Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Το παράδοξο του μέτρου

 

Η γλώσσα έχει μερικές φορές τον τρόπο να μας αποκαλύπτει αλήθειες που η λογική δυσκολεύεται να δεχτεί. Μία από αυτές τις μικρές παραδοξότητες κρύβεται στις λέξεις καλομαθημένος και κακομαθημένος. Δύο λέξεις που, ενώ φαίνονται αντίθετες, συχνά οδηγούν στο ίδιο σχεδόν νόημα: έναν άνθρωπο που έχει συνηθίσει να ζει μέσα στην ευκολία, στην υπερβολική φροντίδα, στην απουσία ορίων.

Το παράδοξο αυτό δεν είναι απλώς γλωσσικό, είναι βαθιά ανθρώπινο. Το «καλό», όταν ξεπερνά το μέτρο, μπορεί να γεννήσει το «κακό». Η υπερβολική αγάπη, η αδιάκοπη προστασία, η συνεχής ικανοποίηση κάθε επιθυμίας, αντί να θρέψουν την ωριμότητα, συχνά γεννούν αδυναμία. Εκεί όπου το καλό δεν συνοδεύεται από σοφία, μεταμορφώνεται σχεδόν ανεπαίσθητα σε βλάβη. Έτσι, ο καλομαθημένος γίνεται κακομαθημένος.

Η ζωή μάς διδάσκει ότι οι έννοιες δεν κατοικούν πάντα στα άκρα. Το καλό και το κακό δεν είναι πάντοτε δύο ξεχωριστοί κόσμοι, πολλές φορές είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ένα παιδί που μεγάλωσε με κάθε του επιθυμία να εκπληρώνεται μπορεί να θεωρεί φυσικό να απαιτεί τα πάντα. Ένας άνθρωπος που δεν γνώρισε ποτέ τη στέρηση δυσκολεύεται να εκτιμήσει την αξία της υπομονής, της προσπάθειας και της ευγνωμοσύνης. Έτσι, αυτό που ξεκίνησε ως πράξη αγάπης καταλήγει να γίνεται αιτία αδυναμίας χαρακτήρα.

Ίσως εδώ να κρύβεται και ένα βαθύτερο φιλοσοφικό μάθημα: το μέτρο είναι η αρετή που σώζει τις έννοιες από την αυτοαναίρεσή τους. Το πολύ καλό μπορεί να γίνει κακό, όπως και η υπερβολική αυστηρότητα μπορεί να γεννήσει την ανάγκη για εξέγερση. Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν ευδοκιμεί στις υπερβολές αλλά στην ισορροπία.

Η γλώσσα, λοιπόν, δεν παίζει απλώς με τις λέξεις, μας υπενθυμίζει μια παλιά αλήθεια. Δεν αρκεί κάτι να είναι «καλό» στην πρόθεση. Χρειάζεται να είναι και σωστό στο μέτρο του. Γιατί πολλές φορές εκεί όπου νομίζουμε ότι προσφέρουμε το καλύτερο, ίσως άθελά μας σπέρνουμε το αντίθετο.

Τελικά, η σοφία της ζωής ίσως να συνοψίζεται σε μία μόνο λέξη: μέτρο.
Εκεί όπου το καλό γνωρίζει τα όριά του, παραμένει αγαθό.
Εκεί όπου τα υπερβαίνει, αρχίζει να μεταμορφώνεται.

Και τότε η γλώσσα, με τη δική της σιωπηλή σοφία, μάς ψιθυρίζει ότι το πολύ καλό μπορεί πράγματι να γίνει κακό.


Παιδική χαρά στα Ματσουκαίικα: πνιγμένη στα χόρτα και στην αδιαφορία

 

Η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα η παιδική χαρά στα Ματσουκαίικα δεν τιμά ούτε τον τόπο ούτε τους αρμόδιους φορείς. Ένας χώρος που θα έπρεπε να είναι γεμάτος παιδικές φωνές και παιχνίδι, έχει μετατραπεί σε ένα μικρό «δάσος», με χορτάρια που ξεπερνούν το μισό μέτρο. Τα μικρά παιδιά φτάνουν μέχρι την είσοδο, μα αδυνατούν να μπουν και να παίξουν με ασφάλεια.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση. Σε πολλά σημεία του χωριού, η εικόνα της εγκατάλειψης επαναλαμβάνεται: κοινόχρηστοι χώροι αφημένοι στην τύχη τους, με τη βλάστηση να αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα, δημιουργώντας όχι μόνο αισθητικό πρόβλημα, αλλά και κινδύνους για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια.

Οι κάτοικοι εκφράζουν έντονα τη δυσαρέσκειά τους, ζητώντας το αυτονόητο: την έγκαιρη φροντίδα και συντήρηση των χώρων που ανήκουν σε όλους. Ωστόσο, η απάντηση που λαμβάνουν από τους αρμόδιους παραμένει η ίδια: «δεν υπάρχει προσωπικό».

