Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Αδέλφια: σχέσεις ζωής



Είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, κι όμως τόσο παράξενο, οι σχέσεις που καθορίζουν πιο πολύ τη ζωή μας είναι αυτές που δεν τις έχουμε επιλέξει: η οικογένειά μας, οι γονείς και τα αδέλφια μας. Δεσμοί αίματος, αλλά και δεσμοί συναισθηματικοί, πολύ δυνατοί, μας συνδέουν μαζί τους. Από αυτές τις σχέσεις ζωής εκείνες που, κατά πάσα πιθανότητα, θα μας συνοδεύουν ώσπου να γεράσουμε είναι οι σχέσεις με τ’ αδέλφια μας. 


Οι αρχαίες τραγωδίες, οι μύθοι και τα παραμύθια είναι γεμάτα από ιστορίες αδελφών που θυσιάζονται ο ένας για τον άλλον ή που καταστρέφουν, σκοτώνουν ο ένας τον άλλον. Αν και στην αληθινή ζωή δεν γίνεται αντιληπτό τέτοιο πάθος, τις αδελφικές σχέσεις, ωστόσο, τις χαρακτηρίζουν - σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό - τα ίδια συναισθήματα: η αγάπη και το μίσος, ή πιο ειδικά η αφοσίωση και η αντιζηλία. Από πού προέρχονται αυτά τα συναισθήματα;


Μία πολύτιμη εμπειρία
Κάθε αδελφική σχέση αρχίζει με ένα πρωτότοκο παιδί, που στην αρχή είναι μόνο του και συνήθως απολαμβάνει απερίσπαστα και απεριόριστα την αγάπη και το ενδιαφέρον των γονιών του. Αυτό είναι χωρίς αμφιβολία ένα καταπληκτικό προνόμιο, που απολαμβάνουν τα πρωτότοκα παιδιά κάθε οικογένειας και το οποίο βέβαια δεν θέλουν καθόλου να χάσουν. Τα πράγματα αλλάζουν από τη στιγμή που το παιδί αρχίζει να διαισθάνεται την εγκυμοσύνη της μητέρας του, και συνεχίζουν να αλλάζουν και μετά τη γέννηση του καινούργιου μωρού. Αυτό το καινούργιο πλάσμα, που πραγματικά εισβάλλει με τρόπο ιδιαίτερα δυναμικό και απαιτητικό στη ζωή της οικογένειας και το οποίο όλοι ονομάζουν τρυφερά και χαϊδευτικά «το αδελφάκι σου», γίνεται πολύ συχνά αντικείμενο πραγματικού μίσους. 

«Το χωραφάκι» Διήγημα της Λίλιας Τσούβα



Πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα και το χωραφάκι έσφυζε από ζωή. Μαζεύονταν εκεί παιδιά απ’ όλη τη «Μπάρα». Μια μεγάλη αλάνα από χώμα, στην ανατολική πλευρά της πόλης.
Δίπλα εκτείνονταν το Βαρούσι, η αρχοντογειτονιά των Τρικάλων. Έμποροι και βιοτέχνες είχαν χτίσει εκεί τα σπίτια τους, λίγα μόλις μέτρα μακριά από το Ασκληπιείο, κοντά στο ποτάμι. Σπίτια παραδοσιακά, με σαχνισιά, αλλά και νεοκλασικά, αποτέλεσμα της οικονομικής άνθησης της περιοχής τον περασμένο αιώνα. Από ψηλά το ρολόι να μετρά ακούραστα την ιστορία της πόλης.
Όταν έπεφτε ο ήλιος, το χωραφάκι γέμιζε κόσμο. Περνούσαν από εκεί όλες οι ηλικίες. Τα γέλια κι οι φωνές έφταναν μέχρι ψηλά στο βυζαντινό κάστρο που όλοι το ονόμαζαν «φρούριο». Στα πόδια του κείτονταν ολόκληρη η πόλη.
Ο Ντούλας είχε το σπίτι του μπροστά στην αλάνα. Ένα διώροφο νεοκλασικό ψηλοτάβανο μεσιακό, με δωρική λιτότητα και ομορφιά.
Στο ισόγειο έμενε ο αδελφός του, ο Θανάσης.
Δεν είχε προβλήματα με τη συγκατοίκηση. Βλάχος με ροδαλά μάγουλα και περισσή καλοσύνη, παλιός μεγαλέμπορος αυτός και τα αδέλφια του είχαν όλοι τα σπίτια τους εκεί τριγύρω με θέα τον ανοιχτό χώρο του χωραφιού. Όλοι μια γειτονιά.
Στον Ασπροπόταμο, στα ορεινά της Πίνδου, σ’ ένα βλαχοχώρι με ιστορία κτηνοτροφίας και τυροκομικής από την εποχή των Τούρκων, δέσποζε το εξοχικό του. Βιενέζικες πορσελάνες και πλυσταριά. Βλάχικη περηφάνια κι αρχοντιά.
Εκεί ανέβαζε την οικογένεια κάθε Μάιο, να χαρεί τις καστανιές, το πεύκο και το έλατο. Δυο μέρες κρατούσε το ταξίδι με τα μουλάρια. Στο βουνό ξεκαλοκαίριαζαν. Θα επέστρεφαν στην πόλη τον Οκτώβριο, όταν άνοιγαν τα σχολεία.
Τα απογεύματα και τις Κυριακές έπαιρνε το δρόμο για το ναό της Αγίας Επισκέψεως. Χρόνια επίτροπος σ’ αυτή την τρίκλιτη βασιλική με τον τρούλο και την εννιάπλευρη κόγχη στο πλάι. Μια ευθεία δρόμος απ’ το σπίτι. Περνούσε τα στενά του Βαρουσιού και έφτανε στο κέντρο του. Ήταν η μητρόπολη της πόλης.
«Εκεί έγινε η ευχαριστήρια δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους, το 1881!», καυχιόταν ο Ντούλας και δε σταματούσε να παινεύει το ναό.

επικοινωνιστε μαζι μας