Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Λέξεις του τόπου μας, από το Γλωσσάρι Ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής. ΚΑΠΑ



Του Ευαγγέλου Στάθη Φιλολόγου
Συνεχίζοντας την παρουσίαση μέρους από το λεκτικό – γλωσσολαογραφικό υλικό που αφορά τον τόπο μας, και το οποίο έχει καταγραφεί στο βιβλίο μου με τίτλο: «Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής», γίνεται μια επιλογή λέξεων που αρχίζουν από το γράμμα Κ και παρουσιάζονται παρακάτω με αλφαβητική σειρά:


καβάκι  του ουδ. ουσ. η λεύκα
καβούκι  του ουδ. ουσ. 1) το όστρακο ορισμένων ερπετών (της χελώνας, του κάβουρα)  2) το περίβλημα όπου αναπτύσσονται οι σπόροι των οσπρίων ή και άλλων καρπών: γιμάτις καβούκια είνι οι φασουλιές φέτου  3) μεταφ. στη φράση κλείσκι στου καβούκι τ’ (κλείστηκε στο σπίτι του, απομονώθηκε) 
καβουτσούκι  του ουδ. ουσ. πληθ. τα καβουτσούκια· παπούτσι από καουτσούκ· είναι αδιάβροχο και ανθεκτικό στη βροχή και στα λασπόνερα, αλλά ανθυγιεινό, ιδίως το καλοκαίρι· παλιά το φορούσαν όλοι οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι· θεωρούνταν ευτελές υπόδημα και δήλωνε φτώχεια: τότι ζούσαμι καλά κι ας φουρούσαμι καβουτσούκια
κάγκαένας  αόρ. αντων. κάγκαένας κάγκαμίνια κάγκαένα· κανένας, ουδείς
κάδη  η θηλ. ουσ. ξύλινο δοχείο σε διάφορα μεγέθη και σχήματα (κυρίως στρογγυλό) που χρησιμοποιείται για διάφορες γεωργοκτηνοτροφικές χρήσεις: πάτσαμι σταφύλια στην κάδη – αλάτσα του κρέας κι το ’βαλα στην κάδη – πήρα κάδη  για του τυρί
καδρόνι  του ουδ. ουσ. τετράπλευρο ξύλινο δοκάρι διάφορων διαστάσεων για διάφορες χρήσεις, κυρίως για τις στέγες των οικοδομών· μεταφ. στη φράση σαν αρπάξου κανα καδρόνι  απού καταή, θα ιδείς πού θα φτάεις  (για απειλή σε κάποιον)
καένας  αόρ. αντων. καένας καμίνια καένα· κανένας, κάποιος: γίνκαν τα καρπούζια; ε, γίνιτι απού καένα
καζάνας  η αρσ. ουσ. 1) ο καζανοκέφαλος, αυτός που έχει χοντρό κεφάλι: σιγά την ουμουρφχιά που έχει, εα ένας καζάνας είνι 2) ο ξεροκέφαλος: α, ρε καζάνα, πόσις βουλές θελτς να στου που (πω) να του καταλάβς;
καλαστάω   ρ. μεταβ. αόρ. καλάστσα· καλαστχιώμι αόρ. καλαστήτχα: χαιρετώ κάποιον εγκάρδια με φράσεις και χειρονομίες πολύ ευγενικές: πουλύ τιμιτική νύφη  ούλοι  τς καλαστάει, μι την καλημέρα κι την καλησπέρα στου στόμα τς είνι
καλημάνα  βλ. λ. γκαλιαμάνα
καλιακούδα  η θηλ. ουσ.  πληθ. οι καλιακούδις κι τα καλακούδγια 1) η καλιακούδα, η κάργια, το γνωστό πουλί με τα μαύρα φτερά 2) μεταφ. για γυναίκα που μιλάει πολύ (φλύαρη) ή δυνατά: σταμάτα κι συ, μαρ’ καλιακούδα
κάλισους  επίθ. η κάλισους η κάλισα του κάλισου· λέγεται για τα πρόβατα που έχουν κάτασπρο τρίχωμα, μαύρα αυτιά και δυο βούλες μαύρες στα μάτια τους που είναι γαλανά· είναι όμορφο πρόβατο, γι’αυτό λέγεται και για όμορφο άνθρωπο: ένας κάλισους, ψλος μι μαύρα μαλλιά
καλκάνας  η αρσ. ουσ. λέγεται  για κάποιον που έχει παχύ, χοντρό σβέρκο
καλότχια  η θηλ. ουσ.  πληθ. οι καλότχις· κακό πνεύμα, ξωτικό, νεράιδα· τα πνεύματα αυτά τα έλεγαν καλότ(υ)χες κατ’ ευφημισμό (για καλόπιασμα). Οι άνθρωποι της υπαίθρου τις φαντάζονταν πολύ όμορφες, με ξανθά μαλλιά, ασπροντυμένες και καλοχτενισμένες. Περιπλανιόνταν κοντά σε ποτάμια, βρύσες, πηγάδια, κοντά σε αλώνια και σε τόπους με πολλά δέντρα· εκεί κυκλοφορούσαν τις νύχτες, χορεύοντας και τραγουδώντας εξαίσια. Σε αυτές αποδίδονταν ασθένειες και παθήματα ανθρώπων

επικοινωνιστε μαζι μας