Στη φωτογραφία, η γιαγιά Αικατερίνη Τσιγάρα κάθεται
στον αυλόγυρο, με την πλάτη της σχεδόν ακουμπισμένη στο δέντρο, σαν να παίρνει
δύναμη από τον κορμό του. Στο ένα χέρι κρατά τη ρόκα, στο άλλο το αδράχτι,
ανάμεσά τους τεντώνεται ένα νήμα λεπτό, σχεδόν αόρατο, κι όμως τόσο ουσιαστικό.
Είναι το νήμα που ενώνει το μαλλί με το ύφασμα, την ανάγκη με τη δημιουργία, τη
φύση με τον άνθρωπο.
Η ρόκα, ένα απλό ξύλινο εργαλείο, ένα μακρύ ραβδί με
τους κλώνους στην κορυφή, δεν είναι εδώ απλώς αντικείμενο. Είναι προέκταση του
σώματος και της μνήμης. Πάνω της στηρίζονται οι τουλούπες, το πλυμένο και
λαναρισμένο μαλλί από τα πρόβατα του σπιτιού, έτοιμο να μεταμορφωθεί. Το
γνέσιμο δεν είναι βιασύνη, είναι ρυθμός. Τα δάχτυλα γνωρίζουν τη δουλειά τους
καλύτερα απ’ ό,τι τα λόγια. Με μικρές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, το άμορφο
γίνεται νήμα, και το νήμα υπόσχεση ρούχου, κουβέρτας, ζεστασιάς.
Η γιαγιά Αικατερίνη δεν εργάζεται μόνη, ακόμη κι αν
στη φωτογραφία φαίνεται μόνη. Μαζί της είναι όλες εκείνες οι γυναίκες που
έγνεθαν στους αυλόγυρους, τα απογεύματα και τα βράδια, όταν έπεφτε ο ήλιος και
άνοιγαν οι κουβέντες. Το γνέσιμο ήταν καθημερινή εργασία, μα και κοινωνική
πράξη. Γύρω από τη ρόκα κυλούσαν νέα, παράπονα, γέλια, μικρές εξομολογήσεις. Το
νήμα που έφτιαχναν δεν ένωνε μόνο ίνες μαλλιού, ένωνε ζωές.
Υπάρχει κάτι βαθιά στοχαστικό σε αυτή τη διαδικασία.
Το μαλλί περνά από το κούρεμα, το πλύσιμο, το λανάρισμα, ώσπου να φτάσει στη
ρόκα. Τίποτα δεν γίνεται αμέσως. Όπως και στη ζωή, κάθε στάδιο απαιτεί υπομονή
και φροντίδα. Το γνέσιμο διδάσκει ότι η αντοχή χτίζεται σιγά, πως ό,τι έχει
αξία δεν προκύπτει με βία αλλά με επιδεξιότητα και χρόνο.
Σήμερα, κοιτάζοντας τη φωτογραφία, νιώθουμε πως το
νήμα έχει απλωθεί μέχρι εμάς. Η ρόκα μπορεί να σιώπησε, οι αυλόγυροι να
άδειασαν από τις βραδινές συντροφιές, όμως η μνήμη συνεχίζει να γνέθει. Και
κάθε φορά που τη θυμόμαστε, είναι σαν να στρίβει ξανά το αδράχτι, κρατώντας
δεμένο το παρελθόν με το παρόν, όπως ακριβώς εκείνο το λεπτό νήμα ανάμεσα στα
χέρια της γιαγιάς Αικατερίνης.
