Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Η Όλγα που δεν ήθελε να φύγει μόνη της

 Διήγημα του Χρίστου Γκίμτσα

Όταν την πρωτοείδε, ήταν σε μια βιβλιοθήκη. Είχε μπροστά της μερικά βιβλία με θεατρικούς τίτλους, όπως μπόρεσε να διακρίνει, και καθώς διάβαζε, κρατούσε και κάποιες σημειώσεις.
Εκείνος μελετούσε για τη διπλωματική του στα οικονομικά.

Η πρώτη τους συνάντηση ήταν για καφέ και η δεύτερη σε ταβέρνα. Η τρίτη στο δωμάτιό της.

Ζούσε σε ένα υπόγειο. Μιλούσε πολύ. Σπούδαζε σε μια σχολή θεάτρου. Έλεγε πως θα γινόταν ηθοποιός. Ίσως και χορεύτρια, γιατί τη βοηθούσε το σώμα της.

Δεν ήταν σίγουρος τι ήταν αυτό που είχε επάνω της και τον γοήτευσε τόσο. Πάντως, με τον καιρό έγινε ο δικός του άνθρωπος, χωρίς να μπορεί να πει αν αυτό που ένιωθε γι’ αυτή τη γυναίκα ήταν έρωτας ή κάποια παραλλαγή του.

Η συνύπαρξη μαζί της ήταν μια περιπέτεια. Η ζωή της, ένα μυστήριο, και η συμπεριφορά της ουσιαστική για τη ζωή του· δεν ήξερε αν την επόμενη φορά που θα τη συναντούσε, θα ήταν χαρούμενη, θα έκλαιγε ή θα ονειροπολούσε.

Κάποιες στιγμές τού έλεγε πόσο τον αγαπούσε και πως ήταν ο μοναδικός σίγουρος άνθρωπος στη ζωή της.

Οι άλλοι άνθρωποι με τους οποίους συνυπήρχε, όταν δεν ήταν μαζί του, ήταν «κάποιοι» — κι εννοούσε αυτούς με τους οποίους κάποτε θα έπαιζαν σπουδαίες παραστάσεις.

Κάποια φορά που προσπάθησε να συζητήσει μαζί της αυτά που σκεφτόταν ή ονειρευόταν και, κυρίως, αυτά που είχε ζήσει, θύμωσε, τον είπε άσχετο και αδιάκριτο και εξαφανίστηκε για πάνω από έναν μήνα.

Προσπάθησε να την ψάξει, αλλά δεν ήξερε πού. Το μόνο δικό της που είχε ήταν τα κλειδιά του υπογείου της, που όσες φορές κι αν πήγε, το έβρισκε πάντα άδειο.

Όταν ξαναεμφανίστηκε, έπεσε στην αγκαλιά του και, κλαίγοντας, του είπε πως δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν.

Ούτε που ρώτησε πού βρισκόταν τόσο καιρό. Δεν τόλμησε. Την ίδια μέρα της επιστροφής της, έκαναν έρωτα σαν αγρίμια, λες και τα δυο κορμιά τους προσπαθούσαν να γίνουν ένα. Κάτι που επαναλαμβανόταν συχνά.

Και δεν ήταν η πρώτη φυγή της. Ακολούθησαν κι άλλες.

Τη μοναδική φορά που τον προειδοποίησε πως θα έφευγε, ήταν όταν του γνώρισε τον Στάθη. Σκηνοθέτης δήλωνε. Ένας λιπόσαρκος τύπος, που φώναζε από μακριά πως ήταν πρεζόνι.

Είχαν ετοιμάσει ένα θεατρικό, το πρώτο τους, και θα το παρουσίαζαν σε κάποια επαρχιακά θεατράκια.

Τρεις μήνες έκανε να γυρίσει. Την περίμενε, αγωνιούσε, ζήλευε και του έλειπε.

Απορούσε πάντως με τον εαυτό του: πώς αυτός, ένας οργανωμένος χαρακτήρας, αποδέχθηκε και εξαρτήθηκε από έναν τόσο αστάθμητο και απρόβλεπτο άνθρωπο, σαν την Όλγα. Όλγα την έλεγαν.

Πώς έγινε και ερωτεύτηκε μια γυναίκα για την οποία δεν ήξερε τίποτα — ούτε για το παρελθόν της ούτε για τη σκοτεινή ψυχή της.

Όταν γύρισε από την περιοδεία, την είδε απογοητευμένη. Μόνη της είπε πως δεν είχαν πάει καθόλου καλά, αλλά θα ξαναπροσπαθούσαν.

