Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Καλή Πρωτοχρονιά σε όλους!

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Καθώς πλησιάζει η Πρωτοχρονιά, το σπίτι ντύνεται ξανά με φως. Μα φέτος, ανάμεσα στα χρυσά στολίδια και στα λαμπιόνια που τρεμοπαίζουν, ανακαλύπτω πως υπάρχει στ’ αλήθεια ένας Άγιος Βασίλης, ένας άγιος που δεν κατεβαίνει από καμινάδες, μα έρχεται αθόρυβα, τη στιγμή που η ζωή αποφασίζει να χαρίσει δυο νέες ανάσες στον κόσμο.

Μπροστά μου, δύο μικρά πλάσματα φωτίζουν το δωμάτιο περισσότερο κι από το στολισμένο δέντρο. Το ένα, όρθιο, αφήνει το βλέμμα του να χαθεί μέσα στις μπάλες που καθρεφτίζουν το θαύμα της παιδικής απορίας. Το άλλο, τυλιγμένο σε μια ροζ κουβέρτα, κοιτάζει τα φώτα σαν να είναι οι πρώτες του χρυσές νιφάδες στον κόσμο.

Και μέσα σ’ αυτή τη γλυκιά σιωπή, νιώθω πως η αληθινή Πρωτοχρονιά αρχίζει από εδώ, από ένα παιδικό βλέμμα που αγγίζει το φως, από μια μικροσκοπική καρδιά που χτυπά μέσα στη ζεστασιά της αγάπης.

Φέτος, ο Άγιος Βασίλης μού έφερε τα μεγαλύτερα δώρα. Δεν είναι παιχνίδια, δεν είναι αντικείμενα. Μου έφερε δύο θαύματα που ανασαίνουν. Δύο εγγόνια που ξαναγράφουν μέσα μου την έννοια της χαράς, της συνέχειας, της τρυφερότητας.

Και τότε καταλαβαίνω. Το θαύμα της ζωής δεν είναι μακρινό, φωλιάζει μέσα σε δύο μικρά χέρια, σε δύο φωνές που ακόμη ψιθυρίζουν τον κόσμο. Φωλιάζει σε μια αγάπη που κυλά σαν φως από γενιά σε γενιά, ανάβοντας κάθε φορά ένα νέο κερί.

Κι εγώ, μπροστά σε αυτό το φως, νιώθω μόνο ευγνωμοσύνη,
τόση που χωράει όλες τις Πρωτοχρονιές του κόσμου.

Καλή Πρωτοχρονιά σε όλους!



Έξω από τα αποδυτήρια

 

Μια φωτογραφία αξιώσεων, με  καλλιτεχνική λήψη που δεν φωνάζει, απλά ψιθυρίζει, είναι αυτή που ένας άνθρωπος κάθεται μόνος, όχι όμως εγκαταλελειμμένος. Το σώμα του ακουμπά στη βαρύτητα του χρόνου, μα το βλέμμα του, κρυμμένο πίσω από τα γυαλιά, μοιάζει να έχει συμφιλιωθεί με όσα πέρασαν και με όσα δεν θα ’ρθουν.

Ο Γιώργος Ριζαργιώτης δεν ποζάρει, παρίσταται, κάθεται μπροστά στα αποδυτήρια του γηπέδου, σε μια καρέκλα που γνωρίζει καλά το σώμα του. Από εδώ έχει περάσει αμέτρητες φορές, όρθιος, ανήσυχος, με το βλέμμα καρφωμένο στον αγωνιστικό χώρο, άλλοτε με φωνή δυνατή, άλλοτε με σιωπή βαριά. Τώρα κάθεται. Παρακολουθεί.

Στο γήπεδο Βαλτινού διεξάγεται ποδοσφαιρικός αγώνας. Τα βήματα δεν είναι πάντα σωστά, οι πάσες συχνά κόβονται, μα η πρόθεση είναι καθαρή. Ο Γιώργος το ξέρει αυτό. Το ξέρει καλύτερα από πολλούς. Ανάβει τσιγάρο, πίνει μια γουλιά καφέ. Ο καπνός ανεβαίνει αργά, όπως ανέβαιναν κάποτε οι σκέψεις του για το πώς στήνεται μια ομάδα, πώς κρατιέται όρθιο ένα σωματείο με λίγα χρήματα και πολλή αγάπη.

Κάποτε ήταν παράγοντας ποδοσφαίρου. Πρόεδρος στον Α.Ο. Βαλτινού. Υπέγραφε χαρτιά, μάλωνε για διαιτησίες, πάλευε με ελλείψεις, με χρέη, με υποσχέσεις που δίνονταν πρόχειρα και ξεχνιούνταν εύκολα. Ήξερε τα αποδυτήρια όχι ως χώρο, αλλά ως ψυχή, τις φωνές πριν τον αγώνα, τις σιωπές μετά την ήττα, τα γέλια μιας απρόσμενης νίκης.

Τώρα κάθεται έξω από αυτά. Δεν μπαίνει. Δεν χρειάζεται. Ό,τι είχε να ζήσει εκεί μέσα, το έζησε. Ο αγώνας κυλά, οι φωνές ακούγονται μακρινές, σαν ανάμνηση που δεν πονά πια. Δεν κρίνει αυστηρά, δεν παρεμβαίνει. Παρακολουθεί με εκείνη τη γνώση που έρχεται όταν έχεις περάσει από την ευθύνη και έχεις επιστρέψει στη χαρά.

Ο Γιώργος δεν είναι πια στο κέντρο των αποφάσεων, μα είναι ακόμη μέσα στο παιχνίδι. Σαν άνθρωπος που έμαθε ότι το ποδόσφαιρο, όπως και η ζωή, δεν ανήκει σε όσους φωνάζουν πιο δυνατά, αλλά σε όσους μπορούν, κάποια στιγμή, να καθίσουν ήσυχα και να δουν. Με καφέ στο χέρι, με καπνό στον αέρα και με μια μνήμη που ξέρει πότε να σωπαίνει.


επικοινωνιστε μαζι μας