Υπήρξαν
κάποτε καλοκαίρια που δεν μετριούνταν με τις διακοπές, τα ξενοδοχεία ή τις
παραλίες. Μετριούνταν με τον ήλιο που έκαιγε τη γη, με το χώμα που σκόνιζε τα
γυμνά μας πόδια και με τη διαδρομή προς το ποτάμι. Ήταν οι δεκαετίες του 1960
και του 1970, τότε που ήμασταν παιδιά και ολόκληρος ο κόσμος μας χωρούσε μέσα
σε ένα χωριό και σε δύο ποτάμια: στον Ανάποδο και στη Σαλαμπριά.
Όταν
ο Ιούλιος και ο Αύγουστος έσπαγαν την πέτρα και η ζέστη έμοιαζε να στεγνώνει
ακόμη και τις φλέβες της θεσσαλικής γης, υπήρχε μόνο μία λύση. Κρυφά από τους
γονείς, με μια παρέα δέκα περίπου αχώριστα παιδαρέλια, παίρναμε τον δρόμο για
το ποτάμι. Ήταν μια μικρή καθημερινή επανάσταση. Ξέραμε πως αν μας ανακάλυπταν,
θα ακολουθούσαν φωνές και τιμωρίες. Μα η λαχτάρα για το δροσερό νερό ήταν
δυνατότερη από κάθε φόβο.
Η
θάλασσα ήταν τότε ένα μακρινό όνειρο για τα παιδιά του Βαλτινού. Την ακούγαμε
στις αφηγήσεις των μεγάλων και τη φανταζόμασταν απέραντη, όμως για εμάς
ολόκληρος ο ωκεανός βρισκόταν στις βαθιές γούρνες των ποταμών. Εκεί όπου το
νερό άλλαζε χρώμα, από το ανοιχτό πράσινο γινόταν βαθυγάλαζο ή τιρκουάζ, ξέραμε
πως άρχιζαν τα βαθιά. Ήταν τα δικά μας φυσικά κολυμβητήρια, σμιλεμένα όχι από
ανθρώπινα χέρια αλλά από τον χρόνο και το αδιάκοπο πέρασμα του νερού.
Βουτούσαμε
χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι φωνές, τα γέλια και οι πιτσιλιές ανακατεύονταν με το
κελάηδημα των πουλιών και το θρόισμα των πλατανιών. Σκαρώναμε ατέλειωτα
παιχνίδια, βουτιές, κυνηγητά και διαγωνισμούς αντοχής. Δεν υπήρχαν σωσίβια,
ούτε οργανωμένες παραλίες, ούτε επιτηρητές. Υπήρχε μόνο η παιδική τόλμη, εκείνη
η αθωότητα που σε κάνει να πιστεύεις πως τίποτε κακό δεν μπορεί να σε αγγίξει.
Κι
όμως, οι μεγάλοι είχαν τους λόγους τους να φοβούνται. Δεν ήταν μόνο ο κίνδυνος
του πνιγμού που τους κρατούσε άγρυπνους κάθε φορά που δεν μας έβρισκαν στις
αυλές. Ήταν και τα νερόφιδα, οι σιωπηλοί κάτοικοι των ποταμών, που βλέπαμε
ξαφνικά να γλιστρούν πάνω στην επιφάνεια του νερού. Τότε η γενναιότητα
εξαφανιζόταν μέσα σε μια στιγμή. Οι γενναίοι κολυμβητές γίνονταν αστραπιαία
δρομείς προς την όχθη, μέσα σε κραυγές, γέλια και πανικό. Σήμερα γνωρίζουμε πως
τα περισσότερα ήταν ακίνδυνα. Εκείνα όμως τα καλοκαίρια έμοιαζαν στα μάτια μας
με δράκους των νερών, που υπερασπίζονταν τον τόπο τους από την εισβολή μιας
θορυβώδους παιδικής στρατιάς.
Όσο
περνούν τα χρόνια, αντιλαμβανόμαστε πως εκείνα τα ποτάμια δεν δρόσιζαν μόνο τα
κορμιά μας. Δρόσιζαν και τις ψυχές μας. Μας μάθαιναν τη φιλία, τη
συντροφικότητα, το θάρρος, αλλά και τον σεβασμό απέναντι στη φύση. Ήταν ένα
σχολείο χωρίς δασκάλους, όπου κάθε πέτρα, κάθε πλατάνι και κάθε ρεύμα του νερού
έκρυβε κι ένα μάθημα ζωής.
Σήμερα,
ίσως τα ποτάμια να κυλούν πιο ήσυχα. Οι παιδικές φωνές έχουν λιγοστέψει και οι
όχθες δεν γνωρίζουν πια τις ξυπόλητες επιδρομές μιας δεκάδας παιδιών που
αναζητούσαν λίγη δροσιά μέσα στον καυτό θεσσαλικό κάμπο. Όμως, για όσους ζήσαμε
εκείνες τις εποχές, κάθε φορά που ακούμε το νερό να κυλά, είναι σαν να μας
καλεί ξανά. Όχι για να κολυμπήσουμε, αλλά για να βουτήξουμε στις πιο καθαρές
και πολύτιμες αναμνήσεις της ζωής μας.
Γιατί
τελικά δεν νοσταλγούμε μόνο τα ποτάμια. Νοσταλγούμε τα παιδιά που ήμασταν τότε,
εκείνα που πίστευαν πως ο κόσμος ήταν τόσο μεγάλος όσο η παρέα τους και τόσο
όμορφος όσο μια καλοκαιρινή βουτιά στα δροσερά νερά του Ανάποδου και της
Σαλαμπριάς.

