Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Η Σιωπή της αγκαλιάς

 

Ο αισθησιακός χορός tango δεν χορεύεται, ψιθυρίζεται.

Γεννήθηκε εκεί όπου η θάλασσα συναντά τη μοναξιά, στα σκοτεινά σοκάκια του λιμανιού, κι από τότε κουβαλά μέσα του τη μνήμη των ανεκπλήρωτων πόθων. Είναι ένας χορός που δεν ζητά να φανερωθεί, αλλά να νιώσει - σαν μια εξομολόγηση που δεν ειπώθηκε ποτέ με λόγια.

Στην αγκαλιά του tango, δύο σώματα πλησιάζουν όσο χρειάζεται για να θυμηθούν ότι κάποτε ήταν ένα. Δεν υπάρχει αρχή ούτε τέλος, μόνο μια συνεχής αναπνοή που γίνεται κοινή, ένας παλμός που συγχρονίζεται σιωπηλά. Ο άνδρας καθοδηγεί, αλλά δεν επιβάλλεται, η γυναίκα ακολουθεί, αλλά δεν υποτάσσεται. Τα πόδια μπλέκονται, απομακρύνονται και ξανασυναντιούνται, σαν να αφηγούνται μια ιστορία έλξης και απόστασης. Τα βήματα δεν είναι βήματα, αλλά ίχνη επιθυμίας πάνω στο πάτωμα - στιγμές που γεννιούνται και χάνονται πριν προλάβουν να ειπωθούν.

Η μουσική ανασαίνει μαζί τους. Το μπαντονεόν θρηνεί και υπόσχεται, σαν καρδιά που ραγίζει και ξαναγεννιέται μέσα στον ίδιο ρυθμό. Κάθε παύση είναι ένα βλέμμα που κρατήθηκε λίγο παραπάνω. Κάθε κίνηση, ένα άγγιγμα που τόλμησε να υπάρξει.

Και μέσα σε αυτή τη λεπτή ισορροπία, ο χρόνος λυγίζει. Οι σκιές μακραίνουν, τα σώματα μπλέκονται, και η επιθυμία παίρνει μορφή χωρίς ποτέ να αποκαλύπτεται πλήρως.

Ο αισθησιασμός του τάγκο δεν βρίσκεται στην υπερβολή, αλλά στη λεπτομέρεια: στο βλέμμα που αποφεύγεται για να δυναμώσει η ένταση, στην ανάσα που συγχρονίζεται, στην ανεπαίσθητη πίεση του χεριού στη μέση. Είναι ένας χορός που μιλά για την επιθυμία χωρίς να την φωνάζει, για την οικειότητα χωρίς να την εκθέτει.


ΤΑΧΑ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΗ

 

Ενθουσιώδης λόφος, ταπεινός φράχτης και μια τσαχπίνα τσαπουρνιά που έχει ντυθεί για γάμο μου κόβουν αίφνης τον περίπατό μου. Ω πες μου του κάμπου άγρια τσαπουρνιά, εσύ που ανίκητη φαντάζεις τάχα χιονισμένη, φορώντας ένα αιχμηρό λευκό σαν μια καρτερική ανάμνηση του χειμώνα. Ναι, πες μου τα μυστικά σου δέντρο αγκαθερό, διάβασε και τραγούδησέ μου τα ημιτόνια του διαφανούς χιτώνα σου. Το δέντρο ολότρεμο και τρυφερό με κοιτάζει και μου λέει: «Είπα να δοξάσω την άνοιξη, να σηκώσω τη σημαία της, γι’ αυτό και πουδραρίστηκα έτσι με τη ζωντάνια της άσπρης άχνης». Η λεύκα, αν και γυμνή, απλώνει τη σκέπη της για να προστατεύσει το διάτρητο νυχτικό της τσαπουρνιάς. Κι εγώ μαζί, γυμνός από μέσα μου, μια ζωή πεφορτισμένος, προσέρχομαι με τις ρήσεις του Παλλαδά στη σκέψη μου: «Γῆς ἐπέβην γυμνός, γυμνὸς θ’ ὑπὸ γαῖαν ἄπειμι, καὶ τί μάτην μοχθῶ γυμνὸς ὁρῶν τὸ τέλος;» Αλίμονο, μπαίνοντας στην καρδιά της άνοιξης, ακόμα δεν μπορώ να απαλλαγώ από τη μελαγχολία της χειμωνιάτικης γυμνότητας και σκέφτομαι τα χειρότερα. 

Του Ηλία Κεφάλα


επικοινωνιστε μαζι μας