Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Οι λέξεις




Από χρόνια μάζευα λέξεις. Είχα ένα μικρό μπαούλο, προίκα της μάνας μου, για κουμπαρά. Κάθε φορά που με συγκλόνιζε κάποια την πέταγα μέσα.
Λέξεις απλές, όπως μολύβι, κοχύλι, μελάνι, καζάνι, λάθος, πάθος, πόνος, χαρά, ίσως, αρχή, τέλος και άλλες τέτοιες.
Όποτε είχα χρόνο τις άπλωνα στο πάτωμα και έπαιζα με το παιδί μέσα μου. Έφτιαχνα ολόκληρες προτάσεις, άλλοτε και μικρές ιστορίες. Όσες ξεθώριαζαν τις πέταγα.
Ποτέ δεν θυμάμαι γεμάτο το μπαούλο. Το καζάνι μου θύμιζε το στρατό, τη φασολάδα και τη λάντσα. Πέταμα. Μια φορά πέταξα και τον έρωτα, είχα απογοητευτεί με την Αναστασία. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ, να κοιμηθώ, να φάω. Κι αυτή ανένδοτη. Σε κάποια άλλη φάση την ξαναέγραψα. Ζεις με την λογική μόνο;
Με τα χρόνια πέταξα πολλές. Δεν ήθελα να παλιώσουν, να σκονιστούν, να καταχωνιαστούν όπως οι κασέτες, οι δίσκοι και τα cd.
Σήμερα τις πέταξα όλες. Κράτησα τρεις. Δεν ήξερα κι αυτές τι να τις κάνω. Τότε ήρθε η ιδέα να τις φυτέψω στο χωράφι. Φύτεψα στην μία άκρη την ελευθερία και στην άλλη την γαλήνη. Στη μέση φύτεψα τη φύση. Μετά τις πότισα, όπως όταν φυτεύω τα δέντρα.
Ο ήλιος έδυε στον Κόζιακα εκείνη την ώρα. Το χρώμα του ροδιού, ομόρφυνε όλη τη γη.

Του Κωστής Ταξιδεύων

επικοινωνιστε μαζι μας