Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Ταχυδρομικός διανομέας



Με τους όρους αγγελιαφόρος, κομιστής μηνυμάτων, φτερωτός Ερμής, ταχυδρομικός διανομέας, ή απλά Ταχυδρόμος, ορίζεται ο ταχυδρομικός υπάλληλος που λαμβάνει, μεταφέρει και διένειμε την αλληλογραφία.
Γνώριμη φιγούρα, που αγαπήθηκε, παλιότερα, καθολικά σε ολόκληρη την Ελλάδα, ξεμύτιζε από το βάθος της στράτας και έφερνε την χαρά και την ελπίδα με τα νέα που κουβαλούσε.
Αλήθεια όμως πως ήταν παλιά οι ταχυδρόμοι; Πως μετέφεραν τα γράμματα; 

Τους αποκαλούσαν αγροτικούς διανομείς και ήταν πραγματικά ήρωες γιατί μέσα από αντίξοες συνθήκες προσπαθούσαν να κάνουν το καθήκον τους.


Μια συλλογή φωτογραφιών και μια αναφορά στους παλιούς ταχυδρόμους μας ξαναθυμίζει την πιο συμπαθητική μορφή των αναμνήσεών μας.
Εχέμυθος και συνεπής με το λειτούργημά του, έρχονταν σε άμεση επαφή και δένονταν συναισθηματικά με την κάθε οικογένεια, τόσο στις χαρές, όσο και στις λύπες της ζωής.
Αντίκριζε μάτια βουρκωμένα, έρχονταν καθημερινά σε επαφή με την λαχτάρα και τον πόθο του νόστου. Έκανε τον παρηγορητή λέγοντας δυο λόγια ελπίδας για να απαλύνει τον πόνο.
Αντιμέτωπος με ταλαιπωρίες και κινδύνους, πότε διάβαινε λασπωμένους και κακοτράχαλους δρόμους, πότε μέσα στα κρύα, πότε στις ανυπόφορες ζέστες προσηλωμένος στο καθήκον να μεταφέρει το άγγελμα.
Η στολή του είχε χρώμα ανοιχτό γκρι και στη κεφαλή φορούσε πηλίκιο.
Φορτωμένος με την ταχυδρομική του τσάντα, που κρεμούσε μπροστά στο στήθος ή στην πλάτη του, κατέφθανε στο χωριό πότε με άλογο, πότε με ποδήλατο, πότε με μηχανάκι, πότε με αυτοκίνητο μα, ποτέ χωρίς χαμπέρια…



«Διορίστηκα στις 4 Σεπτεμβρίου του 1951 και υπηρέτησα ως αγροτικός διανομέας μέχρι το 1985. Το ’50 και το ’60 ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. Δεν υπήρχε ούτε δρόμος ούτε γεφύρι. Πιανόμουν από τα πλατάνια, για να περάσω από το ποτάμι. Διέσχιζα 75 χιλιόμετρα την ημέρα, πότε με το μουλάρι -εάν είχε καλό καιρό- πότε με τα πόδια. Μες στο καταχείμωνο, που το χιόνι έφτανε στο ένα μέτρο, έπρεπε να περπατήσω μεγάλες αποστάσεις, για να πάω τα γράμματα και τις επιταγές στα νοικοκυριά.
Με περίμεναν σαν τον Μεσσία. Χαρμόσυνες και δυσάρεστες ειδήσεις, όλες συγκεντρωμένες μέσα στο τσαντάκι μου, τις μετέφερα από πόρτα σε πόρτα. Με αγωνία και μάτια βουρκωμένα -πολλές φορές- όλοι περίμεναν ένα γράμμα»,
 

επικοινωνιστε μαζι μας