Κάποτε,
πριν από τις οθόνες και τους ήχους που έρχονται από μακριά, υπήρχε ένα παιχνίδι
απλό, ένα μεταλλικό στεφάνι από παλιό βαρέλι, κι ένα παιδί που έτρεχε δίπλα
του. Το έλεγαν τσέρκι. Δεν είχε χρώματα ούτε μηχανισμούς, δεν ήθελε μπαταρίες.
Μόνο δυο χέρια κι ένα μικρό κομμάτι σύρμα, την τσιβέτα, που έδινε στο στεφάνι
κατεύθυνση, ρυθμό και φόρα.
Κι ωστόσο, μέσα σε αυτό το λιτό παιχνίδι
κρυβόταν μια ολόκληρη φιλοσοφία. Το τσέρκι ήταν ένας τροχός που κυλούσε
μπροστά, κι ένα παιδί που προσπαθούσε να το κρατήσει όρθιο, έτσι όπως
προσπαθούμε όλοι να κρατήσουμε όρθια τα πράγματα που αγαπούμε στον κόσμο. Ένα
μικρό λάθος, μια ανισορροπία, κι ο τροχός έγερνε, έπεφτε. Μα το παιδί
ξαναδοκίμαζε. Και πάλι. Και πάλι.
Αυτή η επανάληψη, το συνεχές πρόσταγμα της
κίνησης, γεννούσε μια μορφή σιωπηλής πειθαρχίας. Το τσέρκι δεν συγχωρούσε την
αφηρημάδα. Ήσουν μαζί του ή το έχανες. Έπρεπε να βλέπεις μπροστά, να
αφουγκράζεσαι το έδαφος, να νιώθεις τη δόνηση του μετάλλου στη συρμάτινη
τσιβέτα. Κι ίσως, μέσα από αυτό, ένα παιδί μάθαινε, χωρίς κανείς να του το
διδάξει, πως η ζωή προχωράει μόνο όταν την ακολουθείς με προσοχή και τρυφερή
αποφασιστικότητα.
Υπήρχε κι ένα άλλο μυστικό στο
τσέρκι, ο κόσμος γινόταν δρόμος. Γι’ αυτό και το παιδί δεν έπαιζε απλώς,
ταξίδευε. Περνούσε στις ανηφόρες, στις στροφές, στις σκόνες των χωματόδρομων,
κι ο τροχός άφηνε μια αχνή γραμμή, σαν στιγμιαίο ίχνος που σβήνεται μόλις
φυσήξει λίγο αέρα. Έτσι κυλάει και ο χρόνος. Κυλά, χάνεται, κι όμως κάτι μένει,
η μνήμη της κίνησης.
Σήμερα, ίσως να μη βλέπεις παιδιά
με τσέρκια. Μα αν κλείσεις τα μάτια και σκεφτείς τον στενό δρόμο ενός χωριού,
θα ακούσεις ακόμα τον μεταλλικό ήχο - τακ,
τακ, τακ - και ένα γέλιο να τον συνοδεύει. Είναι εκείνα τα παλιά παιχνίδια
που μας θυμίζουν πως η χαρά δεν βρίσκεται στα πράγματα, μα στο πώς τα κυλάμε
μπροστά. Στο πώς τρέχουμε πλάι τους, κρατώντας για όσο μπορούμε την ισορροπία.
Κι ίσως, τελικά, κι εμείς οι ίδιοι
να είμαστε λίγο σαν το τσέρκι, ένας κύκλος που θέλει μια μικρή ώθηση, ένα
άγγιγμα, για να συνεχίσει την πορεία του.
