Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Στρατιώτης

 Γεώργιος Στ. Σταμούλης

Ήμουνα κληρωτός το δεκατέσσερα. Νέος, ούτε μουστάκι καλά καλά. Με στείλανε στις Σέρρες. Τότες δεν ήξερα από βασιλείς και Βενιζέλους, ήξερα μονάχα πως είχα χωράφι, δυο χέρια και μια μάνα που περίμενε να γυρίσω στο Βαλτινό.

Ύστερα τσακώθηκαν οι μεγάλοι. Ο βασιλιάς με τον Βενιζέλο. Κι εμείς βρεθήκαμε στη μέση, σαν τα πρόβατα που τα σπρώχνουν από πίσω και δεν ξέρουν πού πάνε. Μια μέρα μας φωνάζουν οι αξιωματικοί:
«Θα πάμε στην Καβάλα».

Με τα πόδια. Σειρά, σκόνη, ιδρώτας. Από πάνω μας οι Εγγλέζοι με τα αεροπλάνα να μας βαράνε. Τάχα δεν ήξεραν πως είμαστε Έλληνες. Τρεις μέρες κάναμε. Νηστεία. Γαλέτα ξερή, να σου κόβει τα δόντια. Το στομάχι κολλημένο στην πλάτη.

Μόλις φτάνουμε Καβάλα, μας λένε:
«Θα πάμε στη Δράμα».

Πάλι δρόμος. Πάλι νηστικοί και κακορίζικοι. Στη Δράμα έβρασαν φασόλια. Ένα καζάνι μεγάλο, αχνιστό, να σου τρέχουν τα σάλια. Ένας στρατιώτης από την Τσιάρα, Μπούγλας τον λέγαν, έφαγε πολύ. Είχε μέρες να δει φαΐ. Έσκασε για σημάδι. Έπεσε κάτω και δεν ξανασηκώθηκε. Έτσι απλά. Σαν να ’ταν τίποτα.

Εκεί στη Δράμα τα συνεννοήθηκαν οι μεγάλοι. Τα κέρατα οι αξιωματικοί. Μας λένε:
«Τώρα παιδιά, θα φύγουμε δια μέσου Κορυτσάς».

Μας βάλαν σε τρένα, αποστολές, ταξίδι μεγάλο. Και μια μέρα ανοίγουμε τα μάτια μας και βρισκόμαστε στη Γερμανία.
«Εδώ παιδιά θα περάσουμε καλά», μας είπαν.

Μας δώσαν μακαρόνια. Ψωμί καθόλου. Ύστερα μας βάλαν στο φιλότιμο.
«Ο ελληνικός στρατός είναι περήφανος».

Μπροστά οι μουσικές, βήμα κανονικό, και μπαίνουμε στην πόλη. Γκαίρλιτς τη λέγαν. Εκεί βρήκαμε κι άλλους δικούς μας. Τετάρτο Σώμα Στρατού. Χιλιάδες άνθρωποι, παραδομένοι χωρίς να πολεμήσουν.

«Τι γίνεται εδώ, μωρέ παιδιά;» ρωτήσαμε.
«Σφίχτε την κοιλιά σας μ’ ένα λουρί», μας είπαν, «για να βαστάξει».

Μας δώσαν μια κουραμάνα, πλιθί. Οι Γερμανοί δεν μας χώνευαν.
«Εδώ δεν έχουμε να φάμε εμείς, ήρθατε κι εσείς…»

Δυόμισι χρόνια μείναμε εκεί. Οι αξιωματικοί φοβόνταν τον Βενιζέλο και δεν γυρνούσαν πίσω. Κι εμείς λιώναμε. Πείνα, ψείρα, ντροπή. Στο τέλος κάναμε στάση.
«Πεθαίνουμε από την πείνα», είπαμε. «Τι χαλεύουμε εμείς στη Γερμανία;»

Μας αφήσαν να δουλέψουμε. Εγώ πήγα σ’ ένα εργοστάσιο που το χτίζαν. Με ρίξαν στα χαντάκια να περνάω τα ρούλια, τα κιούγκια. Δέκα μάρκα τη μέρα. Έξι μήνες. Ήταν η πρώτη φορά που δούλεψα και δεν ήξερα αν είμαι εργάτης ή αιχμάλωτος.

