Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Στις παρυφές της εορταστικής χαράς

 

Η μελαγχολία των εορτών δεν είναι ένα παράδοξο, είναι η σκιά που γεννιέται όταν το φως γίνεται υπερβολικά δυνατό. Όσο οι πόλεις στολίζονται, όσο τα σπίτια γεμίζουν φωνές και μουσικές, τόσο πιο έντονα αναδύεται μέσα σε πολλούς ανθρώπους εκείνο το αδιόρατο, αλλά γνώριμο βάρος, μια αίσθηση ότι κάτι λείπει, ότι κάτι δεν πετύχαμε, ότι δεν είμαστε «όπως θα έπρεπε».

Οι γιορτές κουβαλούν έναν σιωπηλό μύθο, τον μύθο της τέλειας ζωής. Μιας ζωής με ευτυχισμένες οικογένειες γύρω από τραπέζια, με επιτυχημένες πορείες, με αγάπες αμοιβαίες, με σπίτια γεμάτα θέρμη και βεβαιότητες. Πρόκειται για ένα φαντασιακό απόλυτο, ένα χρυσωμένο κάδρο όπου οι άλλοι -ή η εικόνα των άλλων- μοιάζουν πάντοτε περισσότερο πλήρεις από εμάς. Οι άνθρωποι συγκρίνουν τον εαυτό τους με αυτό το ιδεατό, λες και η ανθρώπινη ψυχή οφείλει να χωρέσει σε έναν κανόνα που δεν την υπολόγισε ποτέ.

Έτσι γεννιέται το αίσθημα μειονεξίας, όχι από την πραγματικότητα, αλλά από τη σύγκριση με ένα άπιαστο σενάριο. Δεν μας πληγώνει η ζωή μας, αλλά η ζωή που θα έπρεπε να έχουμε σύμφωνα με μια αόρατη σύμβαση. Οι γιορτές, με τη λάμψη και τη θορυβώδη χαρά τους, λειτουργούν σαν καθρέφτης που μεγεθύνει τις ρωγμές μας.

Κι όμως, η μελαγχολία των εορτών κρύβει και μια βαθύτερη αλήθεια. Μας θυμίζει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι γραμμική ούτε συνεχώς ανοδική, κυλά σε κύκλους, άλλοτε φωτεινούς, άλλοτε θαμπωμένους. Μας δείχνει πως η αυθεντική σύνδεση με τον εαυτό μας δεν γεννιέται από την επίτευξη, αλλά από την αποδοχή. Από την τρυφερότητα προς τις ατέλειες και τις ήττες μας. Από την αναγνώριση ότι η ευτυχία δεν είναι μια σταθερή κατάσταση, αλλά μια στιγμιαία αναλαμπή ανάμεσα σε μέρες κοινές και ανθρώπινες.

Ίσως, λοιπόν, η μελαγχολία των εορτών να μην είναι εχθρός, αλλά δάσκαλος. Να μας δείχνει ότι κάτω από τα φώτα και τα στολίδια υπάρχει ένας τόπος πιο αληθινός, εκεί όπου η ανθρώπινη καρδιά ζητά απλώς να γίνει δεκτή όπως είναι. Και εκεί, μέσα σε αυτή την ήσυχη αποδοχή, ίσως να γεννιέται μια άλλη μορφή γιορτής, λιγότερο λαμπερή, μα πιο αληθινή.


ΚΩΝΟΣ

 

«Τι κάθεσαι; Έλα να με κατοικήσεις», μου φώναξε ο συνεπτυγμένος και πυκνόφυλλος δέντρινος κώνος.

«Κι εσύ, μα τι είσαι εσύ, δέντρο»; τον ρώτησα.

«Πολλά δέντρα μαζί σαν ένα», μου απάντησε. Και συνέχισε να με προσκαλεί.

«Έλα κι εσύ να γεμίσεις τα σπλάγχνα μου, επειδή πολλές φωλιές αηδονιών επιπολάζουν στο εσωτερικό μου, τρυποφράχτες ανοίγουν μονοπάτια μέσα στα πυκνά φυλλώματά μου, σπουργίτια φλύαρα και μελισσουργοί μπαινοβγαίνουν στις οπές μου, πεταλούδες αχνές διέρχονται την αύρα μου και ο άνεμος, μη μπορώντας να αποκωδικοποιήσει τα μυστικά των ψιθύρων μου με περιτριγυρίζει συνεχώς και προσπαθεί να εκμαιεύσει τις μαρτυρίες μου».

Άρχισα να σκέφτομαι αν πρέπει κι εγώ, έστω για λίγο, να κατοικήσω στις φωλιές του κώνου, να μάθω τη γλώσσα της πράσινης αλήθειας του και να εναρμονιστώ με την υψιπετή χλωροφύλλη.

Στέκομαι μπροστά του και είναι σαν να προσεύχομαι σ’ αυτόν. Ώσμωση.

Του Ηλία Κεφάλα


επικοινωνιστε μαζι μας