Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

«Το κουτί με τις εικόνες» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Στο παντοπωλείο του χωριού, που λειτουργούσε και ως καφενείο, μαζεύονταν οι άντρες κάθε απόγευμα. Ήταν ο τόπος συνάντησης, το «κέντρο αποφάσεων» του μικρού κόσμου μας. Έπαιζαν χαρτιά, όχι για λεφτά, μονάχα για ένα λουκούμι. Κέρδιζε κανείς; Το ‘λεγε με καμάρι. «Ένα λουκουμάκι, παρακαλώ!» και το κέρδος του αποκτούσε άλλη βαρύτητα όταν το μοιραζόταν με την οικογένειά του.

Ο πατέρας μου, τον χειμώνα που δεν είχε δουλειά, πήγαινε σχεδόν κάθε απόγευμα. Κι όταν γύριζε σπίτι με μισό λουκούμι, μάς το πρόσφερε σαν θησαυρό. «Κέρδισα δύο λουκούμια», έλεγε γελώντας, κι ας ήταν ένα κομμένο στη μέση. Μερικές φορές έφερνε και ολόκληρα -τα είχε αγοράσει- και τότε η χαρά μας ήταν διπλή: και γλυκό, και ιστορίες από το καφενείο.

Ένα βράδυ καλοκαιρινό, μάς ανακοίνωσε κάτι ασυνήθιστο: «Θα φέρει ο Βαγγέλης μια συσκευή στο καφενείο… ένα κουτί που δείχνει εικόνες. Τηλεόραση τη λένε». Το είπε κι άστραψε το βλέμμα του σαν μικρού παιδιού.

Όλο το χωριό το ’μαθε. Όταν έφτασε το πολυπόθητο κουτί, το παντοπωλείο γέμισε κόσμο. Καρέκλες στήθηκαν έξω, τραπέζια τοποθετήθηκαν στην αυλή, παιδιά, γυναίκες, άντρες, όλοι μαζεμένοι γύρω απ’ την τηλεόραση, που έμοιαζε σχεδόν μαγική. Ήταν μικρή, ασπρόμαυρη, αλλά μας μάγεψε.

Εκείνο το πρώτο βράδυ είδαμε τη σειρά Το τζίνι και η Τζίνι, με τα μαγικά και τα γέλια της. Και αργότερα οι μεγάλοι έβλεπαν Άγνωστο Πόλεμο, σιωπηλοί, σκυφτοί σχεδόν. Η τηλεόραση δεν ήταν πια απλώς ένα κουτί, ήταν παράθυρο στον κόσμο.

Σιγά σιγά, η «μαγεία» μεταφέρθηκε στα σπίτια. Ο πατέρας μου ήταν από τους πρώτους που αγόρασε τηλεόραση. Η αυλή μας γέμισε παιδιά και γειτόνισσες, φίλους και συγγενείς. Μεγαλώσαμε σχεδόν όλοι μαζί, μια γειτονιά-οικογένεια. Η Λένα και η Λουκία, γετονόπουλα, έρχονταν σχεδόν κάθε βράδυ. Βλέπαμε θρίλερ και καουμπόικα έργα, και μετά τις συνοδεύαμε μαζί με τον αδερφό μου στο σπίτι τους, φοβόντουσαν. Κι όταν γυρνούσαμε, τρέχαμε κι εμείς σαν παλαβοί από φόβο, λες και κάτι σκοτεινό παραμόνευε πίσω απ’ τις μουριές.

Η αγαπημένη μου σειρά ήταν Το μικρό σπίτι στο λιβάδι. Δεν την έχανα ποτέ. Με συγκινούσε αυτή η απλή ζωή, η αγάπη και η ενότητα της οικογένειας. Οι γονείς που αγαπούσαν τα παιδιά τους, τα στήριζαν, κουβέντιαζαν, έλυναν τα προβλήματά τους με αγκαλιές και κουβέντα. Ήταν το δικό μου όνειρο αυτό. «Τέτοια οικογένεια θέλω να κάνω όταν μεγαλώσω», έλεγα στις φίλες μου.

Κι η δική μας οικογένεια ήταν αγαπημένη. Οι γονείς μου εργάζονταν σκληρά, δεν μας έλειψε ποτέ τίποτα. Φαγητό, ρούχα, ζέστη, χαμόγελα, όλα τα είχαμε. Η μάνα μας, μας μάθαινε να σεβόμαστε, να μη γελάμε με τα ελαττώματα των άλλων, να μην κλέβουμε, να μη χτυπάμε. «Αν κάνετε καμιά ζαβολιά και μου το πουν, θα γίνει χαμός», μας έλεγε. Κι εμείς ρωτούσαμε: «Κι αν μας χτυπήσουν εμάς;» – «Θα το πείτε σε μένα ή στη δασκάλα σας».

