Υπό το βλέμμα της προτομής, ο σιδηροδρομικός Σταθμός των Τρικάλων μοιάζει
σαν να ανασαίνει μαζί με το φθινοπωρινό ηλιοβασίλεμα. Η σιωπηλή μορφή του ήρωα,
ακίνητη πάνω στο βάθρο της, παρακολουθεί δεκαετίες τώρα τα περάσματα των
ανθρώπων, ταξιδιώτες βιαστικούς, εργάτες που ξεκινούσαν πριν ξημερώσει,
ερωτευμένους που αποχαιρετήθηκαν στην αποβάθρα. Κάποτε εδώ ακουγόταν ο παλμός
της πορείας των τρένων, τώρα όμως ο χρόνος κυλά αλλιώς.
Γιατί από το δυστύχημα των Τεμπών και μετά, κανένα τρένο δεν έφτασε ή δεν
έφυγε από τον Σταθμό. Οι ράγες έμειναν σιωπηλές, ακατάλληλες και
εγκαταλελειμμένες, σαν να πενθούν κι αυτές μαζί με τη χώρα. Η απουσία τους δεν
είναι απλώς κενό στην καθημερινότητα, είναι πληγή στη μνήμη, στη συνέχεια, στον
τρόπο που η πόλη συνδέεται με τον κόσμο. Το όμορφο κτίριο του Σταθμού στέκει
απέναντι από την προτομή σαν μάρτυρας που δεν έχει πια να αφηγηθεί αφίξεις και
αναχωρήσεις, μόνο την ακινησία.
Οι τοίχοι του, φθαρμένοι και γεμάτοι γραμμένες λέξεις, έχουν γίνει
παλίμψηστο εποχών: πάνω τους διασταυρώνονται η οργή, η ανάγκη για φωνή, η
επιμονή της ελπίδας. Σαν να προσπαθεί η πόλη να μιλήσει εκεί όπου τα τρένα
σώπασαν. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, το φως της δύσης πέφτει πάνω στο κτίριο και
το περιβάλλει με μια λεπτή μελαγχολία, σαν να χαράζει με το τελευταίο του χρώμα
την υπόμνηση ότι τίποτα δεν διαρκεί αμέριμνα.
Κάθε απόγευμα, στο προαύλιο, κάποιος κάθεται στο γρασίδι. Άλλος κάθεται σε
μια άκρη με το ποδήλατο δίπλα του. Σκιές ανθρώπων που μοιάζουν να συνεδριάζουν
μυστικά με τη σιωπή του Σταθμού. Κάποτε θα έβλεπαν τρένα να περνούν μπροστά
τους και θα έβρισκαν αφορμή να ονειρευτούν. Τώρα, το μόνο που περνά είναι ο
άνεμος.
Κι η προτομή; Μια μορφή που δεν μπορεί να μιλήσει, αλλά μοιάζει να κουβαλά
την ευθύνη των ανείπωτων. Το βλέμμα της -παγωμένο, επίμονο- είναι σαν να κρατά
λογαριασμό για όσα χάθηκαν άδικα, για όσα σταμάτησαν βίαια. Ίσως αν μπορούσε,
να κατέβαινε από το βάθρο και να χτυπούσε τις πόρτες των γραφείων, να απαιτήσει
δικαιοσύνη ή έστω συνέχεια. Μα μένει εκεί, αλύγιστη, σύμβολο που ματώνει σιωπηλά.
Έτσι, υπό το βλέμμα του ήρωα και στο φως της δύσης, ο Σταθμός των Τρικάλων
γίνεται κάτι περισσότερο από ένας χώρος αναμονής: είναι μνημείο μιας απώλειας
που ζητά δικαίωση και μιας προσδοκίας που αναζητά επιστροφή. Ένα σημείο όπου το
παρελθόν, το παρόν και η απούσα συνέχεια του ταξιδιού συναντιούνται σε μια
σιωπή που λέει περισσότερα από οποιονδήποτε θόρυβο τρένου.



