Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Το παλιό ημερολόγιο τοίχου

 

Οι παλαιότεροι θα θυμούνται το παλιό ημερολόγιο τοίχου. Κρεμασμένο δίπλα στο εικονοστάσι ή πάνω από το τραπέζι της κουζίνας, άκουγε τις ανάσες του σπιτιού, το τσιτσίρισμα του καφέ, το τρίξιμο της ξυλόσομπας, τις φωνές των παιδιών. Κι εκεί, σιωπηλό όλη μέρα, περίμενε τη στιγμή του, το γύρισμα του φύλλου.

Οι γονείς μας το άλλαζαν με μια τελετουργία σχεδόν ανεπαίσθητη. Έπιαναν την άκρη του χαρτιού, το τράβαγαν απαλά, κι ο ήχος του σκισίματος ήταν σαν μικρός αποχαιρετισμός. Έφευγε μια μέρα, με τις έγνοιες της, τις χαρές της, τις σιωπές της, και πριν προλάβει να χαθεί, άφηνε πίσω της λίγους στίχους. Ένα τετράστιχο, ένα απόφθεγμα, μια παροιμία. Λόγια απλά, μα πυκνά σαν ψωμί ζυμωμένο στο σπίτι.

«Τα λόγια σου τα γνωστικά
κάθομαι και λογιάζω
γραμμένα τα ’χω και συχνά
κλαίγοντας τα διαβάζω.»

Δεν ήταν ποίηση για βιβλία και σαλόνια, ήταν ποίηση για τις ρωγμές της ζωής. Λόγια που τα διάβαζαν μεγαλόφωνα, άλλοτε μηχανικά, άλλοτε με μια μικρή παύση, σαν κάτι να σκάλωσε μέσα τους. Κι ύστερα συνέχιζαν τις δουλειές τους. Μα ο στίχος έμενε. Καθόταν κάπου στην άκρη της σκέψης, όπως κάθεται η σκόνη στο περβάζι, αθόρυβα, επίμονα.

Εκείνα τα ημερολόγια δεν έδιναν συμβουλές, μιλούσαν για τον χρόνο, για την υπομονή, για τον καημό, για την αγάπη που πονά και για την απώλεια που μαθαίνεται. Ήταν σαν να μας έλεγαν πως η μέρα δεν είναι μόνο αυτό που ζεις, αλλά κι αυτό που καταλαβαίνεις εκ των υστέρων.

Σήμερα, που ο χρόνος γλιστρά σε οθόνες και ειδοποιήσεις, εκείνο το παλιό ημερολόγιο μοιάζει σχεδόν αφελές. Κι όμως, είχε μια σοφία που μας λείπει, τη βραδύτητα. Δεν ήταν απλώς μέτρηση του χρόνου, ήταν ένας μικρός άμβωνας καθημερινής σοφίας.

Ίσως γι’ αυτό το θυμόμαστε ακόμη. Όχι για τις ημερομηνίες του, μα για τα λόγια στο πίσω μέρος του φύλλου. Γιατί εκεί, ανάμεσα σε μια μάνα που σκίζει το χαρτί και σε ένα παιδί που ακούει χωρίς να καταλαβαίνει ακόμη, γεννιόταν ένας μικρός, καθημερινός στοχασμός. Κι αυτός, όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, δεν έπαψε να μας μετρά.



Άθλος Καλαμπάκας - Α.Ο. Βαλτινού 0-5

 

Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αποχαιρέτησε το 2025 ο Α.Ο. Βαλτινού, ο οποίος επικράτησε με το εντυπωσιακό 0-5 του Άθλου Καλαμπάκας στο γήπεδο της Σαρακήνας, πραγματοποιώντας μια ολοκληρωμένη και πειστική εμφάνιση.

Ο αγώνας ξεκίνησε με καλούς οιωνούς για την ομάδα του Βαλτινού, που μπήκε δυνατά και επέβαλε από νωρίς τον ρυθμό της. Στο 15ο λεπτό, ο Βησσαρίων Γιώτας άνοιξε το σκορ με εξαιρετικό σουτ από το ύψος της περιοχής, βάζοντας τις βάσεις για τη νίκη.

Η υπεροχή του ΑΟΒ καρποφόρησε ξανά στο 40ο λεπτό, όταν ο Αποστόλης Νικλητσιώτης ανατράπηκε εντός περιοχής, με τον διαιτητή να δείχνει τη λευκή βούλα. Την εκτέλεση ανέλαβε ο Δημήτρης Μαντέλλος, ο οποίος ήταν εύστοχος, διαμορφώνοντας το 0-2, σκορ με το οποίο οι δύο ομάδες οδηγήθηκαν στα αποδυτήρια.

Στο δεύτερο ημίχρονο το σκηνικό δεν άλλαξε. Στο 60ο λεπτό, μετά από εκτέλεση φάουλ του Βασίλη Καραλή, ο Δημήτρης Κοθράς με κεφαλιά έκανε το 0-3, δίνοντας διαστάσεις θριάμβου στη νίκη της ομάδας του. Ο ίδιος ο Καραλής βρήκε δίχτυα στο 77ο λεπτό, σπρώχνοντας την μπάλα από κοντά για το 0-4.

Το τελικό 0-5 διαμόρφωσε στο 80ο λεπτό ο Αποστόλης Νικλητσιώτης, με κοντινό πλασέ, επισφραγίζοντας μια άνετη και δίκαιη επικράτηση για τον Α.Ο. Βαλτινού.

Για τον ΑΟΒ αγωνίστηκαν οι: Ντανίκας, Καραλής, Γιώτας, Νταλάσης (Σταμούλης Α.), Σπυρόπουλος, Κοθράς Κ., Κοθράς Δ. (Μάμαλης), Καμέας, Πατσιάς (Σταμούλης Ν.), Μαντέλλος Δ. (Μαντέλλος Σ.), Νικλητσιώτης.

Ο Α.Ο. Βαλτινού κλείνει έτσι το έτος με αισιοδοξία και ανεβασμένη ψυχολογία, δείχνοντας ότι διαθέτει ποιότητα, βάθος και αγωνιστική συνέπεια για τη συνέχεια.


ΥΠΟ ΤΗΝ «ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ»

 

Το βουνό είναι γεμάτο στάσεις και αναμονές. Κι εδώ κάτω από τη βασιλική δρυ σταμάτησα με ανακούφιση κι εγώ κι έπιασα το άγκιστρο των αναμνήσεων. Τι ανέσυρα; Πικρές μόνο στιγμές από τα ρημάδια της πάλαι ποτέ οικογενειακής ζωής ‒ όλοι δικαιωμένοι πια, πλην εμού. Εκεί, μικρό παιδί, πήγαινα το προσφάι στους γονείς μου για να μισοφάνε και ν’ αντέξουν τη μέρα στους αγρούς και λιγωμένος υπέκυψα στον πειρασμό της πείνας. Άνοιξα τη διπλωμένη πετσέτα που μου είχε δώσει η γιαγιά και έφαγα το λιγοστό ψωμοτύρι, αφήνοντας μόνο τις ελιές που ποτέ δεν μου άρεσαν. Όλη τη μέρα την πέρασα κάτω από τη βελανιδιά μη τολμώντας να πάω κάπου αλλού. Κατά το σούρουπο μόνο άκουσα το όνομά μου να ηχεί μέσα στις ρεματιές και να αντανακλά παρακλήσεις και σπαράγματα. 

Του Ηλία Κεφάλα


επικοινωνιστε μαζι μας