Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Η Στεργιάνω και η Επανάσταση της Καλημέρας

 Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Μεγάλη απόφαση πήρε εκείνο το καλοκαίρι η Στεργιάνω από το Βαλτινό, να κατέβει στην Αθήνα να δει τον γιο της τον Βαγγέλη, «να χαρεί και τα εγγόνια», όπως έλεγε, κι ας μην την χώραγε ο τόπος. Γιατί άλλο χωριό κι άλλο τσιμεντούπολη. Στο χωριό, άμα ανοίξεις την πόρτα, σε καλημερίζει ο ήλιος, η κότα, ο γείτονας και, αν έχεις κέφια, κι εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου.

Στην Αθήνα, όμως, η Στεργιάνω κατάλαβε από την πρώτη μέρα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ξύπνησε χαράματα, όπως πάντα, το βιολογικό της ρολόι ήταν ρυθμισμένο στα «ζωντανά» και στα χωράφια, όχι στα ρολά της πολυκατοικίας. Έφτιαξε μόνη της καφέ και βγήκε έξω, γιατί το διαμέρισμα την πλάκωνε σαν σιδερόφρακτο μαντρί.

Κάθισε στο παγκάκι της εισόδου και άρχισε να χαζεύει. Κόσμος να περνάει, να τρέχει. «Λες και τους κυνηγάνε», σκέφτηκε. Τους κοίταζε έναν έναν, τους χαμογελούσε… τίποτα. Ούτε βλέμμα, ούτε νεύμα, ούτε ένα «καλημέρα χριστιανέ μου».

Τη δεύτερη μέρα το ίδιο. Την τρίτη, άρχισε να την τρώει το σαράκι. Το βράδυ, την ώρα που έτρωγαν, γύρισε στον Βαγγέλη και του λέει, με ύφος βαθιά αδικημένης:

— Αρέ Βαγγέλη, να τ’ς βαρέσει μέσα… τι στο διάολο τους έκανα και δε με λεν καλημέρα εδώ οι άνθρωποι;

Ο Βαγγέλης χαμογέλασε κουρασμένα. Προσπάθησε να της εξηγήσει για τις μεγαλουπόλεις, την αποξένωση, το άγχος, τα ωράρια, τα προβλήματα. Της μίλησε για «κοινωνικές δομές» και «απρόσωπες σχέσεις».

Η Στεργιάνω τον άκουγε σοβαρά, κουνώντας το κεφάλι, ώσπου στο τέλος σηκώθηκε όρθια σαν να έπαιρνε όρκο:

— Ε, λοιπόν, εγώ θα τους μάθω να μου τη λένε την καλημέρα!

Ο Βαγγέλης τρόμαξε. Η νύφη του χαμογέλασε επικίνδυνα. Τα εγγόνια χειροκρότησαν.

Την άλλη μέρα, από τα χαράματα, η Στεργιάνω έπιασε θέση στο παγκάκι της. Στρατηγικό σημείο, περνούσαν όλοι. Πρώτος ένας κύριος με κοστούμι, σκυθρωπός, με χαρτοφύλακα.

— Καλημέρα αφέντη μ’! του φώναξε με φωνή που θα τρόμαζε και γίδα στο βουνό.

Ο κύριος παραλίγο να του πέσει ο χαρτοφύλακας. Την κοίταξε, δεν απάντησε και επιτάχυνε.

— Να τα μας… μουρμούρισε η Στεργιάνω. Θα στρώσεις εσύ.

Δεύτερη μια κοπέλα με καφέ στο χέρι.

— Καλημέρα κυρά μ’! Να ’σαι καλά!

Η κοπέλα χαμογέλασε αμήχανα και είπε ένα δειλό «εε… καλημέρα».

Η Στεργιάνω άστραψε.

— Είδες; πιάνει!

Μέρα με τη μέρα, η φήμη απλώθηκε. «Η γιαγιά της καλημέρας», την έλεγαν. Άλλοι την απέφευγαν αλλάζοντας πεζοδρόμιο, άλλοι περίμεναν σχεδόν με ανυπομονησία να τους καλημερίσει. Ένας συνταξιούχος άρχισε να κάθεται δίπλα της. Μια κυρία με σκύλο της έφερνε κουλουράκια. Ένας τυροπιτάς, που στην αρχή κοίταζε κάτω, μια μέρα της είπε:

— Αν δε μου πείτε καλημέρα, δε φεύγω.

Και η Στεργιάνω, περήφανη, του απάντησε:

— Άργησα σήμερα, παλληκάρι μ’, συγχώρεσέ με.

Το αποκορύφωμα ήρθε όταν μια μέρα κατέβηκε όλη η πολυκατοικία. Ο θυρωρός (που δεν υπήρχε), η κυρία του τρίτου, ο φοιτητής του πέμπτου, όλοι έλεγαν καλημέρα. Σαν χωριό είχε γίνει το πρωινό.

