Την ώρα που οι γυναίκες του χωριού μεταφέρουν το γάλα στο γαλατάδικο, ο ήλιος απλώνει ένα απαλό φως πάνω στη γη, σαν να θέλει να ευλογήσει τον κόπο τους. Η Γεωργία και η Βασιλική έχουν ήδη τελειώσει το άρμεγμα, οι αγελάδες τους, ήμερες και οικόσιτες, στάθηκαν υπομονετικά στον αχυρώνα, όπως κάθε πρωί. Γέμισαν τα γκιούμια με το ζεστό γάλα, τα σήκωσαν με τη γνώριμη κίνηση της συνήθειας και βιάστηκαν να τα παραδώσουν στον γαλατά, πριν η μέρα πάρει μπρος και σκορπίσει ξανά τους χωριανούς στα πολλά μεροκάματα της ζωής.
Εκείνα τα χρόνια, τότε που οι κάτοικοι του
Βαλτινού κρατούσαν ακόμη μια βαθιά σχέση με τη γη και τα ζωντανά τους, το γάλα ήταν
καρπός της καθημερινής φροντίδας, της έγνοιας και της αντοχής. Στα σπίτια
υπήρχαν αγελάδες και πρόβατα, γουρούνια και πουλερικά, κι ο καθένας συμπλήρωνε
τον βιοπορισμό του με ό,τι μπορούσε να παράξει. Η ζωή ήταν λιτή, μα όχι φτωχή,
είχε ήχους και μυρωδιές, ρυθμούς και καθήκοντα που όλοι αναγνώριζαν.
Κοιτάζοντας τη Γεωργία και τη Βασιλική στη
φωτογραφία, κανείς βλέπει κάτι περισσότερο από δύο γυναίκες με γκιούμια στα
χέρια. Βλέπει την αξιοπρέπεια μιας εποχής που δεν φωνασκεί αλλά υπάρχει,
αθόρυβη και καθαρή όπως το πρωινό φως. Βλέπει την αλληλεγγύη των ανθρώπων του
τόπου, που δούλευαν μαζί, μοιράζονταν τη γη, τα βάρη, τις χαρές και τις έγνοιες
τους.


