Τότε,
στα χρόνια της δεκαετίας του ’70, το φθινόπωρο στο Βαλτινό είχε τη δική του
μυρωδιά. Μύριζε χώμα, ξερόχορτο και βαμβάκι. Κι όταν έφτανε η εποχή του
μαζέματος, το χωριό άλλαζε ρυθμό. Δεν ήταν πια μόνο τα χωράφια που περίμεναν τα
χέρια μας, ήταν ολόκληρες οικογένειες που ετοιμάζονταν να πάρουν τον δρόμο για
τα βαμβάκια.
Από
το Βαλτινό ξεκινούσαμε νωρίς το πρωί. Ακόμη δεν είχε καλά-καλά ξημερώσει και τα
αγροτικά αυτοκίνητα άρχιζαν να περνούν στους δρόμους του χωριού. Σταματούσαν
στις γωνιές και στις αυλές και γέμιζαν οι καρότσες με γυναίκες. Άλλες κρατούσαν
τις πάνινες σακούλες τους, άλλες ένα μαντίλι για τον ήλιο κι άλλες ένα μικρό
σακούλι με λίγο ψωμί και κάτι πρόχειρο για το μεσημέρι.
Σκαρφαλώναμε
στην καρότσα η μία δίπλα στην άλλη. Άλλοτε στριμωγμένες, άλλοτε καθισμένες πάνω
σε σακιά, παίρναμε τον δρόμο για τα χωριά των Τρικάλων: τη Ζηλευτή, τους
Ταξιάρχες, τα Καλογριανά. Κι άλλες φορές περνούσαμε τον νομό και πηγαίναμε προς
την Καρδίτσα, στην Παραπράστα, στο Πεδινό, στο Αγναντερό και σε άλλα χωριά του
κάμπου.
Δεν
πηγαίναμε για βόλτα. Πηγαίναμε για το μεροκάματο.
Το
βαμβάκι τότε δεν το μάζευαν οι μηχανές, όπως σήμερα. Το μάζευαν τα χέρια μας.
Και τα χέρια χρειάζονταν πολλά. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, ολόκληρες οικογένειες
έμπαιναν στα βαμβακοχώραφα. Ήταν μια δουλειά που απαιτούσε αντοχή, υπομονή και
γρήγορα δάχτυλα.
Μόλις
φτάναμε στο χωράφι, παίρναμε τις «μπούρδες» μας. Μεγάλες πάνινες σακούλες,
δεμένες στη μέση ή περασμένες στον ώμο, που τις σέρναμε πίσω μας καθώς
προχωρούσαμε ανάμεσα στις αράδες. Το κεφάλι το σκεπάζαμε με καπέλο ή μαντίλι. Ο
ήλιος του φθινοπώρου μπορεί να μην έκαιγε όπως του καλοκαιριού, μα ύστερα από
τόσες ώρες μέσα στο χωράφι γινόταν κι αυτός βαρύς.
Και
τότε άρχιζε η δουλειά.
Σκύβαμε
πάνω από τα φυτά και με τα δάχτυλα τραβούσαμε το λευκό βαμβάκι από τα ανοιγμένα
καρύδια. Έπρεπε να είμαστε προσεκτικές. Να παίρνουμε το καθαρό βαμβάκι και να
μην αφήνουμε μέσα φύλλα, ξερά κομμάτια από το φυτό ή άλλα ξένα πράγματα. Στο
εκκοκκιστήριο όλα φαίνονταν. Η καθαρότητα είχε σημασία και κάθε ξένο κομμάτι
μπορούσε να χαλάσει την ποιότητα της σοδειάς.
Μα
τα καρύδια του βαμβακιού δεν ήταν μαλακά σαν το ίδιο το βαμβάκι. Ήταν σκληρά
και αιχμηρά. Στην αρχή δεν το καταλάβαινες. Ύστερα από λίγες ώρες, όμως, τα
δάχτυλα άρχιζαν να καίνε. Το δέρμα άνοιγε, γέμιζε μικρές πληγές και το αίμα
ανακατευόταν με τη λευκή ίνα.
Κάποιες
φορούσαν πρόχειρα γάντια. Άλλες τύλιγαν τα δάχτυλά τους με μικρά πανιά. Πολλές,
όμως, συνεχίζαμε με γυμνά χέρια. Δεν υπήρχε χρόνος για πολλές σκέψεις. Έπρεπε
να γεμίσει η σακούλα.
Γιατί
τότε πληρωνόμασταν «με το κομμάτι».
Όσο
περισσότερο βαμβάκι μάζευες, τόσο περισσότερο πληρωνόσουν. Γι’ αυτό σκύβαμε και
ξανασκύβαμε. Προχωρούσαμε την αράδα μας, γεμίζαμε τη μπούρδα, την αδειάζαμε και
ξαναρχίζαμε. Όταν η σακούλα γινόταν βαριά, τη σέρναμε ως την άκρη του χωραφιού
και αδειάζαμε το βαμβάκι στα μεγάλα σακιά.
Κι
ύστερα πάλι πίσω.
Ο
ήλιος ανέβαινε, κατέβαινε και εμείς εκεί. Από ήλιο σε ήλιο, όπως λέγαμε τότε.