Όταν έφυγε η Στεργιάνω για το Βαλτινό, το παγκάκι έμεινε άδειο. Μα όχι για πολύ. Κάποιος κάθισε. Μετά άλλος. Και το πρωί, χωρίς να το πολυσκεφτούν, άρχισαν να λένε καλημέρα.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε τσιμέντα και πολυκατοικίες, φύτρωσε λίγη ανθρωπιά.

Καλημέρα, λοιπόν.
Καλημέρα αείμνηστη Στεργιάνω.
Γιατί καμιά φορά, για να αλλάξεις τον κόσμο, δεν χρειάζεσαι μεγάλα λόγια, φτάνει να πεις μια καλημέρα δυνατά, καθαρά και με χαμόγελο.


«Θέλω να θυμάμαι» - Από την συλλογή του Χρήστου Γκίμτσα

 

Δεκαετία του 1960, κι εγώ μαζί με τους συνομήλικούς μου βρισκόμασταν στα θρανία του πρώτου δημοτικού σχολείου, που τότε στεγαζόταν στο όμορφο, πέτρινο και διατηρητέο κτίριο απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου.

Ήμασταν τότε μια μεγάλη παρέα από πιτσιρικάδες. Τα σπίτια μας βρίσκονταν στις οδούς Βούλγαρη, Πελέκη, Χαριλάου Τρικούπη, Λάκμωνος, Ψαρών- που τότε ήταν ένα καλντερίμι- και γενικά στους δρόμους γύρω από την πλατεία της Βουβής.

Η πλατεία εκείνη ήταν τότε αλάνα και αποτελούσε το σημείο αναφοράς για όλες τις δραστηριότητές μας. Εκεί γίνονταν οι συναντήσεις μας, το ποδόσφαιρο, τα επικίνδυνα παιχνίδια με την ασετιλίνη, αλλά και το πέταγμα του χαρταετού.

Δυτικά της αλάνας υπήρχαν κάποια κτήματα γεμάτα βλάστηση, που τον χειμώνα μετατρέπονταν σε υδροβιότοπο, αφού κρατούσαν νερό. Εκεί έβρισκες όλα τα πετούμενα του ουρανού. Εννοείται πως αυτόν τον χώρο, χειμώνα καιρό, μόνο με εκείνες τις μαύρες γαλότσες μπορούσες να τον περπατήσεις.

Εκεί δοκιμάζαμε τα τόξα και τις σφεντόνες μας και, μέσα στην πυκνή βλάστηση, είχαμε τα λημέρια μας. Η περιοχή αυτή με τον καιρό οικοπεδοποιήθηκε, γέμισε νεόδμητες οικοδομές και σήμερα τη λένε «τα Δημοσιοϋπαλληλικά».

Από το σχολείο μας χώριζε ο Ληθαίος και η πρόσβαση γινόταν είτε από τη γέφυρα του Τρικκαίογλου είτε, συχνότερα, από τη γέφυρα της Γούρνας. Η γέφυρα στο ύψος της Βούλγαρη κατασκευάστηκε πολύ αργότερα, τότε δεν υπήρχε.

Εκείνη την εποχή το ποτάμι ήταν για όλη την πιτσιρικαρία της περιοχής ένας ακόμη ζωτικός χώρος. Ακριβώς κάτω από την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου σχηματιζόταν ένα φυσικό βαθούλωμα και εκεί, τα καλοκαίρια, κολυμπούσαμε, αφού τότε το νερό ήταν πεντακάθαρο.

Και όχι μόνο αυτό. Εκεί μάθαμε να ψαρεύουμε με καλάμι, αγκίστρι και δόλωμα σκουλήκι, γιατί το ποτάμι είχε άφθονα ψάρια -κυρίως μπριάνες- αλλά και καραβίδες, που τις πιάναμε με τα χέρια. Οι μεγαλύτεροι της παρέας τις πουλούσαν στα τσιπουράδικα της παλιάς αγοράς, που σήμερα έχει πια γκρεμιστεί, και εξασφάλιζαν καλό χαρτζιλίκι.

Το να πηγαίνουμε όμως στο σχολείο δυο φορές τη μέρα, πρωί και απόγευμα, περνώντας τις γέφυρες του Τρικκαίογλου και της Γούρνας, δεν ήταν και το πιο ευχάριστο. Γι’ αυτό, στο ύψος της εκκλησίας, όταν ο καιρός ήταν καλός και το ποτάμι δεν είχε «κατεβάσει» -κοντά παντελόνια φορούσαμε άλλωστε- βγάζαμε παπούτσια και κάλτσες και με μερικές δρασκελιές περνούσαμε απέναντι. Στεγνώναμε όπως όπως, ξαναφορούσαμε κάλτσες και παπούτσια και ανηφορίζαμε για το σχολείο.

Μερικές φορές, όταν ο δάσκαλος καταλάβαινε πως «την είχαμε κάνει» μέσα από το ποτάμι, με το καλημέρα δοκίμαζε τη βέργα του επάνω μας. Αλλά μυαλό δεν βάζαμε.