Από τότε, ούτε που θυμάται πόσες φορές είχε εξαφανιστεί κι αυτός να την περιμένει, σίγουρος πως θα ξαναγύριζε.

Και ξαναγύριζε πάντα, συνήθως μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, κλαίγοντας και λέγοντας πόσο της έλειπε και πόσο τον χρειαζόταν.

Ένα βράδυ του είπε πως θα απομονωνόταν στο υπόγειό της για να σκεφτεί και να μελετήσει ένα καινούριο θεατρικό που ετοίμαζαν και να μην την ενοχλούσε.

Του έλειπε και, ένα βράδυ, είπε να της κάνει έκπληξη πηγαίνοντας να τη βρει.

Όταν την είδε να βγαίνει από το υπόγειο αγκαλιά με τον Στάθη, πληγώθηκε και άδειασε μέσα του όλη η ψυχή του.

Ήταν σίγουρος πως κι εκείνη τον είδε, αλλά προσποιήθηκε την αδιάφορη.

Περίμενε να γυρίσει, να δώσει κάποιες εξηγήσεις, αλλά δεν ξαναφάνηκε. Αυτή τη φορά χάθηκε οριστικά.

Οικονομικά είχε σπουδάσει και η πρώτη του δουλειά ήταν σε ένα λογιστικό γραφείο. Η επόμενη ήταν σε μια τράπεζα και εκεί ολοκλήρωσε τις γνώσεις του σχετικά με τη διαχείριση του χρήματος. Και επειδή απέκτησε καλό όνομα στους οικονομικούς κύκλους, κατέληξε να γίνει σοβαρό στέλεχος μιας μεγάλης επενδυτικής εταιρείας.

Έκανε αρκετές σχέσεις στη ζωή του. Οι περισσότερες εφήμερες. Η πιο σοβαρή ήταν με τη Νίκη. Μια έξυπνη και στιβαρή γυναίκα. Την αγαπούσε. Έτσι έλεγε. Έτσι πίστευε.

Μέχρι που κάποιο πρωινό η Νίκη του ομολόγησε πως, όταν έκανε έρωτα μαζί της, μερικές φορές νόμιζε πως το μυαλό του βρισκόταν κάπου αλλού. Πως ανάμεσα στα δύο κορμιά τους παρεμβαλλόταν κι ένα άλλο σώμα.

Προσπάθησε να αστειευτεί. Πώς μπορούσε να νόμιζε κάτι τέτοιο…

Μια επόμενη φορά, ξύπνησε και είδε δίπλα του τη Νίκη μισοσηκωμένη να τον κοιτάζει περίεργα.

«Ποια ήταν η Όλγα που σε βασάνιζε όλο το βράδυ στον ύπνο σου;»

Δεν περίμενε απάντηση. Το ίδιο βράδυ σηκώθηκε, ντύθηκε και έφυγε.

«Μη με ξαναζητήσεις», του είπε φεύγοντας. «Δεν ξέρω πού, αλλά βρίσκεσαι αλλού και όχι μαζί μου.»

Αναγκάστηκε να ομολογήσει στον εαυτό του ότι τα υπολείμματα της Όλγας ζούσαν ακόμη εκεί, βαθιά μέσα στην ψυχή του, και κάθε τόσο ξυπνούσαν, βασανίζοντάς τον.

«Είναι ένα ζευγάρι που θέλει οπωσδήποτε να σας δει», είπε η γραμματέας του. «Δεν έχει ραντεβού και περιμένει πολλή ώρα. Θέλουν να σας κάνουν μια επενδυτική πρόταση και επιμένουν πολύ.»

«Να περάσουν. Έχω λίγο χρόνο.»

Όταν είδε τον Στάθη και την Όλγα να μπαίνουν στο γραφείο, τα έχασε και χρειάστηκε λίγο χρόνο για να συνέλθει.

Είχε μπροστά του δυο ανθρώπινα ράκη. Ιδίως η Όλγα, που δεν θύμιζε τίποτα από τη γυναίκα που τόσο πολύ είχε αγαπήσει. Με ζαρωμένο πρόσωπο, λυγισμένο κορμί και φωνή βραχνή σαν κοράκι.

Το μόνο που μπόρεσε να πει ήταν ένα:

«Πώς από δω;»

«Θα θέλαμε να κάνουμε μια επενδυτική πρόταση.»

Ήταν ο Στάθης που μιλούσε. Του εξήγησε πως ετοίμαζαν ένα θεατρικό έργο, αλλά τους έλειπαν τα χρήματα για να το ανεβάσουν. Αν η εταιρεία τους έδινε κάποιο ποσό, θα το εισέπραττε στο πολλαπλάσιο, γιατί η επιτυχία του έργου ήταν εξασφαλισμένη.

