Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Παιδικές μνήμες «Οι καλικάντζαροι και η Μαμή»



Του Θανάση Ζαμπακά

Εν Βαλτινώ, τη Παραμονή Χριστουγέννων κάποιας χρονιάς τη δεκαετία του ΄60.
Αφού κάναμε μπάνιο στο σκαφίδι εγώ και η αδερφή μου, φορέσαμε τα φτωχικά μας, αλλά καθαρά ρούχα και το βραδάκι της παραμονής μαζευτήκαμε γύρω από το τζάκι για να ζεσταθούμε. Η μάνα, μας έφτιαξε και μας έδωσε, για βραδινό, ζεστό χαμομήλι με φρέσκο ζυμωτό ψωμί στη γάστρα, καθώς νηστεύαμε και την επόμενη μέρα θα πηγαίναμε στην εκκλησία για να μεταλάβουμε.
-«Άντε καθίστε φρόνημα και η γιαγιά θα σας πει ένα παραμύθι», μας είπε.
Εμείς μαζευτήκαμε στο κρεβάτι και κουρνιάσαμε κάτω από την φλοκάτη.
Η γιαγιά έφτιαξε για λίγο τη φωτιά με τη μάσια, πήρε το ξύλινο σκαμνάκι, έκατσε κι άρχισε να μας διηγείται το παραμύθι.
-«Μια φορά κι ένα καιρό, τέτοιες μέρες Χριστουγέννων, οι καλικάντζαροι ανέβαιναν στον πάνω κόσμο κι έκαναν διάφορες ζαβολιές, πείραζαν τον κόσμο, έκαναν ζημιές, και βρόμιζαν τον τόπο. Ένα βράδυ λοιπόν, που η γυναίκα του Τραγοπόδη αρχικαλικάντζαρου, η Πικασόμπρα,  ήταν έγκυος, την έπιασαν οι πόνοι και ήταν έτοιμη να γεννήσει».
-«Αχ τι θα κάνουμε τώρα, νυχτιάτικα, που θα βρούμε μαμή να ξεγεννήσει;» αναφώνησε ανήσυχος ο καλικάντζαρος.
-«Ξέρω εγώ μια μαμή στο άλλο χωριό», πετάγεται και λέει ο παγανός Τρικλοπόδης.
-«Τρεχάτε να την φέρετε γρήγορα εδώ», διέταξε ο αρχικαλικάντζαρος.
Οι καλικάντζαροι έγιναν αέρας και έφτασαν στο σπίτι της μαμής, στο άλλο χωριό, και άρχιζαν να φωνάζουν.
-«Ε μαμή, Ε μαμηηή βγες έξω».


Που να βγει έξω η μαμή.
-«Αυτοί όλο ζαβολιές και ζημιές κάνουν, που να μπλέκουμε τώρα», είπε σιγανά στον άντρα της.
-«Βγες έξω είναι ανάγκη να ξεγεννήσεις την καλικαντζαρού» ακούστηκε πάλι μια φωνή από τους καλικάντζαρους.
Τι να κάνει κι η μαμή, άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα και είδε ένα τσούρμο από καλικαντζαραίους.
-«Έλα γρήγορα να ξεγεννήσεις την καλικαντζαρού και θα σε χρυσώσει ο αρχηγός μας», είπε ένας καλικάντζαρος.
-«Πώς να ρθώ με ένα γόνα χιόνι έξω;» είπε η μαμή.
-«Θα ζέψουμε το κάρο» είπαν οι καλικάντζαροι.
-«Μπά, φοβάται το άλογο τη νύχτα…», είπε ο άντρας της μαμής, αλλά χωρίς να προλάβει να αποσώσει την κουβέντα του, οι καλικάντζαροι είχαν ζευτεί οι ίδιοι στο κάρο και περίμεναν την μαμή.

επικοινωνιστε μαζι μας