Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

ΤΟΠΟΙ ΑΠΟΓΕΙΩΤΙΚΟΙ


Ένα αξιόλογο κείμενο του Ποιητή Ηλία Κεφάλα δημοσιευμένο
 στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» της 6-8/4/2018.

Η φωτογραφία πρόσφατη, στην χρονική απόσταση μιας εικοσαετίας περίπου, εστιάζει στον ἄξονα ενός επιμήκους βράχου σὲ παρατεταμένη στιγμή απογείωσης. Ο γρανίτης κοιτάζει κατευθείαν στην καρδιά του ουρανού και παρασύρει στην κίνησή του αυτή και το εκστασιασμένο βλέμμα. Ο χρόνος και ο τόπος στρεβλώνονται παθητικά, για να εξαφανίσουν κάθε τι το συγκεκριμένο και να το μεταβάλλουν σε μόριο μιάς αόριστης μεταλλαγής. Η πέτρα γίνεται ένας διαχρονικός μαγνήτης για να ελκύει αενάως. Να αιχμαλωτίζει. Έρχομαι ξανά και ξανά στον τόπο αυτόν και καθώς επανέρχομαι είναι σαν να μην έφυγα ποτέ. Εδώ μικρός μαθητής, εδώ έφηβος, εδώ φοιτητής, εδώ και ενήλικας συνδεδεμένος με την διαρκή αναζήτηση, με την διαρκή απορία. Επειδή εδώ κονταροχτυπιέμαι πάντα με τον τρόμο του κενού.
Βαδίζω στα ριζά, στα σχίνα και τα αρχαία θαλασσινά χαλίκια, στο σκοτάδι των σκιασμένων ατραπών. Τι γύρευαν οι πρώτοι άνθρωποι που ήλθαν εδώ και κατέφυγαν πρώτα στις στενές εσοχές κι ύστερα στις κεφαλές των πέτρινων στηλών; Τι γύρευαν, κοιτάζοντας ψηλά; Η απάντηση όσο απλοϊκή κι αν φαίνεται, άλλο τόσο είναι και αληθινή: Μα δεν γύρευαν τίποτα περισσότερο πέρα από αυτό που δείχνουν οι συμπαγείς όγκοι: τον ουρανό.
Υπέρβαση, λοιπόν, μια συνεχής ανάβαση και μια ανασυγκρότηση του είναι σε κάτι το πολύ υψηλό και άπιαστο.
Κάτω στα φιδόσυρτα μονοπάτια οι μοναχοί γίνονται κοινοί άνθρωποι: Διαβάζουμε στις φυλλάδες των ντόπιων και ξένων περιηγητών ότι εκεί χαμηλά ζούσαν και ατακτούσαν σαν μικρά παιδιά, με κλεψιές και καυγάδες. Καλλιεργούσαν μικρούς κήπους, ζήλευαν την σοδειά του γείτονα, πείσμωναν ζηλόφθονα και χαλούσε ο ένας τα φτενά αργοτεμάχια του άλλου. Όμως όταν γύριζαν στους ναούς, τα ξεχνούσαν όλα, φίλιωναν γρήγορα και κοίταζαν ψηλά. Επειδή βρίσκονταν ήδη ψηλά, εκεί στα ανώτερα στρώματα του αιθέρα.
Ο τόπος προσφέρεται για παντός είδους ψηλαφήσεις και αναδιφήσεις. Θυμάμαι τον Βλάση Γαβριηλίδη στα κείμενά του της πάλαι ποτέ κραταιάς “Ακροπόλεως” να προτρέπει τους αναγνώστες του: επισκεφθείτε τους βράχους υπό βροχήν για να νιώσετε το ρίγος της πραγματικής συγκίνησης. Τότε που η ομίχλη σκεπάζει τα γρανιτένια τους βάθρα και τα λίθινα αναστήματά τους αιωρούνται και γίνονται πραγματικά μετέωρα. Τότε που τα μικρά ρυάκια του βρόχινου νερού κατρακυλούν μουρμουρίζοντας αιθέριες καταβασίες. Ή ακολουθείστε το βλέμμα του Κώστα Μπαλάφα, όταν απαθανατίζει με τον φακό του τα κυκλοτερή χιονισμένα μονοπάτια σε σκληρές αντιθέσεις με τους μελανείμονας μοναχούς.
Υπέρβαση ξανά. Δηλαδή πορεία πάνω από το βατό. Στους δρόμους του ποικιλότροπου μυστικισμού. Αλλά σκέφτομαι συνεχώς και αναρωτιέμαι για το πόσο υπερβατικός μπορεί να γίνει ή μπορεί να επιθυμίσει να γίνει σήμερα ο άνθρωπος. Η καθημερινότητά μας με τα αναρίθμητα προβλήματα επιβίωσης σηκώνει τέτοιες πνευματικές πολυτέλειες; Τις επιτρέπει ηθικά; Ποιο είναι το πρώτιστο σήμερα; Να απογειωθεί κανείς για να σώσει με τον οποιοδήποτε τρόπο την ψυχή του ή να προσγειωθεί για να σώσει την ψυχή και το σώμα του διπλανού του; 

επικοινωνιστε μαζι μας