Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

«Κάτω από τη λάμπα πετρελαίου» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Ήταν χειμώνας, κι ο αέρας έξω έσκιζε τις γωνιές του χωριού με παγωμένες ανάσες. Η πάχνη είχε σκεπάσει τα πάντα, τις κληματαριές, τα ξερά χόρτα στον αυλόγυρο, τα τζάμια που έμοιαζαν με θαμπά καθρεφτάκια. Μέσα στο σπίτι, η μάνα άφησε το πλεκτό της πάνω στην καρέκλα, τίναξε λίγο τη μαύρη ποδιά της και είπε:

«Πάω να φέρω ξύλα, να πατώσω τη σόμπα, κάνει πολύ κρύο.»

Η πόρτα άνοιξε, μπήκε μέσα το κρύο, μαζί με μια μυρωδιά χειμώνα, ξύλου και γης. Την είδα να φέρνει μια αγκαλιά ξύλα, να τα πετά στη σόμπα που τσίριξε από τη χαρά της φωτιάς. Οι φλόγες άρχισαν να χορεύουν και να σπάνε τα ξύλα με μικρά τινάγματα, κι η ζεστασιά γέμισε το δωμάτιο με εκείνη τη γλυκιά θαλπωρή που σε νανουρίζει και σου κλείνει τα μάτια. Μα εγώ ήθελα να τα κρατώ ανοιχτά, να κοιτώ τη μάνα που ξαναπήρε το πλεκτό της στα χέρια κι έπλεκε ένα γκρι πουλόβερ για τον πατέρα, καθώς το νήμα περνούσε από τα δάχτυλά της σαν γαϊτανάκι.

Στο τραπέζι, το μικρό γαλάζιο τρανζιστοράκι έπαιζε χαμηλά ένα παλιό τραγούδι, κι η μελωδία γινόταν φίλη μας. Δεν άντεξα, πετάχτηκα όρθια και άρχισα να χορεύω πάνω στα σανίδια, κι η φωνή μου έσπασε τη σιωπή:

«Έλα, Γιώργο, να χορέψουμε!»

Ο αδερφός μου έτρεξε, πιάσαμε χέρια, χοροπηδούσαμε και γελούσαμε. Η μάνα άφησε το πλεκτό, άρχισε να χτυπά παλαμάκια, να γελά δυνατά και να τραγουδά, με εκείνη τη φωνή της που μπορούσε να κάνει και τον αέρα να σταματήσει για να την ακούσει.

Όταν έπεφτε το σκοτάδι, η μάνα κατέβαζε τη λάμπα πετρελαίου από το καρφί στον τοίχο. Καθάριζε προσεκτικά το λαμπόγυαλο από την κάπνα, γέμιζε πετρέλαιο, κι έπειτα με το τσακμάκι άναβε το φυτίλι. Το πορτοκαλί, αχνό φως έπλεκε σκιές στους τοίχους. Πάνω από το κρεβάτι είχε μια μπάντα κεντημένη, ελάφια μέσα σε δάσος, κι εκείνες οι ριγέ κουρελούδες στα παράθυρα ήταν σαν πίνακες ζωγραφικής όταν έπεφτε πάνω τους το φως της λάμπας.

Κάθε βράδυ, μόλις ερχόταν η ώρα, τρέχαμε κάτω από την κόκκινη βελέντζα, αγκαλιασμένοι. Η μάνα χαμήλωνε το φυτίλι, κι ο κόσμος γινόταν μικρός, μια ανάσα φωτός μέσα στο σκοτάδι. Τότε ήταν που στον τοίχο έβλεπα τον γίγαντα, πάντα στο ίδιο σημείο, να με κοιτά χωρίς να κουνιέται, χωρίς να μιλάει, και μέσα μου μεγάλωνε ο φόβος πως θα πάρει τον αδερφό μου μακριά.

Δεν άντεξα ένα βράδυ και ξέσπασα σε κλάματα. Φώναζα:

«Μάνα, σκότωσέ τον, σε παρακαλώ!»

