Ο θέρος στο Βαλτινό τη δεκαετία του 1960 ήταν μια αγροτική εργασία, τελετουργία ζωής, κόπος και συντροφικότητα μαζί. Από τα χαράματα, πριν ακόμη ο ήλιος σηκωθεί ψηλά και κάψει τα στάχυα με τη βαριά του ανάσα, οι άνθρωποι βρίσκονταν ήδη στα χωράφια. Οι γυναίκες με τα μαντήλια δεμένα σφιχτά στο κεφάλι, για να προστατεύονται από τη ζέστη και τη σκόνη, και οι άντρες με τα καπέλα και τα πρόχειρα ρούχα της δουλειάς, έπαιρναν θέση γύρω από τον χρυσαφένιο κάμπο.
Στη
φωτογραφία αποτυπώνεται αυτή η σιωπηλή συμφωνία του μόχθου. Πρόσωπα κουρασμένα,
μα φωτισμένα από μια παράξενη γαλήνη. Τα χέρια κρατούν δεμάτια σταριού, καρπό
μιας ολόκληρης χρονιάς προσμονής. Κάποιοι σκύβουν, άλλοι στέκονται όρθιοι, μα
όλοι μοιάζουν δεμένοι με την ίδια αόρατη κλωστή: τη γη που τους θρέφει.
Ο
θέρος τότε γινόταν με το δρεπάνι. Κάθε κίνηση είχε ρυθμό, σχεδόν μουσικό. Το
«χρατς» του κοψίματος, το δέσιμο των δεματιών, το σκούπισμα του ιδρώτα με την
ανάστροφη του χεριού. Δεν υπήρχαν μηχανές να βιαστούν τη διαδικασία, υπήρχε
μόνο ο χρόνος, ο ιδρώτας και η υπομονή. Και μαζί, τα πειράγματα, τα γέλια, τα
μικρά διαλείμματα στη σκιά, όπου το ψωμί, η ντομάτα και το τυρί έμοιαζαν
βασιλικό γεύμα.
Στο
κέντρο της εικόνας, οι άνθρωποι στέκονται σαν οικογένεια, ακόμη κι αν δεν είναι
όλοι συγγενείς. Στο Βαλτινό εκείνα τα χρόνια, ο θέρος ήταν συλλογική υπόθεση. Ο
ένας βοηθούσε τον άλλον, γιατί ήξεραν πως αύριο θα χρειάζονταν κι εκείνοι
βοήθεια. Ήταν μια άγραφη συμφωνία αλληλεγγύης, βαθιά ριζωμένη στην ανάγκη και
στην ανθρωπιά.
Ο
Αθανάσιος Πέτρου που κάθεται μπροστά, μέσα στα στάχυα, μοιάζει να παίρνει μια
ανάσα. Ίσως για λίγο μόνο, πριν ξανασηκωθεί. Γύρω του, οι υπόλοιποι κρατούν το
αποτέλεσμα του μόχθου τους, όχι με περηφάνια επιδεικτική, αλλά με μια ήσυχη
βεβαιότητα: «Τα καταφέραμε και φέτος».
