Μια
φωτιά που καίει αργά, ένα μεγάλο καζάνι που σιγοβράζει και δυο άνθρωποι που,
αφού έκαναν ό,τι ήταν να κάνουν, κάθονται στις καρέκλες τους και περιμένουν.
Έτσι,
ο Αποστόλης Στάθης και ο Βασίλης Βότσιος, έχοντας ολοκληρώσει τη δική τους
δουλειά, αφήνουν τώρα τη φωτιά να κάνει το υπόλοιπο. Το καζάνι μπροστά τους
στέκει αγέρωχο, γεμάτο υποσχέσεις για τη γεύση που σε λίγο θα γεμίσει τα πιάτα
και θα ενώσει τους ανθρώπους γύρω από το τραπέζι. Τα ξύλα, το μεγάλο κουτάλι, η
μυρωδιά του φαγητού και η αναμονή συνθέτουν μια εικόνα που μοιάζει απλή, μα
κρύβει μέσα της ολόκληρη την παράδοση του πανηγυριού.
Γιατί
αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο για τον Αποστόλη και τον Βασίλη. Χρόνια τώρα,
κάθε Δεκαπενταύγουστο, δίνουν ανελλιπώς το «παρών». Είναι από εκείνους τους
ανθρώπους που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις ούτε μεγάλες κουβέντες.
Ξέρουν τη δουλειά, την έχουν μάθει με τα χρόνια και την υπηρετούν με συνέπεια.
Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, στον ίδιο τόπο, με την ίδια διάθεση, αναλαμβάνουν να
δώσουν στο πανηγύρι ένα από τα πιο ουσιαστικά του συστατικά: τη γεύση του.
Και
τώρα, καθισμένοι απέναντι από το καζάνι, μοιάζουν σαν να έχουν παραδώσει τη
σκυτάλη στη φωτιά. Ό,τι ήταν να γίνει με τα χέρια τους, έγινε. Τα υπόλοιπα
θέλουν χρόνο. Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή αναμονή, υπάρχει ίσως ένα μικρό
μάθημα ζωής: πως δεν χρειάζεται πάντα να βιάζεσαι. Κάποια πράγματα θέλουν τη
φωτιά τους, τον χρόνο τους και την υπομονή τους για να γίνουν σωστά.
Το
πανηγύρι, άλλωστε, δεν είναι μόνο η μουσική, ο χορός και η συνάντηση των
ανθρώπων. Είναι και όλες εκείνες οι αθέατες στιγμές που προηγούνται. Οι
άνθρωποι που ανάβουν τη φωτιά, που στήνουν τα καζάνια, που ετοιμάζουν το
φαγητό, που φροντίζουν να μη λείψει τίποτα. Άνθρωποι που εργάζονται αθόρυβα,
ώστε οι άλλοι να χαρούν.
Και
κάποια στιγμή, το φαγητό θα είναι έτοιμο. Το καζάνι θα ανοίξει, οι μυρωδιές θα
σκορπίσουν στον αέρα και οι άνθρωποι θα καθίσουν γύρω από τα τραπέζια. Ίσως
τότε κανείς να μη θυμάται πόσες ώρες χρειάστηκαν για να φτάσει εκείνο το πιάτο
στο τραπέζι.
Όμως
η φωτογραφία θα θυμάται.
Θα
θυμάται τον Αποστόλη και τον Βασίλη στις καρέκλες τους, ήρεμους και
υπομονετικούς, να κοιτούν τη φωτιά που κάνει τη δουλειά της. Και μαζί τους θα
θυμάται όλους εκείνους τους ανθρώπους που, χρόνο με τον χρόνο, κρατούν ζωντανές
τις μικρές τελετουργίες του τόπου μας.
Γιατί
τελικά, η παράδοση δεν κρατιέται μόνο με λόγια. Κρατιέται με ανθρώπους.
Και
εκείνο το βράδυ, λίγο πριν το φαγητό του πανηγυριού φτάσει στα τραπέζια, δύο
από αυτούς απλώς περίμεναν. Ήξεραν πως η δουλειά τους είχε γίνει. Τώρα ήταν η
σειρά της φωτιάς.
Κι
αυτή, όπως κάθε χρόνο, ήξερε καλά τι έπρεπε να κάνει.
