Μα τι να είναι αυτές οι αέρινες λευκές κορμοστασιές των δέντρων που βγήκαν περίπατο από τα χαράματα έξω από το ναρκωμένο χωριό; Να είναι μήπως ξωθιές της νύχτας, που τις μαγνήτισαν τα ανθρώπινα όνειρα και ύστερα ξεχάστηκαν; Να είναι μήπως σπίθες της νύχτας που ξεγελάστηκαν από τη μέρα που κατέφθασε και τις φυλάκισε μέσα στα λαμπερά θυλάκιά της; Να είναι το πετρωμένο αλάτι από τους ξεχειλισμένους ανθρώπινους πόνους που τελειωμό δεν έχουν; Να είναι ξεγελαστικές οπτασίες του Ωραίου που θέλουν να απωθήσουν όλα τα αποτρόπαια του βίου μας; Να είναι ακόμα οι νεκρές δασκάλες του χορού, που βγήκαν στο λιβάδι να διδάξουν τα κοιμισμένα κορίτσια; Ας μείνουμε για λίγο μαρμαρωμένοι μπροστά τους. Ας τις ατενίσουμε πριν εκείνες σαν αερικά φυγαδευτούν μέσα στις αιφνίδιες ρωγμές του χρόνου.
Του Ηλία Κεφάλα