Ύστερα μάθαμε πως οι αξιωματικοί κάναν πάλι χαρτιά για να μείνουμε. Εκεί έγινε το κακό. Ξεσηκωθήκαμε.
«Θέλουμε να φύγουμε».

Οι υπαξιωματικοί μας είπαν:
«Θα σπάσουμε τις αποθήκες».

Σπάσαμε. Πήραμε ρούχα, τρόφιμα. Οι Γερμανοί μας είδαν, μα δεν κουνήθηκαν. Φύγαμε με τα πόδια, παρέες παρέες. Έναν Γερμανό τον πληρώσαμε να μας πάει σε σταθμό. Παντού Έλληνες. Πληρώσαμε εισιτήριο. Μας τα ’δωσαν πίσω.
«Αιχμάλωτοι και να πληρώνουν; Αντροπή».

Μας πήγε το τρένο στη Ρουμανία. Μετά καράβι, δρόμος, πάλι πόδια, κι ύστερα Βάρνα. Εκεί Άγγλοι, Γάλλοι, Βούλγαροι. Μας είπαν να υποδεχτούμε έναν στρατηγό. Φτιάξαμε έναν τσολιά όπως όπως, μια σημαία, και πήγαμε.

Μόλις πέρασε, τον χαιρετίσαμε. Χάρηκε.
Μόλις έφυγε, οι Βούλγαροι όρμησαν να μας πάρουν τη σημαία. Χέρια, πέτρες, μαχαίρια φτιαγμένα στο πόδι. Μακελειό. Κάθε μέρα. Οι Άγγλοι γελούσαν. Γούστο κάναν.

Στο τέλος μας πήραν σε καράβι. Είπαμε σωθήκαμε. Μα βγήκαμε στην Κωνσταντινούπολη. Κόσμος πολύς. Ρωτούσαν για τα παιδιά τους. Γιατροί, εξετάσεις, κι ύστερα Κρήτη. Ηράκλειο. Μας είχαν για βασιλικούς. Εκεί χορτάσαμε. Φάγαμε. Έξι μήνες.

Μας δώσαν άδεια. Γύρισα στο Βαλτινό. Κρύφτηκα. Δεν ήθελα άλλο στρατό. Είχα μπουχτίσει. Ύστερα ήρθαν οι Κρητικοί, πιάσαν τις οικογένειες. Βγήκαμε. Φωνάζαν:
«Λιποτάχτες».

Ένας αξιωματικός, Δασκαλόπουλος, μας έσωσε.
«Καλώς τα παιδιά», είπε και μας κέρασε τσιγάρο.

Ξαναπήγαμε στις Σέρρες. Κι από τότε, χρόνια ολόκληρα, ήμουνα στρατιώτης. Όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνω, έλεγα:
«Στρατιώτης».

Είχα ξεχάσει πως ήμουνα αγρότης.



Νέα σημαντική έκδοση του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. ΘΕΟΛΟΓΗ Ι. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ Τα Παλιά Τρίκαλα Αναμνήσεις και Ιστορήματα

 Το εξαντλημένο εδώ και δεκαετίες σπουδαίο δίτομο έργο του αείμνηστου Τρικαλινού δημοσιογράφου και πρώτου προέδρου του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεολόγη Ι. Τριανταφύλου, Τα Παλιά Τρίκαλα. Αναμνήσεις και Ιστορήματα, το  οποίο είχε πρωτοεκδοθεί το 1976 και 1977, επανεκδόθηκε από κοινού από τον Φιλολογικό Ιστορικό Λογοτεχνικό Σύνδεσμο (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) Τρικάλων και τις Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη (Θεσσαλονίκη). Το βιβλίο έχει ενταχθεί στη σειρά του Συνδέσμου: ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ, με αρ. 27.

