαβός

 


Κόσμε άσχημε, ζαβέ,

πως τα έχεις κάνει έτσι,

άλλοι πάντα στο λαβέ

κι άλλοι πάνω στην πυρά,

ψήνονται σαν κοκορέτσι.

 

Πάντα λίγοι και πριβέ,

που λυμαίνεστε τον πλούτο,

τον μασάτε ρεζερβέ,

κι ο λαός παίζει λαούτο.

 

Βρε ντουνιά της αρπαγής,

των ελίτ και των ολίγων,

τρώτε πίνετε στη γης

στην υγεία τον κολλήγων.

 

Πόσο πια θα σας βαστά,

ο πλανήτης μες στο σώμα,

τίποτε δεν σας χρωστά,

τα ’χετ’ όλα αρπαχτά

και τον γδέρνετε ακόμα.

 

Κόσμε άδικε, ζαβέ,

με τη μούρη την μπλαζέ,

που την πλάση ροκανίζεις

και δεν βλέπεις ρε γκαβέ,

πως μ’ ασύδοτο λαβέ,

τον πλανήτη αφανίζεις.

 

Φάτε πιέστε αν αυτό,

είναι του Θεού η κρίση,

όμως θα σας ευχηθώ

και πολύ θα το χαρώ,

στο λαιμό να σας καθίσει.

 

Του Λευτέρη Γκόγκα

επικοινωνιστε μαζι μας