Δεν γέλασε. Μόνο μια λύπη τον πλημμύρισε.

«Για τι ποσό μιλάμε;»

Ήταν αστεία τα χρήματα που ζητούσαν.

Είπε στην ξαφνιασμένη γραμματέα του να ετοιμάσει την επιταγή από τον προσωπικό του λογαριασμό. Ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε κανένα θεατρικό έργο. Να ζητιανέψουν είχαν έρθει. Ποιος ξέρει πόσα χρέη τους κυνηγούσαν.

Όταν η Όλγα σηκώθηκε να πάρει την επιταγή και χάιδεψε το πέτο του σακακιού του, λέγοντας:

«Γνήσιο κασμίρι. Μπράβο σου. Αν πω ότι μου λείπεις, θα είχε νόημα;»

«Δεν χρειάζεται να επιστρέψετε τα χρήματα, όπως δεν χρειάζεται να ξανάρθετε εδώ», είπε καθώς έφευγαν.

Πέρασαν πάνω από δύο χρόνια, όταν του τηλεφώνησε η κοινωνική λειτουργός ενός νοσοκομείου. Του είπε πως νοσήλευαν κάποια Όλγα, που ήταν βαριά άρρωστη και επέμενε να τον δει.

Πήγε. Ήταν η μισή από εκείνη που ήξερε. Τα χέρια της είχαν γίνει σαν λεπτές βέργες και τα ζυγωματικά της πρόβαλλαν έντονα στο άσαρκο πρόσωπό της.

Μόνο τα μάτια της ζωντάνεψαν μόλις τον είδε. Οι λέξεις βγήκαν δύσκολα από το στόμα της.

«Ο Στάθης πέθανε και εσύ μου λείπεις. Δεν υπάρχει κανένας άλλος στη ζωή μου… Μόνο εσύ, που ξέρω πόσο με αγάπησες και πόσο σε πλήγωσα. Σε λίγο θα φύγω και δεν θέλω να είμαι μόνη μου, χωρίς κανέναν δίπλα μου. Μόνο εσύ μου έμεινες…»

Ο γιατρός που ρώτησε τον γέμισε με ασάφειες. Του μίλησε για ένα πολυοργανικό σύνδρομο αγνώστου αιτιολογίας, που την εξόντωνε. Ζήτημα χρόνου ήταν.

Πήγε ακόμη μερικές φορές και την έβλεπε. Πάντα τη ρωτούσε αν χρειαζόταν κάτι.

«Μόνο εσένα και τίποτα άλλο.»

Την τελευταία φορά που πήγε να τη δει, πήρε μαζί του κι έναν ιερέα. Μόλις τον είδε εκείνη, αντέδρασε όσο πιο βίαια μπορούσε, μέσα στην αδυναμία της.

«Δεν θέλω εξομολόγηση… Μόνο στον εαυτό μου έχω κάνει κακό, σε κανέναν άλλο!»

«Δεν ήλθα γι’ αυτό», απάντησε ήρεμα ο ιερωμένος, καθώς περνούσε στον λαιμό του ένα πετραχήλι. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα μικρό προσευχητάρι και με το άλλο έπιασε το στεγνό χέρι της Όλγας, μένοντας για λίγο σε στάση προσευχής. Στο τέλος τη ρώτησε:

«Δέχεσαι, Όλγα, αυτόν τον άντρα που είναι δίπλα σου για σύζυγο;»

Τα μάτια της, μέσα στις βαθουλωμένες κόγχες, ζωήρεψαν.

«Ναι… Πάντα το ήθελα.»

Ύστερα, γυρίζοντας ο παπάς προς αυτόν, τον ρώτησε:

«Και εσύ δέχεσαι την Όλγα για σύζυγο;»

Έγνεψε καταφατικά.

«Απ’ αυτή τη στιγμή σας κηρύσσω συζύγους.»

Έβγαλε με ήρεμες κινήσεις το πετραχήλι και έφυγε ήσυχα όπως είχε έρθει, χωρίς άλλη κουβέντα.

Έμεινε δίπλα της, κρατώντας το αδύναμο χέρι της, μέχρι που ένιωσε τα δάχτυλά της να χαλαρώνουν. Κοίταξε το στήθος της, που είχε πάψει να πάλλεται, και κατάλαβε. Άπλωσε την παλάμη του και της έκλεισε τα μάτια.

Μα πώς θα μπορούσε να αφήσει την Όλγα να φύγει μόνη, μέσα στην ερημιά της, χωρίς να πάρει κάτι μαζί της; Έστω τον γάμο της…

 

Christos.gim@gmail.com

επικοινωνιστε μαζι μας