Το εν λόγω δίτομο έργο του Θεολ. Τριανταφύλλου υπήρξε σημείο αναφοράς και πηγή πληροφοριών για τη ζωή και τα πρόσωπα που έδρασαν στην πόλη των Τρικάλων από την απελευθέρωσή της το 1881 έως την δεκαετία του 1960 περίπου. Η εξάντληση γρήγορα και των δύο τόμων είχε καταστήσει αναγκαία την επανέκδοσή του. Το εγχείρημα αυτό ανέλαβε ο Φ.Ι.ΛΟ.Σ., του οποίου ο Συγγραφέας υπήρξε ο πρώτος πρόεδρός του (1978-1984).

Η νέα έκδοση, που περιλαμβάνει και τους δύο τόμους, είναι φωτομηχανική αλλά με διορθώσεις σε ορισμένα σημεία και προσθήκη εκτενούς Παραρτήματος με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, καθώς και άλλων φωτογραφιών εντός του κειμένου.

Η νέα έκδοση διαρθρώνεται ως εξής:

Πρόλογος του Δ.Σ. του Φ.Ι.ΛΟ.Σ.

Α΄ ΤΟΜΟΣ

ΚΩΝ/ΝΟΥ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ (Δημάρχου Τρικάλων),  Ἄς θυμηθοῦμε τὰ παλιά (σελ. 3-4). ΕΙΣΑΓΩΓΗ (σελ. 5-6).   

