Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Ο Μινώταυρος της Ανάγκης

 Του Δημήτρη Τσιγάρα 

Στην πλατεία των Τρικάλων, δυο γέροι κάθονται στο παγκάκι τους, εκεί όπου κάθε απόγευμα μαζεύεται ο χρόνος και γίνεται κουβέντα. Η είδηση του δυστυχήματος στη βιομηχανία Βιολάντα έχει πέσει πάνω στην πόλη σαν βαριά σκιά. Δεν είναι μόνο ένα γεγονός, είναι ένας καθρέφτης που αναγκάζει τους ανθρώπους να κοιτάξουν μέσα τους.

—Τα έμαθες, πολλοί εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν έξω από το δικαστικό μέγαρο για συμπαράσταση προς τον υπεύθυνο του εργοστασίου…

Η φωνή του πρώτου είναι χαμηλή, σαν να φοβάται μήπως διαταράξει μια εύθραυστη ισορροπία.

—Τι να κάνουν; φοβούνται μην χάσουν την εργασία τους… Βλέπεις, το φάσμα της ανεργίας πλανάται παντού στην περιοχή μας.

Η απάντηση δεν είναι κατηγορία, είναι διαπίστωση. Στις μικρές πόλεις η εργασία δεν είναι απλώς μέσο βιοπορισμού, είναι νήμα που κρατά δεμένες ολόκληρες οικογένειες. Όταν αυτό το νήμα απειλείται, οι άνθρωποι σφίγγουν τα χέρια τους γύρω του, ακόμη κι αν καίγονται.

—Μα δεν σκέφτονται τις πέντε γυναίκες που έχασαν τη ζωή τους στα καλά καθούμενα; Δεν συναισθάνονται την ορφάνια, τον πόνο των οικογενειών τους;

Η ερώτηση αιωρείται. Δεν ζητά απάντηση, ζητά συνείδηση. Το δυστύχημα δεν είναι μόνο αριθμοί και ανακοινώσεις. Είναι άδειες καρέκλες στα τραπέζια, ρούχα που έμειναν διπλωμένα, φωνές που δεν θα ξανακουστούν. Είναι η βίαιη υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε παραγωγή, κάθε κέρδος, κάθε ρυθμό μηχανής, υπάρχει ο εύθραυστος άνθρωπος.

Ο άλλος γέρος αναστενάζει.

—Αχ φίλε μου, δυστυχώς ο Μινώταυρος ζει και πάντα θα χρειάζεται να θυσιάζουμε νέους για χάρη του…

Η αρχαία εικόνα ξεπροβάλλει απρόσμενα σύγχρονη. Ο Μινώταυρος δεν κατοικεί πια σε λαβύρινθο από πέτρα, αλλά σε λαβυρίνθους οικονομικούς και κοινωνικούς. Είναι η αδυσώπητη λογική που μετατρέπει τον άνθρωπο σε μέσο, που ζητά θυσίες στο όνομα της ανάπτυξης, της επιβίωσης, της ανάγκης. Κάθε εποχή αλλάζει τα ονόματα των τεράτων της, μα η ουσία τους μένει ίδια.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκοτεινή αλληγορία, υπάρχει και μια άλλη δυνατότητα: να αναγνωρίσουμε τον λαβύρινθο και να αναζητήσουμε την έξοδο. Η συμπαράσταση των εργαζομένων γεννιέται από τον φόβο, αλλά και από την ανάγκη για σταθερότητα. Ο πόνος των οικογενειών γεννιέται από την απώλεια, αλλά και από την απαίτηση για δικαιοσύνη. Αν αυτές οι δύο πραγματικότητες παραμείνουν αντίπαλες, ο Μινώταυρος θα συνεχίσει να τρέφεται.