Μα εγώ, ήμουν λίγο ζωηρή. Αν με αδικούσαν, δεν το άφηνα έτσι. Έριχνα και καμιά... ψιλή. Μετά δεν με πείραζαν. Ήξεραν ότι δεν χαριζόμουν.

Όμως η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που πήρα από τους γονείς μου δεν ήταν ούτε το λουκούμι του πατέρα ούτε οι τηλεοπτικές σειρές. Ήταν οι αρχές τους. Οι συμβουλές τους. Η καθημερινή τους στάση. Ήταν οι πρώτοι μου δάσκαλοι. Κι όπως περνούν τα χρόνια, όσο μεγαλώνω, τόσο πιο βαθιά καταλαβαίνω το μέγεθος αυτής της κληρονομιάς.

Σήμερα, όταν ακούω το γνώριμο ήχο του κουτιού που ανοίγει, θυμάμαι εκείνο το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ στην αυλή του καφεπαντοπωλείου. Τότε που όλο το χωριό έγινε μια αγκαλιά γύρω από μια μικρή, ασπρόμαυρη τηλεόραση.

Και συγκινούμαι. Γιατί θυμάμαι πως κάποτε, η εικόνα δεν ήταν μόνο ό,τι έβλεπες στο γυαλί, αλλά ό,τι ένιωθες στη ψυχή.

Το τσέρκι

 

Κάποτε, πριν από τις οθόνες και τους ήχους που έρχονται από μακριά, υπήρχε ένα παιχνίδι απλό, ένα μεταλλικό στεφάνι από παλιό βαρέλι, κι ένα παιδί που έτρεχε δίπλα του. Το έλεγαν τσέρκι. Δεν είχε χρώματα ούτε μηχανισμούς, δεν ήθελε μπαταρίες. Μόνο δυο χέρια κι ένα μικρό κομμάτι σύρμα, την τσιβέτα, που έδινε στο στεφάνι κατεύθυνση, ρυθμό και φόρα.

Κι ωστόσο, μέσα σε αυτό το λιτό παιχνίδι κρυβόταν μια ολόκληρη φιλοσοφία. Το τσέρκι ήταν ένας τροχός που κυλούσε μπροστά, κι ένα παιδί που προσπαθούσε να το κρατήσει όρθιο, έτσι όπως προσπαθούμε όλοι να κρατήσουμε όρθια τα πράγματα που αγαπούμε στον κόσμο. Ένα μικρό λάθος, μια ανισορροπία, κι ο τροχός έγερνε, έπεφτε. Μα το παιδί ξαναδοκίμαζε. Και πάλι. Και πάλι.

Αυτή η επανάληψη, το συνεχές πρόσταγμα της κίνησης, γεννούσε μια μορφή σιωπηλής πειθαρχίας. Το τσέρκι δεν συγχωρούσε την αφηρημάδα. Ήσουν μαζί του ή το έχανες. Έπρεπε να βλέπεις μπροστά, να αφουγκράζεσαι το έδαφος, να νιώθεις τη δόνηση του μετάλλου στη συρμάτινη τσιβέτα. Κι ίσως, μέσα από αυτό, ένα παιδί μάθαινε, χωρίς κανείς να του το διδάξει, πως η ζωή προχωράει μόνο όταν την ακολουθείς με προσοχή και τρυφερή αποφασιστικότητα.

Υπήρχε κι ένα άλλο μυστικό στο τσέρκι, ο κόσμος γινόταν δρόμος. Γι’ αυτό και το παιδί δεν έπαιζε απλώς, ταξίδευε. Περνούσε στις ανηφόρες, στις στροφές, στις σκόνες των χωματόδρομων, κι ο τροχός άφηνε μια αχνή γραμμή, σαν στιγμιαίο ίχνος που σβήνεται μόλις φυσήξει λίγο αέρα. Έτσι κυλάει και ο χρόνος. Κυλά, χάνεται, κι όμως κάτι μένει, η μνήμη της κίνησης.

Σήμερα, ίσως να μη βλέπεις παιδιά με τσέρκια. Μα αν κλείσεις τα μάτια και σκεφτείς τον στενό δρόμο ενός χωριού, θα ακούσεις ακόμα τον μεταλλικό ήχο - τακ, τακ, τακ - και ένα γέλιο να τον συνοδεύει. Είναι εκείνα τα παλιά παιχνίδια που μας θυμίζουν πως η χαρά δεν βρίσκεται στα πράγματα, μα στο πώς τα κυλάμε μπροστά. Στο πώς τρέχουμε πλάι τους, κρατώντας για όσο μπορούμε την ισορροπία.

Κι ίσως, τελικά, κι εμείς οι ίδιοι να είμαστε λίγο σαν το τσέρκι, ένας κύκλος που θέλει μια μικρή ώθηση, ένα άγγιγμα, για να συνεχίσει την πορεία του.



επικοινωνιστε μαζι μας