Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019

Λέξεις του τόπου μας, από το Γλωσσάρι Ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής. ΣΙΓΜΑ




Του Ευαγγέλου Στάθη Φιλολόγου
Συνεχίζοντας την παρουσίαση μέρους από το λεκτικό – γλωσσολαογραφικό υλικό που αφορά τον τόπο μας, και το οποίο έχει καταγραφεί στο βιβλίο μου με τίτλο: «Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής», γίνεται μια επιλογή λέξεων που αρχίζουν από το γράμμα (Σ) και παρουσιάζονται παρακάτω με αλφαβητική σειρά:




σαϊάς  η αρσ. ουσ.  πληθ. οι σαϊάδις και τα σαϊάδγια· μέρος της καραγκούνικης στολής· ήταν λινό πανοφόρι που φοριόταν πάνω από το κάμψο (το πουκάμισο): άντι, καραγκούνα, καραγκούνα, μι σαϊά κι μι σιγκούνα (από δημοτ. χορευτ. τραγ.)                           
σακαή  η θηλ. ουσ.  ασθένεια αλόγων και γαϊδουριών· πληγιάζει η μούρη και το στόμα τους και δυσκολεύονται να φάνε: σακαή κακιά να σι μάσει (σε στιγμές κατάρας)
σαμάρι   του ουδ. ουσ. το σαμάρι, το σάγμα· εξάρτημα που τοποθετείται στη ράχη των ιπποειδών (αλόγων, μουλαριών, γαϊδουριών) και χρησιμοποιείται ως κάθισμα για τον αναβάτη ή ως βάση για τη φόρτωση διάφορων αντικειμένων: φταίει του γουμάρι  κι βαρείς του σαμάρι; (κακή εκτίμηση για το ποιος φταίει) – κλαίει  κλαίει  του γουμάρι, θέλει σέλα κι σαμάρι (στιχ. από παιδικό τραγουδάκι σε παιχνίδι) 2) μεταφ. τα χαμηλά καμπύλα εξογκώματα της ασφάλτου που εμποδίζουν τα αυτοκίνητα να αναπτύξουν ταχύτητα: πρόσιχι, έχει  σαμάργια η δρόμους  3) μεταφ. σαμάρι λέγεται και το σκαφιδωτό μέρος του στήθους της κότας (λόγω του σχήματος): ιμένα δε μεαρέσει του μπούτι, βάλι μι λίγου σαμάρι 4) στη φράση: ισύ πιδάκι μ’ θελτς σαμάρι (για άνθρωπο ξεδιάντροπο)
σάματι  επίρρ. και σάμα και σάματις  1) μήπως· σε ερώτηση στην οποία αναμένεται ή εννοείται αρνητική απάντηση: σάμα δούλιψι καθόλου, τέτχοιους τιμπέλτς απού’νι; – σάματι έφτιγα ιγώ;  2) σαν, σαν να: σάματι σι πήρι λίγου του μάτι μ’ ιχτέ (σαν να σε είδα χθες)
σαούρι  του ουδ. ουσ.  πληθ. τα σαούργια  1) για πρόβατα  αδύνατα, ισχνά, κακκαλιάρικα: εχς πρόβατα; έχου κάτι  σαούργια ιδώ  2) για άνθρωπο  πολύ γέρος, γεροκούσελο: βρε, του σαούρι  ικατό (εκατό) χρουνών κι να τό’χει  τιτρακόσια;
σαρεά  η θηλ. ουσ.  1) η λιπαρή ουσία, η λέρα που έχουν τα μαλλιά των αιγοπροβάτων  2) το λερωμένο νερό που απομένει από το πρώτο πλύσιμο σε βραστό νερό του πρόβειου μαλλιού (του ποκαριού)· το νερό αυτό το χρησιμοποιούσαν για το πλύσιμο χοντρών σκούτινων ρούχων· με σαρεά και λουλάκι μαζί έβαφαν χοντρά πλεχτά και αργαλίσια υφάσματα
σαρκιρός  επίθ. η σαρκιρός η σαρκιρεά του σαρκιρό· αυτός που έχει γερή σάρκα, γερούς μύες: πουλύ σαρκιρός, ούλουν τουν χειμώνα χουρίς παλτό, ντιπ δεν κρυώνει  2) για φρούτα ή και για άλλους καρπούς: σαρκιρά ρουδάκινα (μεστά και χυμώδη) – σαρκιρές κουκόσις (καρύδια ψωμωμένα)
σαρμάντσα  η  θηλ. ουσ.  1) η σαρμανίτσα, η κούνια για τα μωρά  2) μεταφ. θέλεις στην κούνια σ’, Χάϊδω μ’, βάλι μι, θέλεις στη σαρμανίτσα…κι γω σι λέου δε μπορώ… (από δημοτ. χορ. τραγ. λέγεται σκωπτικά για γέρο κι ανήμπορο)
σβαγκανάω  ρ. μεταβ. προστ. σβαγκάνα, αόρ. σβαγκάντσα  1) χτυπώ με δύναμη, σβουρίζω: για σβαγκάνα τουν μία να ιδεί, θα του ξανακάνει; 2) σβαγκάνα τουν πααίνει  τουν κώλου (κινείται γρήγορα πέρα δώθε)
σβάρνα  η θηλ. ουσ.  ξύλινο γεωργικό εργαλείο πλεγμένο με ξύλινες βέργες, το οποίο σέρνουν τα καματερά στο χωράφι για την ισοπέδωση του εδάφους μετά το όργωμα  2) στις φράσεις τς παίρνει  ούλοι  σβάρνα (τους επισκέπτεται διαδοχικά ή τους παίρνει όλους η μπόρα) – τό’χει σβάρνα του σπίτι (άνω κάτω) – πιρπατάει σβάρνα σβάρνα (σέρνοντας τα πόδια του στο έδαφος)
σβαρνιάρς  επίθ. και σβαρνιάρκους  η σβαρνιάρς η σβαρνιάρα του σβαρνιάρκου· ο απεριποίητος, ο ανοικοκύρευτος: αυτήν θα παρς γναίκα; αυτήν τη σβαρνιάρα που τά’χει  ούλα σβάρνα σπίτι τς ; – σβαρνιάρκις δλειες δε θέλου ’γω
σβιντζούρι   επίρρ.  γρήγορα, σβέλτα: άξια γναίκα, σβιντζούρι  τς κάνει  τς δλειες
σβιρκεά  η θηλ. ουσ.  η σβερκιά, η σφαλιάρα: τουν δίνει  νια σβιρκεά του γαμπρό η πιθιρός τ’ στη νηκκλησιά, ικεί που τουν ιφκιόταν, λύτχαν ούλοι  στα γέλια
σβόϊρας  η αρσ. ουσ.  1) ο κοντόσωμος, ο κοντοστούπης: πού τουν βρήκι αυτόν τουν σβόϊρα κι τουν παντρεύκι;  2) στη φράση βρε του σβόϊρα πόσα ξέρει! (χαϊδευτικά σε μικρό παιδάκι)

επικοινωνιστε μαζι μας