1. Πῶς ἤτανε τὰ Τρίκαλα ὅταν ἀπελευθερώθηκαν τὸ 1881(σελ. 7-17). 2. Οἱ πρῶτοι Δήμαρχοι καὶ τὸ ἔργο τους (σελ. 18-20). 3. Τὰ Τρίκαλα στὴν περίοδο 1920-30 (σελ. 21-24). 4. Ὁ Ληθαῖος. Ἡ παλιὰ θέση του - Τὰ καφενεδάκια καὶ οἱ καταστροφικές πλημμύρες του - Πῶς περιγράφουν παλιοὶ Τρικαλινοὶ τὴν μεγάλη πλημμύρα τοῦ 1907 (σελ. 25-31). 5. Ἡ πόλις μὲ τ’ ἄφθονα νερά. Ἀνάβρες, βρύσες, τουλοῦμπες κι ἀρτεσιανά (σελ. 32-36). 6. Ἡ γραφική Μαρούγγενα. Ἡ ξακουστὴ παλιὰ βρύση της καὶ τὸ καφενεδάκι μὲ τὸ ὑπαίθριο θεατράκι του (σελ. 37-41). 7. Τὰ «Χασάπικα». Ἡ παλιὰ ἀγορὰ τῶν Τρικάλων (σελ.  42-44). 8. Άναμνήσεις ἀπὸ τοὺς πελαργούς (σελ. 45-49). 9. Οἱ βάτραχοι τοῦ Ληθαίου καὶ οἱ βδέλλες τοῦ Ζήσ’ Μαμάλα (σελ. 50-52). 10. Παλιὲς γραφικὲς συνοικίες τῆς πόλεως. Τὸ Βαρούσι: ἡ τρικαλινὴ Πλάκα - Τὸ ὄμορφο Τρικκαίογλου -  Τὰ καταπράσινα Σαράγια - Ἡ ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ ἡ ἱστορία της (σελ. 53-61). 11. Τὸ Βυζαντινὸ Φρούριο (σελ. 62-63). 12. Ὀ «Ἁη-Λιᾶς καὶ ἡ Ντάπια». Ἡ ἀναδάσωση καὶ τὸ ὁμώνυμο ἐκκλησάκι - Ἀρχαιότητες  (σελ. 64-70). 13. Ὀ πετροπόλεμος στὴν Ντάπια. Ἕνα ... εὐ γενὲς ἄθλημα τῆς τρικαλινῆς νεολαίας (σελ. 71-73). 14. Μιὰ πολὺ ἥσυχη πολιτεία μὲ άφθονα ὅμως ... γαϊδουράκια (σελ. 74). 15. Παλιὲς ἀνοιξιάτικες ὀμορφιές (σελ. 75-77). 16. Τὰ ζεστὰ καλοκαίρια. Ὁ θανατερὸς λίβας καὶ τὰ ποταμίσια ... μπάνια τῶν Τρικαλινῶν (σελ.  78-80). 17. Πρωτοβρόχια καὶ βαρυχειμωνιές. Οἱ προετοιμασίες τῶν νοικοκυριῶν γιὰ τὸν Χειμῶνα (σελ. 81-83). 18. Ἐπαγγέλματα ποὺ ἔσβησαν. Πραματευτάδες, ἁμαξάδες, ὑπαίθριοι φωτογράφοι, πλανόδιοι μικροπωλητὲς κι ἄλλοι γραφικοὶ τύποι τῆς παλιᾶς ἐποχῆς (σελ. 84-94). 19. Τὸ Τρικαλινὸ πανηγύρι. Τὰ τυχερὰ παιγνίδια (ρουλέττες, λοταρίες, «παπατζῆδες»), ὁ πανοραματζής κι ἄλλα θεάματα (σελ. 95-99). 20. Τὸ παλιό μικτὸ γυμνάσιο. Ὁ διαχωρισμός του σὲ Ἀρρένων καὶ Θηλέων - Γυμνασιάρχες, καθηγητές, καθηγήτριες καὶ τὰ βάσανα τῶν μαθητῶν - Τὸ Λύκειο Βαμβέτσου (σελ. 100-107). 21. Σχολεῖα καὶ Δάσκαλοι. Ἡ παλιὰ μέθοδος διδασκαλίας καὶ οἱ τιμωρίες τῶν μικρῶν μαθητῶν (σελ. 108-114). 22. Ἡ πλατεία Μπαντίδου (Κιτριλάκη) καὶ τὸ “γελαδοπάζαρο” τῆς Δευτέρας (σελ. 115-119). 23. Τὸ Θεσσαλικὸ τραινάκι - Ὁ θρυλικός ... καπνοτραῖνος (σελ. 120-122). 24. Ἡ ὁδὸς Ἀσκληπιοῦ (σελ. 123-125). 25. Τὸ “Πανελλήνιον” ξενοδοχεῖο καὶ κινηματογράφος (σελ. 126-128). 26. Τὸ παλιὸ καφενεῖο “Βασιλικὸν” ἢ “Ἐθνικόν” (σελ. 129-130). 27. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Ἀττίκ. Παλιά θεατρική κίνηση (σελ. 131-136). 28. Τὰ Χριστούγεννα στὰ παλιὰ Τρίκαλα. Οἱ ἑτοιμασίες στὰ σπίτια, τὰ κάλαντα τῶν παιδιῶν, ἡ κίνηση στὴν ἀγορά, τό χριστουγεννιάτικο τραπέζι καὶ οἱ πανηγυρικὲς ἐκδόσεις τῶν ἐφημερίδων  (σελ. 137-140). 29. Τραγικὲς μέρες Ἀπριλίου 1941. Ὅταν  οἱ Γερμανοὶ σκόρπισαν τὸν ὄλεθρο μὲ τ’  ἀεροπλάνα τους καὶ μετὰ λίγες μέρες κατέλαβαν τὰ Τρίκαλα (σελ. 141-143). 30. Ὅταν φύγανε οἱ Γερμανοὶ ἀπὸ τὰ Τρίκαλα (18 Όκτωβρίου 1944)  (σελ. 144-146). 31. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὰ πρῶτα μεταπελευθερωτικά χρόνια  (Τὸ Δημαρχεῖο καὶ οἱ πρῶτες μετὰ τὸν πόλεμο δημοτικὲς ἐκλογές - Μιὰ θρησκευτική διένεξη. Πρωταγωνιστὲς ἕνας δεσπότης κι ἕνας ἱεροκήρυκας - Τὸ ἐπίσημο καὶ ... συνοικιακό ποδόσφαιρο καὶ οἱ ... ξυλοδαρμοί) (σελ. 147-163). 32. Παλιὰ μουσικὴ κίνηση. Ὠδεῖα καὶ ἡ καλλιτεχνικὴ χορωδία Τρικάλων (σελ. 164-181). 33. Πολιτιστικὰ Σωματεῖα. (σελ. 182-191). 34. Ὁ Γυμναστικὸς Σύλλογος (σελ. 192-200). 35. Φιλανθρωπικὰ Σωματεῖα (σελ. 201-204). 36. Ἡ ἱστορία τοῦ Τρικαλινοῦ Τύπου (σελ. 205-249). Βιβλιογραφία Α΄ τόμου (σελ. 250).

