Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Το τελευταίο τραγούδι της νύχτας

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, τότε που μια συναυλία δεν ήταν απλώς διασκέδαση αλλά γεγονός. Όταν μάθαμε πως ο Γιώργος Νταλάρας θα τραγουδούσε στο στάδιο των Τρικάλων, ένιωσα σαν να άνοιγε ένα παράθυρο σε έναν κόσμο λίγο πιο μεγάλο από το χωριό μας. Εγώ κι ο Τάκης ήμασταν δεκαέξι χρονών, γεμάτοι ανυπομονησία και μια αδιόρατη αίσθηση ελευθερίας που σπάνια μας χαριζόταν.

Πήραμε το αστικό λεωφορείο με καρδιά που χτυπούσε πιο γρήγορα απ’ τις ρόδες του. Καθίσαμε πίσω, μιλώντας λίγο και κοιτώντας πολύ, σαν να φοβόμασταν μην ξοδέψουμε τη χαρά πριν την ώρα της. Τα Τρίκαλα μάς υποδέχτηκαν φωτισμένα, ζωντανά, σχεδόν θορυβώδη. Στο στάδιο, ο κόσμος ήταν πυκνός σαν σμήνος, νέοι, οικογένειες, ζευγάρια. Κι όταν βγήκε ο Νταλάρας στη σκηνή και ακούστηκε η πρώτη νότα, ένιωσα κάτι να μου σφίγγει το στήθος, σαν να μου έλεγε πως μεγαλώνω.

Η συναυλία κύλησε μαγικά. Τραγούδια που τα ξέραμε από το ραδιόφωνο έγιναν ξαφνικά δικά μας. Χειροκροτούσαμε, φωνάζαμε, ζούσαμε. Εκεί συναντήσαμε και τρεις συγχωριανούς μας, τον Κώστα, τον Νικόλα και τον Δημήτρη. Μεγαλύτεροι, με αυτοπεποίθηση και στόμφο. Ο Κώστας είχε έρθει με το Datsun φορτηγάκι του - πράγμα σπουδαίο για την εποχή. Όταν τελείωσε η συναυλία, κατά τις έντεκα και μισή, μας πρότεινε να μας πάει πίσω στο χωριό. Δεχτήκαμε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Οι τρεις τους μπήκαν μπροστά κι εγώ με τον Τάκη στην καρότσα. Ο αέρας της νύχτας μάς χτυπούσε το πρόσωπο, κι εγώ σκεφτόμουν ακόμα τα τραγούδια, σαν να τα κουβαλούσα μέσα μου. Λίγο πριν φτάσουμε στο χωριό, στη Χαρά, το φορτηγάκι έστριψε απότομα και μπήκε στην αυλή ενός μπαρ. Ο Κώστας κατέβηκε και μας φώναξε: «Κατεβείτε για ένα ποτάκι και μετά φεύγουμε».

Μπήκαμε. Το μαγαζί ήταν μισοσκότεινο, με βαριά μυρωδιά καπνού και αλκοόλ. Η μουσική μάς χτύπησε κατάστηθα. Σκυλάδικα βαριά, φωνές μισοσπασμένες, στίχοι για καημούς που δεν λυτρώνονται ποτέ. Δυο-τρεις παρέες σκορπισμένες, πρόσωπα σκληρά, βλέμματα κουρασμένα. Καθίσαμε σε δυο τραπέζια, εγώ με τον Τάκη, σιωπηλοί, σαν να είχαμε μπει σε ξένο όνειρο κι οι άλλοι τρεις μαζί. Παραγγείλαμε, κι ύστερα άκουσα τον Κώστα να λέει στον σερβιτόρο: «Φέρε τα κορίτσια».

Σε λίγο ήρθαν δυο γυναίκες, κάθισαν στο τραπέζι τους. Η ατμόσφαιρα άλλαξε. Το γέλιο έγινε βαρύ, οι κουβέντες τραχιές. Ο Κώστας άρχισε να γίνεται ενοχλητικός, προσβλητικός, σχεδόν βίαιος. Οι γυναίκες αντάλλαξαν ματιές, σηκώθηκαν και έφυγαν. Έμεινε μια παγωμάρα. «Μου τη σπάσανε», είπε ο Κώστας και φώναξε για λογαριασμό.

Ο σερβιτόρος έφερε πρώτα σε εμάς. Πληρώσαμε γρήγορα. Ύστερα πήγε στο τραπέζι του Κώστα. Εκείνος άρπαξε την απόδειξη και φώναξε να έρθει το αφεντικό. Όταν ήρθε το αφεντικό, η μουσική χαμήλωσε ανεπαίσθητα, σαν να περίμενε. Ο διάλογος άναψε σε δευτερόλεπτα. «Πάλι τα ίδια, Κώστα. Δεν έβαλες μυαλό», τον άκουσα να λέει. Και τότε πιάστηκαν στα χέρια.

Ο Νικόλας κι ο Δημήτρης έκαναν να βοηθήσουν, μα πριν προλάβουμε, εμφανίστηκαν δυο-τρεις μπράβοι. Κι ύστερα, έκρηξη. Σώματα μπλέχτηκαν, καρέκλες τραντάχτηκαν. Οι γροθιές έπεσαν βροχή. Ένα ποτήρι έσπασε στο πρόσωπο του Κώστα, το αίμα κύλησε. Τον έβγαλαν έξω με βία. Εμάς μας έδιωξαν με βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση. Η μουσική συνέχισε μέσα στο μπαρ, αδιάφορη, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ανεβήκαμε ξανά στο φορτηγάκι. Ο Κώστας αιμόφυρτος, σιωπηλός. Το χωριό φάνηκε σε λίγο. Σταμάτησε και, χωρίς να μας κοιτάξει, πέταξε: «Άντε κατεβείτε ρε κότες. Ψοφίμια».

Κατεβήκαμε. Το φορτηγάκι χάθηκε στο σκοτάδι. Κι εγώ κατάλαβα πως εκείνη τη νύχτα είχαμε περάσει από τη μουσική που ενώνει στη μουσική που πνίγει. Από το τραγούδι που σηκώνει τον άνθρωπο, σ’ εκείνο που τον σέρνει. Και διαλέξαμε - σιωπηλά - με ποια φωνή θα πορευτούμε.


επικοινωνιστε μαζι μας