Ένα απόγευμα, άνοιξη ήταν, γυρίζαμε από το μάθημα εγώ κι ένας κολλητός μου, ο Νίκος. Γειτονάκια ήμασταν, μέναμε στη Βούλγαρη. Εγώ σε μια χαμοκέλα φτιαγμένη με την τεχνική του μπαγδατιού κι εκείνος στο υπόγειο μιας μονοκατοικίας.

Αποφασίσαμε λοιπόν να γυρίσουμε μέσα από το ποτάμι. Βγάλαμε κάλτσες και παπούτσια και μπήκαμε στο νερό, κρατώντας στο ένα χέρι τα παπούτσια και στο άλλο τη σάκα. Κάποια στιγμή ο Νίκος παραπάτησε λίγο και, ώσπου να βρει την ισορροπία του, το ένα παπούτσι έπεσε στο νερό. Τρομαγμένοι αρχίσαμε να το ακολουθούμε για να το πιάσουμε, αλλά το ρεύμα ήταν αρκετά δυνατό και δεν τα καταφέραμε.

Το ακολουθήσαμε περπατώντας στην όχθη μέχρι τη γέφυρα της Μαρούγκαινας και μετά το χάσαμε από τα μάτια μας. Κατάλαβα την αγωνία και τον φόβο του. Θα γύριζε στο σπίτι μονοσάνταλος, σαν τον Θησέα. Πώς να εξηγήσει ότι είχε χάσει το παπούτσι μέσα στο ποτάμι;

Εκείνο το βράδυ, αν περνούσες έξω από το υπόγειο όπου έμενε, θα άκουγες το σπαρακτικό του κλάμα, τις φωνές της μάνας του και τον ήχο από τις σφαλιάρες. Υπήρχε άραγε δεύτερο ζευγάρι για την επόμενη μέρα; Φτωχοί άνθρωποι ήταν, όπως οι περισσότεροι στη γειτονιά.

Το επόμενο πρωί ο Νίκος ήρθε στο σχολείο με σκυμμένο κεφάλι, φορώντας εκείνες τις μαύρες γαλότσες - άνοιξη καιρό. Και δεν ήταν μόνο το ξύλο, ήταν και η καζούρα από τους συμμαθητές, όταν έμαθαν πως είχε χάσει το παπούτσι του.

Τα χρόνια πέρασαν και ο καθένας από εκείνη την παρέα τράβηξε τον δρόμο του. Ο Νίκος, που «δεν είχε μυαλό για γράμματα», πήγε λίγο γυμνάσιο και μετά δούλεψε στην οικοδομή, σε διάφορα αφεντικά. Είχε όμως μυαλό και προκοπή. Με τον καιρό έκανε δικό του συνεργείο, πήρε μαστόρους στη δούλεψή του και άνοιξε γραφείο με μια μεγάλη πινακίδα που έγραφε: «Εκτελούνται οικοδομικές εργασίες».

Πρόκοψε, όπως λένε. Κι ενώ εμείς τρέχαμε για σπουδές, μεταπτυχιακά και εξειδικεύσεις, εκείνος είχε φορτωμένους τραπεζικούς λογαριασμούς και μπλοκ επιταγών στην τσέπη - παρακαλώ.

Με τον Νίκο δεν χαθήκαμε. Μείναμε φιλαράκια, αν και συναντιόμαστε αραιά. Σε κάθε μας συνάντηση, πέρα από την ανυπόκριτη χαρά, είτε έχουμε δουλειά είτε όχι, αράζουμε στο πιο κοντινό καφενείο ή τσιπουράδικο για να τα πούμε, πάντα με την προϋπόθεση ότι θα κερνούσε εκείνος.

Και μέσα στην κουβέντα, πάντα γυρίζουμε στην αλάνα της Βουβής. Σε μία από αυτές τις συναντήσεις τον ρώτησα τι θυμόταν περισσότερο από εκείνα τα χρόνια. Δεν χρειάστηκε ούτε δευτερόλεπτο να σκεφτεί.

«Το ξύλο που έφαγα εκείνο το βράδυ που έχασα το παπούτσι και την καζούρα που μου κάνατε την επόμενη μέρα, όταν ήρθα στο σχολείο με τις γαλότσες. Αυτά θα τα θυμάμαι μέχρι να μου βγει η ψυχή».

Έτσι είπε και κατέβασε το ποτήρι με το τσίπουρο μονορούφι.

«Και αν πας τώρα στο σπίτι», συνέχισε, «θα βρεις στοιβαγμένα καμιά εικοσαριά ζευγάρια παπούτσια -ό,τι σχέδιο και χρώμα θέλεις- έτσι, για να ξεπαθιάζω και να μου φεύγει το άχτι».

Ξαφνιάστηκα. Τι κουβαλάει ο άνθρωπος μέσα στην ψυχή του καμιά φορά, σκέφτηκα. Μα δεν το είπα. Σήκωσα μόνο το ποτήρι και ήπια κι εγώ το περιεχόμενό του μονορούφι.

«Περασμένα ξεχασμένα. Άντε, στην υγειά μας», ήταν το μόνο που μπόρεσα να πω.












Christos.gim@gmail.com


επικοινωνιστε μαζι μας