Δημήτρη,
με αφορμή την ανάρτηση για τα γενέθλια της Χρύσας Παζαρά, θα ήθελα να καταθέσω
κι εγώ ένα προσωπικό μου βίωμα, μια μικρή αλλά πολύτιμη ανάμνηση από τη
φιλοξενία της Φωτούλας, της μαμάς της Χρύσας.
Με
τη Φωτούλα υπήρξαμε φίλες από παλιά. Τη γνώρισα στα καπνά, όταν δουλεύαμε μαζί
στο ίδιο συνεργείο. Ήταν τότε νέοι άνθρωποι, με όνειρα, με χαρές, με εκείνη την
αθωότητα που είχε η ζωή των ανθρώπων του χωριού. Εκείνη ήταν ερωτευμένη με τον
Νίκο κι εκείνος με τη Φωτούλα. Παντρεύτηκαν και η ζωή τους πήρε τον δικό της
δρόμο. Η φιλία μας, όμως, συνεχίστηκε για ένα διάστημα, ώσπου τα χρόνια πέρασαν
και κάποια στιγμή χαθήκαμε.
Κι
όμως, υπάρχουν άνθρωποι που, όσο κι αν τους απομακρύνει ο χρόνος, δεν τους
σβήνει ποτέ από μέσα μας.
Το
περασμένο καλοκαίρι, μαζί με τα ξαδέρφια μου, γυρίζαμε στο χωριό αναζητώντας
λουλούδια για μια ξεχωριστή περίσταση. Στα Τρίκαλα όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά
και, περνώντας έξω από το σπίτι της Φωτούλας, είπα στον ξάδερφό μου:
«Εδώ
έχει λουλούδια. Και σ’ αυτό το σπίτι θα μας δώσουν, γιατί ξέρω την κυρία».
Έξω
ήταν η Χρύσα. Μας είδε και φώναξε τη μητέρα της. Κι εκείνη, μόλις μας
αντίκρισε, δεν χρειάστηκε ούτε στιγμή για να μας αναγνωρίσει. Μας αγκάλιασε με
εκείνη την αυθόρμητη ζεστασιά που δεν διδάσκεται και δεν προσποιείται.
«Ελάτε
να καθίσετε στη βεράντα. Να σας κεράσω κάτι. Ένα γλυκό, ένα νερό…»
Κι
έτσι, από μια απλή αναζήτηση για λίγα λουλούδια, βρεθήκαμε καθισμένοι στη
βεράντα της, να ξετυλίγουμε ξανά το κουβάρι των παλιών αναμνήσεων. Εκεί μάθαμε
μάλιστα πως η μητέρα του ξαδέρφου μου ήταν νονά του Νίκου. Μια ακόμη μικρή
κλωστή που έδεσε το παρελθόν με το παρόν.
Αχ,
τι υποδοχή ήταν εκείνη! Τι φιλοξενία!
Μας
έφερε κρύο νερό, γιατί η ζέστη εκείνη την ημέρα ήταν μεγάλη, μας κέρασε γλυκό,
μας μίλησε με χαρά. Μα το μεγαλύτερο κέρασμα δεν ήταν ούτε το νερό ούτε το
γλυκό. Ήταν το χαμόγελό της. Ήταν η καλοσύνη της. Ήταν η χαρά που ζωγραφίστηκε
στο πρόσωπό της όταν συνάντησε ανθρώπους που συνδέονταν με ένα κομμάτι της ζωής
της.
Και
τότε κατάλαβα πως η Φωτούλα που είχα γνωρίσει χρόνια πριν ήταν ακόμη εκεί. Δεν
είχε αλλάξει.
Η
ίδια χαμογελαστή, ευγενική, όμορφη και καλόκαρδη γυναίκα. Η ίδια καθαρή ψυχή,
που σε κάνει να νιώθεις πως δεν πέρασε ούτε μία μέρα από τότε που γνωριστήκατε.
Δυστυχώς,
σήμερα οι πόρτες στα σπίτια μοιάζουν όλο και περισσότερο κλειστές. Ακόμη και
στα χωριά, όπου κάποτε η φιλοξενία ήταν τρόπος ζωής, οι άνθρωποι έγιναν πιο
κλειστοί, πιο επιφυλακτικοί. Δεν ανοίγουν εύκολα την πόρτα τους, ούτε την
καρδιά τους.
Η
πόρτα, όμως, της Φωτούλας ήταν και παραμένει διάπλατα ανοιχτή. Όπως ανοιχτή
είναι και η καρδιά της.
Δεν
άλλαξε. Δεν χρειάστηκε να κρυφτεί πίσω από προσχήματα. Δεν φοβάται τα σχόλια,
δεν υπολογίζει τι θα πει ο ένας και τι θα πει ο άλλος. Προχωρά με απλότητα,
όπως προχωρά η ίδια η ζωή. Με την αγάπη της για τα παιδιά της και τα εγγόνια
της, με τις αναμνήσεις της, με τις χαρές και τις λύπες της.
Και
μιλούσε με τόση αγάπη για τον σύζυγό της, τον Νίκο, που έχει φύγει πια από τη
ζωή, σαν να ήταν ακόμη εκεί. Σαν να μην είχε χωρίσει ποτέ η ζωή τους. Γιατί
κάποιοι άνθρωποι, όταν έχουν αγαπηθεί πραγματικά, δεν φεύγουν ποτέ οριστικά.
Μένουν μέσα στις μνήμες, στις κουβέντες, στις σιωπές και στην καρδιά εκείνων
που τους αγάπησαν.
Πολλές
φορές, ύστερα από εκείνη τη συνάντηση, συζητήσαμε με τον ξάδερφό μου για τη
φιλοξενία της Φωτούλας, για τον χαρακτήρα της, για την αγνότητα και τον σεβασμό
που αποπνέει. Και κάθε φορά καταλήγαμε στο ίδιο συμπέρασμα:
Αυτό
που συναντήσαμε εκείνη την ημέρα δεν ήταν απλώς μια ευγενική υποδοχή. Ήταν κάτι
πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο σπάνιο.
Ήταν
ανθρωπιά.
Και
στις μέρες μας, η ανθρωπιά είναι ίσως το πιο πολύτιμο λουλούδι. Ένα λουλούδι
που δεν αγοράζεται, δεν καλλιεργείται εύκολα και δεν μαραίνεται με τον χρόνο.
Ανθίζει μόνο στις καρδιές των ανθρώπων που ξέρουν ακόμη να ανοίγουν την πόρτα
τους, να χαμογελούν αληθινά και να λένε στον συνάνθρωπό τους:
«Έλα,
κάθισε. Να σε κεράσω κάτι…»
Κι
ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο μεγάλο κέρασμα της ζωής: ένας άνθρωπος που σε
υποδέχεται με την καρδιά του.
