Στέκονται
ακίνητοι, σαν να θέλουν να κρατήσουν τον χρόνο από το μανίκι πριν τους ξεφύγει.
Η πέτρα του σχολείου πίσω τους βαριά και σταθερή, σαν μνήμη που δεν
μετακινείται, κι εκείνοι μπροστά της – άνθρωποι της στιγμής, κι όμως έτοιμοι να
γίνουν παρελθόν.
Ο
Νίκος Καλαμπάκας με τη γυναίκα του Δήμητρα και τα παιδιά τους –τον Βαγγέλη και τον Κώστα– στέκονται με μια σοβαρότητα που δεν ταιριάζει στις Απόκριες.
Δίπλα τους ο Γιώργος Καλαμπάκας με τη δική του συντροφιά, τη Στεφανία. Οι μεγάλοι φορούν την
ευθύνη της ζωής στα πρόσωπά τους. Τα ρούχα τους καθαρά, προσεγμένα, σαν να
τιμούν τη στιγμή, σαν να ξέρουν πως η φωτογραφία αυτή δεν είναι απλώς μια
ανάμνηση, αλλά μια απόδειξη ύπαρξης.
Και
όμως, τα παιδιά σπάνε τη σοβαρότητα. Μπροστά, σκυφτά και παιχνιδιάρικα, κρατούν
ψεύτικα όπλα, μιμούμενα έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνουν ακόμη. Είναι Απόκριες
– η γιορτή της μεταμόρφωσης, της άδειας να είσαι κάτι άλλο. Μα ακόμη και στο
παιχνίδι τους υπάρχει μια παράξενη ένταση, σαν να καθρεφτίζεται μέσα τους μια
εποχή που αλλάζει.
Στο
πλάι, ένα παιδί με καουμπόικο καπέλο, ο γιος του Γιώργου, ο Θεόδωρος λίγο πιο μόνος του, χαμένος στον δικό του
ρόλο. Και στο βάθος, σχεδόν διστακτικά, ο μικρός Νίκος Μπαρούτας και ο Γιάννης
Πέτρου εισχωρούν στο κάδρο. Δεν ανήκουν «επισήμως» στη φωτογραφία, κι όμως
είναι εκεί. Όπως συμβαίνει πάντα στη ζωή: οι πιο αυθόρμητες παρουσίες είναι
εκείνες που δίνουν στην εικόνα την αλήθεια της.
Το
1972. Ένα χωριό, ένα σχολείο, λίγες οικογένειες, μια κοινή ανάσα. Κανείς τους
ίσως δεν σκέφτεται ότι αυτή η στιγμή θα επιζήσει όλων τους. Ότι κάποτε, χρόνια
μετά, τα πρόσωπα αυτά θα διαβάζονται σαν χάρτης: ποιος έμεινε, ποιος έφυγε,
ποιος μεγάλωσε, ποιος χάθηκε.
Η
φωτογραφία εκτός από τα πρόσωπα, κρατά και την αμηχανία, τη σιωπηλή περηφάνια,
το παιχνίδι, την περιέργεια των παιδιών στο βάθος. Κρατά έναν κόσμο που δεν
ήξερε ακόμη πόσο γρήγορα θα αλλάξει.
Και
ίσως αυτό είναι το πιο στοχαστικό στοιχείο της: ότι όλοι τους, εκείνη τη
στιγμή, απλώς στέκονται για μια φωτογραφία. Μα στην πραγματικότητα, στέκονται
στο κατώφλι του χρόνου, αφήνοντας πίσω τους ένα ίχνος που θα συνεχίσει να
κοιτάζει εμάς.







