Τον χειμώνα, όταν ο κόσμος μικραίνει και η μέρα μαζεύεται νωρίς γύρω από τη φωτιά, η ομορφιά μας ψιθυρίζει. Είναι εκεί, στα πιο ταπεινά πράγματα. Στη φλόγα που τρεμοπαίζει χωρίς βιασύνη, στο ψωμί που κόβεται με το χέρι, στο κρασί που κοκκινίζει το ποτήρι και τη σκέψη.
Μια στάμνα πλεγμένη πρόχειρα, σαν να την έφτιαξε ο
χρόνος κι όχι άνθρωπος. Λίγες ελιές, πικρές και γυαλιστερές, χόρτα βρασμένα,
τυρί λευκό σαν το πρώτο φως. Τίποτα περιττό. Κι όμως, όλα είναι αρκετά. Γιατί η
αφθονία δεν κατοικεί στο πλήθος, αλλά στη συμφιλίωση με το λίγο.
Η φωτιά δεν ζεσταίνει μόνο το σώμα, ζεσταίνει τη
μνήμη. Φέρνει κοντά όσα ο χειμώνας χωρίζει. Κάνει το απλό να μοιάζει γιορτή και
το καθημερινό να αποκτά νόημα. Εκεί, μπροστά στη χόβολη, μαθαίνεις ξανά να
βλέπεις. Να χαίρεσαι χωρίς θόρυβο. Να ευγνωμονείς χωρίς λόγια.
