Στη
ρίζα της τρυφερής λεύκας πάω και πάλι. Επιστρέφω στο παλιό μας καταφύγιο. Εκεί
στη σκοτεινή και πυκνόφυλλη κρυψώνα, στο δέντρο-λαμπάδα του αλσυλλίου και στη
μυστική έξαρση της πνιγερής πρασινάδας του. Σ’ εκείνη την απόμερη γωνιά, αλλά
και μέσα στις φυλλωσιές της και στα λαμπρά διάκενά τους, όπου οι ηλιαχτίδες
μπαίνουν και μας ψάχνουν. Όμως εσύ δεν είσαι εδώ. Ούτε κι εγώ. Το λέω, κι ας
έχω έλθει κατάμονος, επειδή μοιάζω σαν να λείπω. Μα πού πάμε; Και γιατί έχουμε
πάντα την απουσία χαραγμένη πάνω μας; Ο κόσμος ακόμα κι εκεί που είναι
ακίνητος, κι εκεί δεν είναι ποτέ στάσιμος. Λειτουργεί συνεχώς
αλλομορφομετάβλητος. Φαντάζομαι ακόμα την εικόνα σου, όπως τότε που ερχόσουν με
τη νύχτα κουβάρι κρυμμένο στα μαλλιά σου. Τώρα κρέμομαι από τα δέντρα που με
περιστοιχίζουν και ψιθυρίζω τους στίχους του Αλέξανδρου Μάτσα: «ευδαιμονία της
κολόνας, κυπαρίσσι των αριθμών – τρυγόνα που διαλαλεί το φως». Η απουσία σου
εγγράφεται αμέτρητη σχεδόν σ’ ολόκληρη την οθόνη του ουρανού. Το μέλλον
επίκειται χωρίς εμάς. Ήδη έχουμε φύγει.
Του
Ηλία Κεφάλα