Οι δυο γέροι σωπαίνουν. Γύρω τους η πόλη συνεχίζει τον ρυθμό της: μαγαζιά ανοίγουν, παιδιά γελούν, αυτοκίνητα περνούν. Η ζωή επιμένει, μα κουβαλά πλέον ένα επιπλέον βάρος μνήμης. Το δυστύχημα γίνεται σιωπηλό ερώτημα προς όλους: ποια αξία δίνουμε στην ανθρώπινη ζωή και ποιο τίμημα είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχτούμε;

Ίσως η αληθινή πρόκληση να είναι να χτίσουμε έναν κόσμο όπου κανένας δεν θα χρειάζεται να διαλέγει ανάμεσα στον φόβο της ανεργίας και στον σεβασμό προς τη ζωή. Έναν κόσμο όπου οι θυσίες δεν θα θεωρούνται αναπόφευκτες, αλλά αποτυχίες που μας καλούν σε αλλαγή. Μέχρι τότε, οι κουβέντες στα παγκάκια θα συνεχίζουν να κρατούν ζωντανή τη συνείδηση - μικρές εστίες σκέψης απέναντι σε έναν λαβύρινθο που ζητά, ξανά και ξανά, να τον διαβούμε με περισσότερη ανθρωπιά.


Ξυλοπάροικο-Κόρη-Πρόδρομος. Το ορειβατικό μονοπάτι του ανατολικού Κόζιακα

 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια ζωντανή περιγραφή ορειβατικής διάσχισης στην ανατολική πλευρά του Κόζιακα, γραμμένη από τον Νίκο Μερτσιώτη. Με λόγο άμεσο και παραστατικό, ο πεζοπόρος καταγράφει μια χειμωνιάτικη πορεία από το Ξυλοπάροικο προς την Κόρη και τον Πρόδρομο, αναδεικνύοντας την άγρια ομορφιά του τοπίου, τη σιωπή του δάσους και τη ζεστή φιλοξενία των ανθρώπων της περιοχής. Πρόκειται για ένα μικρό οδοιπορικό που συνδυάζει τη φυσιολατρική εμπειρία με την ανθρώπινη επαφή, μεταφέροντας στον αναγνώστη την αίσθηση της περιπέτειας και της γαλήνης που προσφέρει το βουνό.

Ξυλοπάροικο-Κόρη-Πρόδρομος. Άλλη μια διάσχιση στην ανατολική μεριά του Κόζιακα.

Ξεκινώντας από το Ξυλοπάροικο πήραμε την ανηφόρα για την Κόρη. Το μονοπάτι πλέον καλοσημαδεμένο, έτοιμο να υποδεχτεί τους πεζοπόρους στην Πανθεσσαλική συνάντηση του Μαΐου. Πότε μέσα σε δρυς, πότε σε βελανιδιές και αιωνόβιες καστανιές, αφήνουμε τα ίχνη μας στο λιγοστό χιόνι που έχει ρίξει από προχτές. Μαζί με τα δικά μας, και αυτά ενός ζαρκαδιού που τρόμαξε από την παράταιρη παρουσία μας.

Λίγο πριν φτάσουμε στον όμορφο οικισμό της Κόρης, γεμίζουμε τα παγούρια μας στη βρύση του Γεράση. Μέσα στο χωριό συναντήσαμε ελάχιστους ανθρώπους. Σπίτια ερμητικά κλειστά, περιμένουν τους επισκέπτες του καλοκαιριού για να ζωντανέψουν ξανά. Συνεχίζουμε την πορεία μας προς τα βόρεια, με το μάτι να μη χορταίνει να κοιτάει τα δυσπρόσιτα βράχια της ανατολικής ορθοπλαγιάς του Κόζιακα. Κάτω απ' τα βράχια το δάσος πλέον πυκνό. Η ησυχία του, διαπεραστική. Μαζί με το φρέσκο χιόνι η βλάστηση δε μας αφήνει να κινηθούμε όσο γρήγορα θέλαμε. Τραβερσάρουμε μέσα σε δάσος οξιάς, δρυός και καστανιάς μέχρι το πέρασμα της Θύρας. Από κει και κάτω μας συντροφεύει η θέα του κάμπου και του χωριών.

Φτάνοντας στον Πρόδρομο δίπλα στο ξωκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους δεν θα μπορούσαμε να τύχουμε καλύτερης υποδοχής. Το καζάνι έβραζε και η μανέστρα ήταν έτοιμη να σερβιριστεί στους λιγοστούς προσκυνητές του εσπερινού. Οι κάτοικοι με χαρά μας φίλεψαν από ένα πιάτο, την ώρα που μας ρωτούσαν με περιέργεια από που ερχόμαστε. Μετά το φαγητό ήρθε και το τσίπουρο, για να κλείσει όμορφα άλλη μια μέρα στο βουνό!




Νίκος Μερτσιώτης 2025


επικοινωνιστε μαζι μας