Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Το πορτρέτο του σχολείου

 

Βαλτινό, 1969

Υπάρχουν φωτογραφίες που δεν είναι απλώς εικόνες, αλλά μικρές κιβωτοί μνήμης. Μέσα τους φυλάγονται πρόσωπα, εποχές, φωνές, ακόμη και οι σιωπές ενός τόπου. Μια τέτοια είναι και η φωτογραφία των δυο αδελφιών, του Δημήτρη και του Κώστα, μαθητών του Δημοτικού Σχολείου Βαλτινού, τραβηγμένη το έτος 1969.

Καθισμένοι μαζί στο ίδιο θρανίο, με τα τετράδιά τους ανοιγμένα μπροστά τους και με φόντο τον σχολικό χάρτη, μοιάζουν σαν να κρατούν για μια στιγμή ολόκληρο τον κόσμο μέσα στην παιδική τους ματιά. Τα πρόσωπά τους, σοβαρά και συνάμα αθώα, έχουν εκείνη τη γλυκιά ακινησία που αποκτούν οι στιγμές λίγο πριν γίνουν ανάμνηση.

Εκείνα τα χρόνια, η εμφάνιση του φωτογράφου στο σχολείο ήταν γεγονός ξεχωριστό. Δεν ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Ήταν σχεδόν γιορτή. Από την προηγούμενη κιόλας ημέρα ο δάσκαλος ενημέρωνε τα παιδιά:

Αύριο θα έρθει ο φωτογράφος.

Η είδηση έφτανε το απόγευμα στα σπίτια, περνώντας από τα παιδικά χείλη στα αυτιά των γονιών. Στα χαμηλά σπίτια του χωριού, όπου ο μόχθος της ημέρας άφηνε στα χέρια τη σκόνη του χωραφιού και την κούραση της βιοπάλης, η απόφαση για μια φωτογραφία δεν ήταν πάντα εύκολη. Οι οικονομικές συνθήκες ήταν δύσκολες. Δεν μπορούσαν όλα τα παιδιά να φωτογραφηθούν. Για πολλές οικογένειες, ακόμη και αυτή η μικρή δαπάνη έπρεπε να μετρηθεί.

Κι όμως, όσοι είχαν τη δυνατότητα, ετοιμάζονταν με ιδιαίτερη φροντίδα. Τα καλά τους ρούχα έβγαιναν από το σεντούκι ή από την ντουλάπα, το πουκάμισο σιδερωνόταν όσο μπορούσε, τα μαλλιά χτενίζονταν προσεκτικά, και το παιδί πήγαινε στο σχολείο με μια σιωπηλή περηφάνια. Ήξερε πως εκείνη η μέρα δεν θα ήταν σαν τις άλλες.

Ο φωτογράφος δεν έβγαζε μόνο τις ομαδικές φωτογραφίες της τάξης. Έστηνε και το μικρό του σκηνικό για τα πορτρέτα: ένα θρανίο, ένα τετράδιο, ένα μολύβι, και πίσω ο χάρτης της Ελλάδας ή της Ευρώπης. Εκεί, ένα παιδί μόνο του ή δυο αδέλφια μαζί έπαιρναν θέση, προσπαθώντας να μείνουν ακίνητα για λίγα δευτερόλεπτα που έμελλαν να κρατήσουν μια ζωή.

Πόση δύναμη κρύβει άραγε μια τέτοια εικόνα; Δεν είναι μόνο δυο παιδιά σε μια σχολική αίθουσα. Είναι ολόκληρη η εποχή τους. Είναι το σχολείο του χωριού, η μυρωδιά της κιμωλίας, το ξύλο του θρανίου, η φωνή του δασκάλου, το βλέμμα της μάνας όταν θα έπαιρνε στα χέρια της τη φωτογραφία.

Και ύστερα ερχόταν η κορνίζα.

