Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Λέξεις του τόπου μας, από το Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής. ΗΤΑ - ΘΗΤΑ


Συνεχίζοντας την παρουσίαση μέρους από το λεκτικό – γλωσσολαογραφικό υλικό που αφορά τον τόπο μας, και το οποίο έχει καταγραφεί στο βιβλίο μου με τίτλο: «Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής», γίνεται μια επιλογή λέξεων που αρχίζουν από τα γράμματα Η και Θ και παρουσιάζονται παρακάτω με αλφαβητική σειρά:

HTA

ηλίαση  η θηλ. ουσ.  πάθηση από υπερβολική ζέστη, θερμοπληξία: τόσις ώρις θέρου όξου στου λιουπύρι  πώς να μην παθς (πάθεις) ηλίαση
ηλιάτσι  του ουδ. ουσ. 1) καλό αποτέλεσμα θεραπείας, ιδίως από πρακτική ιατρική και γιατροσόφια: πήρα του ένα φάρμακου, πήρα τ’άλλου, τίποτι· μόλις πήρα αυτό του βουτάνι , είδα ηλιάτσι  ένα ένα 2) στη φράση πού να ιδείς ηλιάτσι απ’  τεαυτόν; (να ιδείς)
ήμιρους  επίθ. η ήμιρους η ήμιρην του ήμιρου· ο ήμερος
ήπατα  τα ουδ. ουσ.  στη φράση  μι κόπκαν τα ήπατα (φοβήθηκα πάρα πολύ)
ήσκιουμα  του ουδ. ουσ. το ήσκιωμα, η σκιά, το απόσκιο
ησκιουμένους  μετοχ. η ησκιουμένους η ησκιουμένην του ησκιουμένου· λέγεται μεταφ. για άνθρωπο καλοφτιαγμένο, όμορφο (ιδίως για μελαχροινό): αυτός είνι καλός, ησκιουμένους άντρας, αυτήν δεν είνι κι τόσο
ήσκιους  η αρσ. ουσ. 1) η σκιά 2) μεταφ. ο λεπτός, ο αδύνατος άνθρωπος: πώς αδυνάτσι έτσι , μαναχά η ήσκιους τ’ απόμκι (απόμεινε) 3)  για άνθρωπο με όχι καλή εμφάνιση ή όχι καλό χαρακτήρα, όπως στη φράση ντιπ ήσκιου δεν έχει αψλά τ’ (επάνω του)
ήταντους  ήταντην  ήταντου· ήταν τος, την, το· ήταν αυτός, αυτή, αυτό: πού ήταντους κι έρχιτι τώρα; – πού ήταντις ούλις αυτές οι γναίκις;  – πού ήταντα τα πιδγιά
                                                                       ΘΗΤΑ
θάμα  του ουδ. ουσ. το θαύμα· κάθε απότομη και παράξενη είδηση: ακούς ικεί τι θάμα ήταν ν’ακούσου κι αυτό!
θαμαίνουμι  ρ. μεταβ. και αμετάβ. παρατ. θαμαίνουμαν· θαυμάζω, απορώ πάρα πολύ: τουν κοιτάζου τόσην  ώρα που μιγάλουσι τόσο κι θαμαίνουμι – ε, κι συ, σι θαμαίνουμι έτσι  που καντς
θαμπούλα  η θηλ. ουσ. και ως επίρρ.  πολύ πρωί, πριν καλά καλά φέξει: θαμπούλα ακόμα κι μι τη δρουσιά κινούσαμι για θέρο
θαμπουμάρα  η θηλ. ουσ. το θάμπουμα στα μάτια, η θολούρα: κλείνουν τα μάτχια μ’ απ’ τη θαμπουμάρα που έχου (νυστάζω πολύ) – έχου νια θαμπουμάρα τώραεά, δε σι γλέπου απ’ την πείνα (πεινώ πολύ)
θαραπαύου  ρ. μεταβ. αόρ. θαράπαψα  θαραπαύουμι αόρ. θαραπαύκα μετοχ. θαραπαμένους· θεραπεύω – θεραπεύομαι· νιώθω μεγάλη ικανοποίηση, ευχαριστιέμαι πολύ, απολαμβάνω: να καντς καλό για να θαραπάψ (θεραπεύσεις) την ψυχή σ’ – θαραπαύκα φαΐ – θαραπαύκα ύπνου
θάρρ(η)κα  ρ. αόρ. του ρ. θαρρεύου  παίρνω θάρρος, κουράγιο: πιρνούσα δύσκουλα μαναχιά μ’ κι όταν απουλύτχι η γιος μ’ απ’ του στρατό, θάρρκα λίγου κι γω  
θείτσα  η θηλ. ουσ. 1) υποκορ. της λέξης θεία· γυναίκα πολύ στενή συγγενής από μάνα ή πατέρα: η θείτσα μ’ η Βάγγιω – η θείτσα μ’ η Βασίλαινα 2) προσφώνηση κάθε ηλικιωμένης γυναίκας: ρώτσα μνια  θείτσα κι μ’έδειξι απ’ τι πού να πάει  σι κείνου του σπίτι   3) ειρωνικά για κακοντυμένη γυναίκα ή για μεγάλύτερης ηλικίας: ντύνιτι σα θείτσα – αυτός είνι νέους κι αυτήν νια θείτσα  υποκορ. θειτσούλα

επικοινωνιστε μαζι μας