Πίσω από αυτή τη δικαιολογία, όμως, κρύβεται ένα χρόνιο πρόβλημα οργάνωσης. Όπως επισημαίνουν οι ίδιοι οι κάτοικοι, επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο το ίδιο «ελληνικό παράδοξο»: αντί οι απαραίτητες προσλήψεις του Δήμου να γίνονται τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο -την περίοδο δηλαδή που η βλάστηση αυξάνεται ραγδαία- μετατίθενται για τον Ιούνιο. Έτσι, οι εργαζόμενοι καλούνται να αντιμετωπίσουν μια ήδη επιβαρυμένη κατάσταση, ενώ συχνά απασχολούνται μέχρι τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες, όταν η ανάγκη για τέτοιες εργασίες έχει μειωθεί σημαντικά.

Το αποτέλεσμα είναι ορατό: καθυστερήσεις, εγκατάλειψη και μια καθημερινότητα που υποβαθμίζεται, ιδιαίτερα για τα παιδιά και τις οικογένειες. Η φροντίδα των δημόσιων χώρων δεν είναι πολυτέλεια, είναι βασική υποχρέωση και δείκτης ποιότητας ζωής.

Οι κάτοικοι των Ματσουκαίικων δεν ζητούν κάτι υπερβολικό. Ζητούν να μπορούν τα παιδιά τους να παίξουν με ασφάλεια σε έναν καθαρό χώρο. Ζητούν τον στοιχειώδη σεβασμό στην καθημερινότητά τους. Και, κυρίως, ζητούν να σταματήσει επιτέλους αυτός ο φαύλος κύκλος της καθυστέρησης και της αδράνειας που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο.

Δείτε και το βίντεο:

https://www.facebook.com/share/r/1Cpq2xXqZm/



Μάης με χιόνια και βροχές – μια παλιά μνήμη που επιστρέφει

 

Με τον Μάη φέτος να θυμίζει χειμώνα, με βροχές, κρύο και ουρανούς βαρείς, έρχεται στον νου ένα παλιό, σχεδόν ξεχασμένο τραγούδι της παράδοσής μας - ένας ζωντανός απόηχος άλλων εποχών, όπου η φύση όριζε πιο έντονα τον ρυθμό της ζωής.

Το τραγούδι «Η Θοδωρούλα», που μου έστειλε ο Θεόδωρος Νημάς, τραγουδιόταν στα Κλήδονα και κρατά μέσα του τη μνήμη ενός αλλόκοτου Μάη, με χιόνια και χαλάζι, όπως ακριβώς βιώνουμε κι εμείς σήμερα. Είναι από εκείνα τα λαϊκά δημιουργήματα που δεν αφηγούνται απλώς - μαρτυρούν, θυμούνται και συνδέουν το παρελθόν με το παρόν.

Ας το διαβάσουμε σαν έναν διάλογο με τον χρόνο, σαν μια υπενθύμιση ότι οι εποχές αλλάζουν, μα η ανθρώπινη εμπειρία παραμένει κοινή.

Η ΘΟΔΩΡΟΥΛΑ (Θυμάσι έναν παλιό κιρό)

(Το τραγουδούσαν στα Κλήδονα, 2 Μαΐου)

Ε΄

Θυμᾶσι ἕναν παλιό κιρό κι ἕνα παλιό ζακόνι,

        γειά σ', Θουδώρου μ', γειά σ', Θουδουϊρούλα μου,

πού χιόνιζι τ' ἁ-Θανασιοῦ, τ' ἁι-Θανασιοῦ τού Μάη,

        γειά σ', Θουδώρου μ', γειά σ', Θουδουϊρούλα μου,

ρίχνει τού χιόνι τρεῖς πθαμές κί τού χαλάζι πέντι,

        γειά σ', Θουδώρου μ', γειά σ', Θουδουϊρούλα μου,

τά σύννεφα 'ναι σκοτεινά, βαριά 'νι βουρκωμένα,

        γειά σ', Θουδώρου μ', γειά σ', Θουδουϊρούλα μου,

ρίχνει στούς κάμπους τίς βρουχές κί στά βουνά χαλάζι

        γειά σ', Θουδώρου μ', γειά σ', Θουδουϊρούλα μου,

καί στῆς Θουδώρους τήν αὐλή ν-οὗλο μαργαριτάρι.

        γειά σ', Θουδώρου μ', γειά σ', Θουδουϊρούλα μου,

                        Θ.Α. Νημᾶς, Πλάτανος Τρικάλων, ΛΑΠΘ, ταινία 17α, 16 (67)

                        Τραγουδά η Βασιλική Νημά, 1972


επικοινωνιστε μαζι μας