Πολλές από αυτές τις φωτογραφίες στολίστηκαν με καμάρι στους τοίχους των σπιτιών. Στο σαλόνι ή στην καλή κάμαρα, ανάμεσα σε εικόνες αγίων και οικογενειακά κειμήλια, το σχολικό πορτρέτο γινόταν σημείο αναφοράς της οικογένειας. Ήταν μια σιωπηλή δήλωση πως το παιδί μεγάλωνε, μάθαινε γράμματα, προχωρούσε στη ζωή.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, η συνήθεια πέρασε στις επόμενες γενιές. Τα παιδιά του Δημήτρη και του Κώστα έκαναν αργότερα το ίδιο. Νέες φωτογραφίες, νέα σχολικά πορτρέτα, νέες κορνίζες στους τοίχους. Η μνήμη συνέχισε να υφαίνει το νήμα της από γενιά σε γενιά.

Έτσι, μια απλή σχολική φωτογραφία γίνεται σήμερα πολύτιμο τεκμήριο ζωής. Μαρτυρία ενός χωριού, μιας εποχής και μιας αθωότητας που δεν επιστρέφει, παρά μόνο μέσα από το βλέμμα της μνήμης.




Ο Μυκηναϊκός τύμβος Εξαλόφου (Κωσταριλλαίικα)

 

Δώδεκα χιλιόμετρα δυτικά των Τρικάλων, στις υπώρειες του όρους Κόζιακα, εκεί όπου απλώνεται μαγευτικά το γραφικό χωριουδάκι του Εξαλόφου (Κωσταριλλαίικα), συνοικισμός της κοινότητας Δενδροχωρίου, περιβαλλόμενο από έξι λοφοκορφές, υψωνόταν ένας μικρός και φαινομενικά ασήμαντος τύμβος. Στα σπλάχνα του, όμως, έκρυβε ένα ιδιαίτερα σημαντικό σύνολο μυκηναϊκών ταφικών κτερισμάτων και ευρημάτων, σπάνιων για την περιοχή μας και εξαιρετικής αρχαιολογικής αξίας.

Τον ταφικό αυτό τύμβο εσύλησαν τυμβωρύχοι τον Ιανουάριο του 1967. Χάρη, ωστόσο, στις άμεσες και συντονισμένες ενέργειες του Τμήματος Ασφαλείας Τρικάλων και του καθηγητού, έκτακτου επιμελητού Αρχαιοτήτων Τρικάλων Γεωργίου Ηλ. Ζιάκα, κατέστη δυνατή η σύλληψη των αρχαιοκαπήλων και, στη συνέχεια, η κατάσχεση των πολύτιμων εκείνων μυκηναϊκών ευρημάτων, των οποίων η σημασία είναι μεγάλη τόσο από αρχαιολογικής όσο και από επιστημονικής πλευράς.

Ο τύμβος, που βρισκόταν ανατολικά του συνοικισμού, είχε διάμετρο περίπου 24 μέτρα και ύψος 2 μέτρα. Στο εσωτερικό του, ακριβώς στο κέντρο, αποκαλύφθηκε ο κεντρικός κιβωτιόσχημος τάφος, κατασκευασμένος με μεγάλες πλάκες από ψαμμόλιθο και ασβεστόλιθο.

Από τον τάφο αυτό ήρθαν στο φως τα εξής αντικείμενα:

  1. Ένα κυρτό χάλκινο μαχαιρίδιο με οστέινη λαβή, επενδεδυμένη με χρυσό έλασμα.
  2. Ένα πλατύ, αμφίστομο χάλκινο ξίφος, του οποίου η λαβή σχηματίζεται σε σχήμα Τ και ήταν πιθανότατα επενδεδυμένη με ελεφαντοστό. Επάνω της διακρίνονται εννέα χάλκινοι ήλοι, ενώ διατηρείται σε καλή κατάσταση μία χρυσή ταινία.
  3. Μία χάλκινη αιχμή δόρατος.
  4. Τέσσερις πήλινοι υψίποδες κύλικες, χωνοειδούς τεχνοτροπίας και δίωποι, με γραπτή σπειροειδή διακόσμηση στη χωνοειδή επιφάνεια και εξαίσιους δακτυλίους στους πόδες. Το χρώμα της διακόσμησης είναι το χαρακτηριστικό της γνωστής μυκηναϊκής τεχνοτροπίας.

