Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Μνήμες από τη ζωή στο χωριό «Η πρώτη μέρα στο σχολείο»


Του Χάρη Αγγελή

Οι μνήμες από τη ζωή στο χωριό, με πήγαν στην πρώτη μέρα της σχολικής μου εμπειρίας. Θυμάμαι με νοσταλγία το πατρικό μου σπίτι. Εκεί ζούσα κι εγώ. Ήμουν το πρώτο παιδί της οικογένειας με τα πέντε παιδιά. Κοιμόμουν στην άκρη της στρωματσάδας και πρόσεχα να μην ξεσκεπαστούν τη νύχτα τα μικρά μου αδέρφια. Κουβάλαγα νερό και πήγαινα στο χωράφι. Ήμουν έτοιμος για να πάω στην πρώτη δημοτικού και ήμουν το καμάρι της οικογένειας.
Πολύ χαίρονταν οι μεγάλοι, οι γονείς, που θα μάθαινε γράμματα το πρώτο τους παιδί. Εγώ όμως τα έβλεπα και τα άκουγα αυτά και σφίγγονταν η καρδιά μου, γιατί κανένα από τα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς δεν ήθελε να πάει σχολείο. 
Ο δάσκαλος ήταν πολύ αυστηρός, είχε μια βίτσα από κρανιά και χτυπούσε τα παιδιά στις παλάμες. Η σάκα μου όμως ήταν έτοιμη από ένα χρόνο πριν. Την είχε φτιάξει η μάνα μου στον αργαλειό. Πώς να πω τώρα «φοβάμαι το δάσκαλο και δεν θέλω να πάω σχολείο» εγώ που ήμουν «μεγάλος» και με καμάρωνε η οικογένεια.
Εκείνη τη μέρα μόλις χάραξε, πήγα στο παράθυρο, τράβηξα λοξά το κουρτινάκι, έκατσα στα γόνατα, δάγκωνα το μανίκι από το πουκάμισο και κοίταζα το δρόμο σκεφτικός. Περίμενα να φανούν τα άλλα παιδιά για να πάω μαζί τους. Όλα γύρω μου φαίνονταν θολωμένα. Οι κότες τσιμπούσαν τα χορτάρια με το ζόρι, το σκυλί κουλουριασμένο κοιμότανε στο δρόμο, το γκάρισμα του γαιδάρου ήταν βραχνιασμένο, τα φύλλα στα δέντρα ασάλευτα και τα σύννεφα στην ανατολή δεν άφηναν τον ήλιο να φανεί.
Πόσο ήθελα να φύγω στα χωράφια, αλλά τι θα λέγανε οι μεγάλοι, τι θα πούνε οι μικροί… Έπιασα τη σάκα την πέρασα στο κεφάλι μου και στο δεξί μου χέρι από το σχοινί και αυτή κρέμονταν ως το κώλο. Στα βλέμματα των μικρών  αδερφών μου έβλεπα την περηφάνια τους και ένοιωθα τη συμπαράσταση, καταλαβαίνοντας  ότι κάτι μεγάλο θα κάνω, χωρίς να το θέλω, αλλά δεν μπορούσαν να βοηθήσουν.


Οι φωνές των παιδιών από τη γειτονιά με έβγαλαν στο μπαλκόνι.
Ξυπόλυτος, με γαλάζιο βρακί, σκούρο γκρι πουκάμισο με μαύρο κολάρο, κουρεμένος από την προηγούμενη Κυριακή, με το ψαλίδι που κούρευε ο πατέρας το Πάσχα τα αρνιά, ακολούθησα την παρέα φοβισμένος κι άκουγα τη μάνα που έβγαινε λαχανιασμένη από το στάβλο με το καρδάρι στα χέρια, να φωνάζει στους μεγάλους «Προσέξτε και το Χάρη».
Τον κουρνιαχτό στο δρόμο τον ένοιωθα κρύο στις πατούσες. Η σκρόφα της Γιάννους δεμένη κάτω από τη συκιά τραβούσε την αλυσίδα και έσκουζε γιατί ήθελε να φάει. Ο τσούπος πετούσε από παλούκι σε παλούκι, κάθονταν για λίγο έκανε τσούπ- τσουπ και μόλις πλησιάζαμε εμείς τα παιδιά έφευγε παραπέρα.  Ήξερα καλά που ακριβώς έχει το λημέρι του. Δυο μέρες τώρα έστηνα την παγίδα μου στα παλούκια που είχαν τις περισσότερες κουτσιλιές, αλλά ο τσούπος δύσκολα πιάνεται.

επικοινωνιστε μαζι μας