Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα
Μεγάλη
απόφαση πήρε εκείνο το καλοκαίρι η Στεργιάνω από το Βαλτινό, να κατέβει στην
Αθήνα να δει τον γιο της τον Βαγγέλη, «να χαρεί και τα εγγόνια», όπως έλεγε, κι
ας μην την χώραγε ο τόπος. Γιατί άλλο χωριό κι άλλο τσιμεντούπολη. Στο χωριό,
άμα ανοίξεις την πόρτα, σε καλημερίζει ο ήλιος, η κότα, ο γείτονας και, αν
έχεις κέφια, κι εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου.
Στην
Αθήνα, όμως, η Στεργιάνω κατάλαβε από την πρώτη μέρα πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ξύπνησε χαράματα, όπως πάντα, το βιολογικό της ρολόι ήταν ρυθμισμένο στα
«ζωντανά» και στα χωράφια, όχι στα ρολά της πολυκατοικίας. Έφτιαξε μόνη της
καφέ και βγήκε έξω, γιατί το διαμέρισμα την πλάκωνε σαν σιδερόφρακτο μαντρί.
Κάθισε
στο παγκάκι της εισόδου και άρχισε να χαζεύει. Κόσμος να περνάει, να τρέχει.
«Λες και τους κυνηγάνε», σκέφτηκε. Τους κοίταζε έναν έναν, τους χαμογελούσε…
τίποτα. Ούτε βλέμμα, ούτε νεύμα, ούτε ένα «καλημέρα χριστιανέ μου».
Τη
δεύτερη μέρα το ίδιο. Την τρίτη, άρχισε να την τρώει το σαράκι. Το βράδυ, την
ώρα που έτρωγαν, γύρισε στον Βαγγέλη και του λέει, με ύφος βαθιά αδικημένης:
—
Αρέ Βαγγέλη, να τ’ς βαρέσει μέσα… τι στο διάολο τους έκανα και δε με λεν
καλημέρα εδώ οι άνθρωποι;
Ο
Βαγγέλης χαμογέλασε κουρασμένα. Προσπάθησε να της εξηγήσει για τις
μεγαλουπόλεις, την αποξένωση, το άγχος, τα ωράρια, τα προβλήματα. Της μίλησε
για «κοινωνικές δομές» και «απρόσωπες σχέσεις».
Η
Στεργιάνω τον άκουγε σοβαρά, κουνώντας το κεφάλι, ώσπου στο τέλος σηκώθηκε
όρθια σαν να έπαιρνε όρκο:
—
Ε, λοιπόν, εγώ θα τους μάθω να μου τη λένε την καλημέρα!
Ο
Βαγγέλης τρόμαξε. Η νύφη του χαμογέλασε επικίνδυνα. Τα εγγόνια χειροκρότησαν.
Την
άλλη μέρα, από τα χαράματα, η Στεργιάνω έπιασε θέση στο παγκάκι της. Στρατηγικό
σημείο, περνούσαν όλοι. Πρώτος ένας κύριος με κοστούμι, σκυθρωπός, με
χαρτοφύλακα.
—
Καλημέρα αφέντη μ’! του φώναξε με φωνή που θα τρόμαζε και γίδα στο βουνό.
Ο
κύριος παραλίγο να του πέσει ο χαρτοφύλακας. Την κοίταξε, δεν απάντησε και
επιτάχυνε.
—
Να τα μας… μουρμούρισε η Στεργιάνω. Θα στρώσεις εσύ.
Δεύτερη
μια κοπέλα με καφέ στο χέρι.
—
Καλημέρα κυρά μ’! Να ’σαι καλά!
Η
κοπέλα χαμογέλασε αμήχανα και είπε ένα δειλό «εε… καλημέρα».
Η
Στεργιάνω άστραψε.
—
Είδες; πιάνει!
Μέρα
με τη μέρα, η φήμη απλώθηκε. «Η γιαγιά της καλημέρας», την έλεγαν. Άλλοι την
απέφευγαν αλλάζοντας πεζοδρόμιο, άλλοι περίμεναν σχεδόν με ανυπομονησία να τους
καλημερίσει. Ένας συνταξιούχος άρχισε να κάθεται δίπλα της. Μια κυρία με σκύλο
της έφερνε κουλουράκια. Ένας τυροπιτάς, που στην αρχή κοίταζε κάτω, μια μέρα
της είπε:
—
Αν δε μου πείτε καλημέρα, δε φεύγω.
Και
η Στεργιάνω, περήφανη, του απάντησε:
—
Άργησα σήμερα, παλληκάρι μ’, συγχώρεσέ με.
Το
αποκορύφωμα ήρθε όταν μια μέρα κατέβηκε όλη η πολυκατοικία. Ο θυρωρός (που δεν
υπήρχε), η κυρία του τρίτου, ο φοιτητής του πέμπτου, όλοι έλεγαν καλημέρα. Σαν
χωριό είχε γίνει το πρωινό.
Όταν
έφυγε η Στεργιάνω για το Βαλτινό, το παγκάκι έμεινε άδειο. Μα όχι για πολύ.
Κάποιος κάθισε. Μετά άλλος. Και το πρωί, χωρίς να το πολυσκεφτούν, άρχισαν να
λένε καλημέρα.
Και
κάπου εκεί, ανάμεσα σε τσιμέντα και πολυκατοικίες, φύτρωσε λίγη ανθρωπιά.
Καλημέρα,
λοιπόν.
Καλημέρα αείμνηστη Στεργιάνω.
Γιατί καμιά φορά, για να αλλάξεις τον κόσμο, δεν χρειάζεσαι μεγάλα λόγια,
φτάνει να πεις μια καλημέρα δυνατά, καθαρά και με χαμόγελο.