Το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των κτερισμάτων αποτελείται από όπλα της εποχής, σε συνδυασμό με τα διατεταραγμένα οστά, τα οποία φαίνεται να ανήκουν σε άνδρα, μας οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο τύμβος κατασκευάστηκε για να καλύψει τη σορό ενός Μυκηναίου αξιωματούχου πολεμιστή του 12ου π.Χ. αιώνα. Η χρονολόγηση αυτή ενισχύεται από τη μορφή και την τεχνοτροπία των ευρημάτων, τα οποία συγκλίνουν προς την εποχή αυτή.

Γεννάται, ωστόσο, ένα εύλογο ιστορικό ερώτημα: μήπως ο Μυκηναίος αυτός πολεμιστής έπεσε μαχόμενος στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί την πατρίδα του από την εισβολή των Θεσσαλών, η οποία τοποθετείται χρονολογικά στην ίδια περίπου περίοδο;

Και ποια άραγε να ήταν η πατρίδα του; Μήπως η αρχαία πόλη Σελίβαι ή η επίσης αρχαία πόλη Στρύμων;

Δυστυχώς, τα ερωτήματα αυτά παραμένουν αναπάντητα, εξαιτίας της παντελούς έλλειψης γραπτών πηγών.

Σε ό,τι αφορά την κάθοδο των Θεσσαλών στον Αιολο-Αχαϊκό και Βοιωτικό χώρο της Εστιαιώτιδος, την οποία συσχετίζουμε χρονολογικά με τον τύμβο του Εξαλόφου, ο Θουκυδίδης αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Βοιωτικοί τε γαρ οι νυν εξηκοστώ έτει μετά Ιλίου άλωσιν εξ Άρνης (= Κιέριον Καρδίτσης) αναστάντες υπό Θεσσαλών την νυν μεν Βοιωτίαν, πρότερον δε Καδμηΐδα γην καλουμένην ώκησαν».

(Θουκυδίδου, Βιβλίο Α΄, 12)

Εάν λάβουμε ως χρονολογία αλώσεως της Τροίας το 1174 π.Χ. και αφαιρέσουμε τα 60 έτη που μνημονεύει ο ιστορικός, καταλήγουμε στο 1114 π.Χ.

Εάν, όμως, υιοθετήσουμε τη νεότερη άποψη, σύμφωνα με την οποία η λήξη του Τρωικού πολέμου τοποθετείται στο 1220 π.Χ., τότε η κάθοδος των Θεσσαλών ανάγεται περίπου στο 1160 π.Χ.

Οι Θεσσαλοί, κατά πάσα πιθανότητα, ακολούθησαν είτε την κοιλάδα του άνω ρου του Πηνειού είτε τη φάραγγα των Μεγάλων Πυλών (Πόρτες). Στις υπώρειες του Κόζιακα είναι βέβαιο ότι συνάντησαν σθεναρή αντίσταση από τους εντόπιους πληθυσμούς, καθώς ο χώρος αυτός ήταν κατάσπαρτος από πόλεις και οικιστικά κέντρα.

Τελικώς, οι Θεσσαλοί, περισσότερο οργανωμένοι και σκληροτράχηλοι, επικράτησαν των τοπικών πληθυσμών, δημιουργώντας αργότερα έναν νέο κόσμο ρωμαλέο, αγωνιστικό και εργατικό.

Τα κτερίσματα του Εξαλόφου, ως σιωπηλοί μάρτυρες εκείνης της μεγάλης ιστορικής αναστάτωσης, προσφέρουν όχι μόνο σημαντική αρχαιολογική αξία, αλλά και πολύτιμη αφορμή για περαιτέρω ιστορικά συμπεράσματα και ερμηνείες.


 

Πηγή: Περιοδικό «Ο ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ» ΤΗΝ ΦΙΛΑΡΧΑΙΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΙΚΚΗΣ - ΤΡΙΚΑΛΑ 1976 - Γ. Η. ΖΙΑΚΑΣ

επικοινωνιστε μαζι μας