Η μάνα δεν καταλάβαινε. Ο πατέρας σηκώθηκε από το κρεβάτι με το ήρεμο γέλιο του, πλησίασε, και με μια απλή κίνηση πήρε το κανάτι από το τραπέζι, έσπρωξε λίγο την καρέκλα. Τότε ο γίγαντας χάθηκε από τον τοίχο, διαλύθηκε όπως το χιόνι που λιώνει στον ήλιο.

Από τότε, τα βράδια μας έγιναν ήσυχα. Η λάμπα φώτιζε το δωμάτιο, οι κουρελούδες στα παράθυρα έμοιαζαν ακόμα πιο όμορφες, κι η μάνα μας τραγουδούσε χαμηλά, να μας νανουρίσει. Έτσι έσβηνε η μέρα μας, μέσα στη θαλπωρή της σόμπας, το τραγούδι της μάνας και την ανάσα της λάμπας που μας κράταγε συντροφιά, καθώς ο χειμώνας έξω αγρίευε, κι εμείς μαθαίναμε να μην φοβόμαστε πια τις σκιές.


Ο κύκλος της τιμής: προσευχή, παιδί, τραγούδι

 

Κάθε χρόνο, το Βαλτινό ξανασμίγει με τη μνήμη του. Ο Οκτώβρης φέρνει μαζί του τον ήχο της καμπάνας, τα σημαιάκια που κυματίζουν πάνω από την πλατεία και τη σιωπή της αναπόλησης. Μα φέτος, κάτι καινούργιο φώτισε την τελετή, μια νέα παρουσία, μια νέα πνοή. Ο πατέρας Δωρόθεος, ο νεαρός ιερέας του Αγίου Αθανασίου, στάθηκε για πρώτη φορά μπροστά στο μνημείο των πεσόντων, θυμιατίζοντας τον αέρα με ευλάβεια και προσήλωση. Το θυμίαμα ανέβαινε σαν προσευχή, και μέσα στο φως του βουνού, πίσω απ' το σιντριβάνι και τον ουρανό, έμοιαζε να ανταμώνει με τις ψυχές των παλιών ηρώων.

Κι έπειτα, τα παιδιά, εκείνα τα μικρά, που κάθε χρόνο σκαρφαλώνουν στα σκαλοπάτια του μνημείου, με τα λευκά τους ρούχα και τα καθαρά τους πρόσωπα, κάθισαν πάλι στη σειρά. Δεν γνωρίζουν ίσως τα ονόματα των πεσόντων, μα γνωρίζουν κάτι βαθύτερο: την αξία του να θυμάσαι. Με το παιδικό τους βλέμμα αποδίδουν τιμή όχι με λόγια, αλλά με την παρουσία τους, με τη σιωπή που γίνεται ευχή, με το χαμόγελο που γίνεται υπόσχεση. Έτσι, το μνημείο δεν είναι πια πέτρα. Είναι σχολείο ψυχής, είναι βήμα μέλλοντος.

Και ανάμεσά τους, λίγο πιο πίσω, ο άνθρωπος που φροντίζει να ακουστεί η μουσική, εκείνος με τα καλώδια, τις κονσόλες και την ήρεμη συγκέντρωση. Ο άγνωστος «μαέστρος» της τελετής, που χωρίς να φαίνεται, εμψυχώνει τη στιγμή. Από τα χέρια του περνούν οι ήχοι των εμβατηρίων, τα τραγούδια της μνήμης, οι ρυθμοί της συγκίνησης. Είναι κι αυτός ένας κρίκος στην αλυσίδα της τιμής, ο άνθρωπος της καθημερινότητας που, με τη σιωπηλή του τέχνη, υπηρετεί την κοινή μνήμη.

Έτσι, στο Βαλτινό, η 28η Οκτωβρίου είναι μια πράξη συνέχειας. Από τον ιερέα που προσεύχεται, στα παιδιά που κοιτούν, και ως τον άνθρωπο που ρυθμίζει τον ήχο, όλοι συμμετέχουν σε ένα άγραφο συμβόλαιο με την ιστορία: να μη χαθεί ποτέ το νήμα που συνδέει το χθες με το σήμερα. Και όσο κυματίζουν οι σημαίες κάτω από τον καθαρό ουρανό της Πίνδου, η μνήμη θα παραμένει ζωντανή σαν φως.


επικοινωνιστε μαζι μας