Κατάλευκη φωτίζει τον δρόμο κι ευφραίνει τη διάθεση του οδοιπόρου. Με τόση σπατάλη λευκού ασπαίρει μέσα από τα βαρυφορτωμένα κλαδιά της η μοναχική κορομηλιά. Αλλά όχι, λέει πάλι ο οδοιπόρος. Δεν είναι σπατάλη, είναι αναγκαία συνθήκη για την επικύρωση της άνοιξης. Γι’ αυτό πάω κι έρχομαι, περνώ και ξαναπερνώ και ψιθυρίζω, σιγοτραγουδώντας τον στίχο του Ρόμπερτ Φροστ: «ο πηγαιμός κι ο γυρισμός, ωραία και τα δύο» κι όλο γεμίζω πάλι και πάλι την όρασή μου από αυτό το σπαραχτικό λευκό. Όμως εδώ είναι εξοχή και ο κάθε συλλειτουργός της έχει το αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας των πράξεών του. Το λέω επειδή αίφνης συμβαίνει ένα γεγονός απροσδόκητο και φαινομενικά βέβηλο. Ένα μπλάβο κοράκι έρχεται και κουρνιάζει πάνω στην κορυφή της κορομηλιάς. Τι ψεγάδι πάνω στην αθωότητα του δέντρου. Τι λαμπυρίζον μαύρο. Η φωνή του Πόε never more αντηχεί μέσα μου. Τρέχω κοντά και το αποτρόπαιο πουλί απομακρύνεται βαρύθυμο. Αμέσως αισθάνομαι πως έχω αποκαταστήσει την αιθέρια τάξη, έστω και σε βάρος της ελευθερίας του σκαιού πουλιού.
Του Ηλία Κεφάλα
