Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Η ζεστασιά των παλιών καιρών

 

Η σόμπα στέκει στη μέση του δωματίου σαν ήρεμος φρουρός του χρόνου. Το μαντεμένιο της σώμα, σημαδεμένο από παλιές φωτιές και χειμώνες αλλοτινούς, κρατά ακόμη ζεστή την ανάσα του σπιτιού. Γύρω της, οι τοίχοι φορτωμένοι με κάδρα – πρόσωπα ξεθωριασμένα, τοπία με βουνά και θάλασσες, στιγμές που πάγωσαν μέσα σε κορνίζες – μοιάζουν να ακούν. Σαν να έχουν κι αυτά αυτιά, να αφουγκράζονται το κουβεντολόγι των δύο γερόντων που κάθονται αντικριστά.

Ο ένας με το χέρι στο πηγούνι, συλλογισμένος. Ο άλλος με το κασκέτο, το χέρι υψωμένο ελαφρά, σαν να βάζει τελεία σε μια πρόταση που δεν θέλει να τελειώσει. Η κουβέντα τους δεν είναι βιαστική, δεν έχει τον σπασμό της επικαιρότητας ούτε τη φασαρία της πόλης. Είναι κουβέντα που ωρίμασε μέσα σε χρόνια ιδρώτα, απώλειας, χαράς και πείσματος.

Μιλούν ίσως για τα παλιά. Για τα χωράφια που δούλεψαν με τα χέρια τους, για τις σοδειές που άλλοτε ευλόγησε κι άλλοτε πίκρανε ο καιρός. Μιλούν για ανθρώπους που «ήταν αλλιώς τότε», για γειτονιές που δεν κλείδωναν, για γάμους που κρατούσαν μια ζωή όχι από συνήθεια, μα από ανάγκη και υπομονή. Κάθε τους φράση κουβαλά ένα μικρό κομμάτι ιστορίας, όχι της μεγάλης, αυτής που γράφεται στα βιβλία, αλλά της ταπεινής, της καθημερινής, που γράφεται πάνω στις ρυτίδες.

Η σόμπα τρίζει ελαφρά. Σαν να συμφωνεί. Σαν να θυμάται κι εκείνη χειμώνες βαρείς, τότε που όλη η οικογένεια μαζευόταν γύρω της. Παιδιά ξυπόλυτα, γυναίκες με ποδιές, άντρες κουρασμένοι από το μεροκάματο. Εκεί πλάι στη φωτιά λύνονταν διαφορές, γεννιούνταν όνειρα, παίρνονταν αποφάσεις. Η φωτιά δεν ζέσταινε μόνο το σώμα, έλιωνε τον εγωισμό, μαλάκωνε τη φωνή, έφερνε τους ανθρώπους πιο κοντά.

Σήμερα οι δύο ηλικιωμένοι δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Οι παύσεις τους είναι γεμάτες νόημα. Έχουν μάθει πως η σιωπή δεν είναι κενό, είναι τόπος κατοίκησης. Εκεί μέσα φωλιάζουν όσα δεν λέγονται εύκολα: οι φίλοι που έφυγαν, τα αδέλφια που σκορπίστηκαν, οι εποχές που άλλαξαν χωρίς να ρωτήσουν κανέναν.

Κι όμως, μέσα στη γαλήνη αυτή δεν υπάρχει πίκρα. Υπάρχει αποδοχή. Σαν να ξέρουν πως ο χρόνος δεν είναι εχθρός αλλά σύντροφος αυστηρός. Τους σμίλεψε, τους δοκίμασε, τους στέρησε, μα τους χάρισε και το προνόμιο της μνήμης. Και η μνήμη, όταν μοιράζεται, γίνεται παρηγοριά.

Το σπίτι, με τα ξύλινα τοιχώματα και τα παλιά καθίσματα, δεν είναι απλώς χώρος. Είναι κιβωτός. Κρατά μέσα του τις ανάσες όσων έζησαν εδώ. Κάθε κάδρο στον τοίχο είναι μια υπενθύμιση πως ο άνθρωπος επιθυμεί να νικήσει τη φθορά, να αφήσει ένα ίχνος. Κι ίσως τελικά το ίχνος να μην είναι η φωτογραφία, αλλά η κουβέντα γύρω από τη σόμπα.

Δύο γέροντες μιλούν. Ο κόσμος έξω τρέχει. Μα εδώ ο χρόνος έχει άλλον ρυθμό. Μετριέται με το τσίκνισμα του ξύλου, με το ανασήκωμα του χεριού, με το βλέμμα που συναντά ένα άλλο βλέμμα και αναγνωρίζει: «Τα ζήσαμε μαζί».

Κι ίσως αυτό να είναι το πιο μεγάλο προνόμιο των ανθρώπων της ηλικίας τους. Όχι πως θυμούνται τα πάντα, αλλά πως μπορούν να τα αφηγηθούν. Να κάνουν τη ζωή λόγο. Να κάνουν τον χειμώνα ιστορία. Να κρατούν τη φωτιά αναμμένη, όχι μόνο στη σόμπα, αλλά και στην καρδιά του σπιτιού.


επικοινωνιστε μαζι μας