Β΄ ΤΟΜΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (σελ. 5-6). 1. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Ν. ΤΡΙΚΑΛΩΝ (1881-1974). Ἐκλογές, βουλευτές, πολιτευτές, προεκλογικὰ ἀνέκδοτα κι άλλα πολιτικὰ γεγονότα τοῦ τόπου (σελ. 7-69). 2. ΤΟ 5ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΠΕΖΙΚΟΥ. Ἠ ἔνδοξη ἱστορία του ἀπὸ τὸ 1910 ὥς τὸ 1941 (σελ. 70-102). 3. ΤΡΙΚΑΛΑ: ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΛΛΟΙΩΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ. Ἡ καταπληκτικὴ ἐξέλιξή της, παλιὰ ἀρχοντικὰ καὶ κοσμικὴ κίνηση (σελ. 103-112). 4. ΠΩΣ ΓΛΕΝΤΟΥΣΑΝ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΙ. Τὰ καφέ σαντὰν μὲ τὶς γκαρσόνες, ἐξοχικὰ κι ἄλλα κέντρα καὶ τὰ πιὸ φημισμένα οὐζάδικα (σελ. 113-125). 5. ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΙ ΤΥΠΟΙ  (σελ. 126-134). 6. ΜΙΑ ΜΑΝΤΡΑ ΣΤΕΓΑΣΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ. Ὁ Ἰταλὸς Τζιοβάννι καὶ οἱ πρῶτοι κινηματογράφοι “Ἀττικὸν” καὶ “ΡΕΞ” (σελ. 135-137). 7. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΣΥΚΟΙΝΩΝΙΏΝ (σελ. 138-151). 8. Η ΜΠΑΡΜΠΕΡΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΕΠΟΧΗ  (σελ. 152-164). 9. ΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΑΠΟΚΤΗΣΑΝ ΤΟ 1906 ΗΛΕΚΤΡΟΦΩΤΙΣΜΟ. Ἡ ἱστορία τοῦ ἐργοστασίου Σταματοπούλου (σελ. 165-174). 10. Η ΑΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΓΝΩΣΤΗ ΩΣ ΑΝΩΤΕΡΟ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΟ  (σελ. 175-177). 11. ΑΠΟΚΡΗΑΤΙΚΑ ΞΕΦΑΝΤΩΜΑΤΑ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΚΑΛΑ. Χοροεσπερἰδες, μασκαράτες, χαρτοπόλεμος, ἀξέχαστοι ἀποκριάτικοι  χοροί, τὰ ὁμαδικὰ γλέντια κι έθιμα τῆς Καθαρῆς Δευτέρας (σελ. 178-185). 12. ΟΤΑΝ ΤΑ ΜΑΓΑΖΙΑ ΑΝΟΙΓΑΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ. Οἱ ἀγῶνες γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς ἀργίας, οἱ ἄθλιες συνθῆκες ἐργασίας τῶν ὑπαλλήλων, πότε ἱδρύθηκε τὸ Ἐπιμελητήριο Τρικάλων (σελ. 186-196). 13. ΠΑΛΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΤΡΙΚΑΛΩΝ. Ἀπό τὸ 1882 ὣς τὸ 1958 (σελ. 197-202). ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  Β΄ τόμου (σελ.  203).

Το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΙΚΟΝΩΝ, που προστέθηκε με την επιμέλεια του νυν προέδρου του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Θεοδώρου Νημά (σελ. 205-259), περιλαμβάνει 100 φωτογραφίες (αρκετές έγχρωμες), στις οποίες απεικονίζονται παλιά εμβληματικά κτίρια και πλατείες των Τρικάλων, κινηματογράφοι, στιγμιότυπα από δραστηριότητες, καθηγητές και μαθητές όλων των παλιών γυμνασίων της πόλης, στρατιωτικές προσωπικότητες, στιγμιότυπα από την κοινωνική ζωή, αθλητές και παράγοντες του Γυμναστικού Συλλόγου Τρικάλων και των ποδοσφαιρικών ομάδων (Αχιλλέα, ΑΕΤ, Α.Ο. Τρίκαλα, Α.Ο. Δήμητρα κ.ά.), γνωστοί ληστές και εφημερίδες των Τρικάλων. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ (σελ. 260).

Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία.


Στην ίδια δίψα

 


Στη φωτογραφία, ένας ηλικιωμένος άντρας σκύβει στη βρύση μαζί με μια κατσίκα. Τα στόματά τους πλησιάζουν το ίδιο ρεύμα νερού, χωρίς ιεραρχία, χωρίς βιασύνη, χωρίς επίγνωση ότι αυτή η στιγμή θα μπορούσε να ερμηνευτεί, να συμβολιστεί, να στοχαστεί. Κι όμως, εκεί ακριβώς κρύβεται η δύναμή της.

Το νερό δεν ρωτά ποιος είναι άνθρωπος και ποιος ζώο. Ρέει. Δίνεται. Υπάρχει για όποιον διψά. Κι ο άνθρωπος της φωτογραφίας δεν σπρώχνει, δεν διεκδικεί προτεραιότητα, σκύβει μαζί, σαν να θυμάται -ή σαν να μην ξέχασε ποτέ- ότι η ζωή δεν είναι ατομικό προνόμιο αλλά κοινό συμβάν.

Όταν ο άνθρωπος μοιράζεται τη ζωή του με τα ζώα, δεν κάνει φιλανθρωπία. Επανατοποθετεί τον εαυτό του μέσα στον κόσμο. Αποσύρει, έστω για λίγο, την ψευδαίσθηση της κυριαρχίας. Ο πλανήτης δεν μας ανήκει, τον διασχίζουμε όπως το νερό διασχίζει την πέτρα: προσωρινά, αφήνοντας ίχνη, δεχόμενοι φθορά.

Το ζώο δεν γνωρίζει ιδιοκτησία, σύνορα, «δικά μου» και «δικά σου». Γνωρίζει τη δίψα, την ανάγκη, τη συνύπαρξη. Κι ο άνθρωπος, όταν στέκεται δίπλα του χωρίς φόβο και υπεροχή, μοιάζει να ξαναμαθαίνει μια παλιά γλώσσα - τη γλώσσα της κοινής μοίρας.

Ίσως, τελικά, ο πλανήτης να μην ανήκει σε κανέναν. Ή ίσως να ανήκει μόνο σε όσους ξέρουν να σκύβουν. Να μοιράζονται. Να πίνουν χωρίς να στερεύουν την πηγή.


επικοινωνιστε μαζι μας