Από το πρωί μέχρι που άρχιζε να γέρνει το φως. Η μέση πονούσε, τα γόνατα
βάραιναν και τα δάχτυλα έκαιγαν. Μα κανείς δεν σταματούσε εύκολα. Το μεροκάματο
ήταν ανάγκη, όχι επιλογή.
Κι
όμως, μέσα σ’ εκείνη την κούραση υπήρχε και κάτι άλλο.
Η
παρέα.
Οι
γυναίκες γνωρίζονταν μεταξύ τους, κουβέντιαζαν, πείραζαν η μία την άλλη, έλεγαν
ανέκδοτα, έλεγαν τα νέα του χωριού. Κι όταν η κούραση γινόταν μεγάλη, καμιά
φορά άρχιζε ένα τραγούδι. Χαμηλόφωνα στην αρχή, σχεδόν σαν ψίθυρος. Κι ύστερα
το έπαιρνε η διπλανή, μετά η άλλη και για λίγο το βαμβακοχώραφο γέμιζε
ανθρώπινη φωνή.
Τραγουδούσαμε
για να ξεγελάσουμε την κούραση.
Τραγουδούσαμε
για να περάσει η ώρα.
Ίσως,
χωρίς να το καταλαβαίνουμε, τραγουδούσαμε και για να θυμόμαστε πως, όσο δύσκολη
κι αν ήταν η ζωή, ήμασταν μαζί.
Οι
άντρες δούλευαν δίπλα μας. Κι εκείνοι σκυφτοί, κι εκείνοι με τα χέρια
πληγωμένα. Κανείς δεν περίσσευε. Όλοι είχαν μια οικογένεια πίσω τους, ένα σπίτι
που περίμενε το μεροκάματο. Ένα παιδί που έπρεπε να ντυθεί, ένα τετράδιο που
έπρεπε να αγοραστεί, έναν λογαριασμό που έπρεπε να πληρωθεί. Κι αν υπήρχε
κάποιο παιδί που προχωρούσε στα γράμματα, τότε το κάθε κιλό βαμβάκι έμοιαζε να
γίνεται ένα ακόμη βήμα προς το σχολείο του, προς μια καλύτερη ζωή.
Όταν
έγερνε ο ήλιος, ερχόταν η ώρα της ζυγαριάς.
Το
καντάρι κρεμόταν από ένα τρίποδο ή από κάποιο δέντρο. Τα μεγάλα σακιά
σηκώνονταν ένα-ένα και ζυγίζονταν. Εκείνη την ώρα κοιτούσαμε όλες με αγωνία. Τα
κιλά ήταν ο κόπος μας, μετρημένος σε αριθμό. Τόσα κιλά, τόσα χρήματα.
Ύστερα
φόρτωναν το βαμβάκι στις μεγάλες καρότσες ή στα ξύλινα κάρα. Για να χωρέσει
περισσότερο, κάποια παιδιά ή εργάτες ανέβαιναν μέσα στην καρότσα και το
πατούσαν με τα πόδια. Το λευκό βαμβάκι βούλιαζε κάτω από τα πατήματα και η
καρότσα γέμιζε όλο και περισσότερο.
Και
τότε καταλαβαίναμε πως άλλη μια μέρα είχε τελειώσει.
Ξαναμπαίναμε
στα αγροτικά αυτοκίνητα για τον δρόμο της επιστροφής. Η ίδια καρότσα που το
πρωί ήταν γεμάτη κουβέντες και ζωντάνια, το βράδυ ήταν γεμάτη σιωπή. Οι
περισσότερες καθόμασταν κουρασμένες, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα. Τα
μαντίλια ήταν σκονισμένα, τα ρούχα γεμάτα χνούδι και τα μάτια βαριά από την
κούραση.
Κοιτούσαμε
τον δρόμο που έφευγε πίσω μας και περιμέναμε να φανούν τα πρώτα σπίτια του
Βαλτινού.
Δεν
μας χαρίστηκε τίποτα εκείνα τα χρόνια.
Κι
όμως, ζήσαμε.
Ζήσαμε
με τη δύναμη των χεριών μας, με το μεροκάματο που κερδίζαμε στα χωράφια, με τον
ιδρώτα που ποτίζαμε μαζί με τη γη. Κι αν σήμερα κάποιοι θυμούνται μόνο το λευκό
βαμβάκι, εμείς θυμόμαστε και το αίμα που άφηνε στα δάχτυλά μας.
Γιατί
το βαμβάκι ήταν λευκό, μα η ζωή μας δεν ήταν πάντα έτσι.
Ήταν
δύσκολη, τραχιά και γεμάτη αγώνα.
Κι
όμως, μέσα στις αράδες του βαμβακιού, ανάμεσα στα πληγωμένα δάχτυλα, στα σακιά,
στα καντάρια και στα παλιά αγροτικά, μεγαλώσαμε τα παιδιά μας, κρατήσαμε όρθια
τα σπίτια μας και προχωρήσαμε.
Κι
όταν πια γυρίζαμε βράδυ στο Βαλτινό, κουρασμένες ως το κόκαλο, μπορεί να μην
είχαμε πολλά.
Είχαμε
όμως το μεροκάματό μας.
Και
είχαμε την περηφάνια πως εκείνη τη μέρα το κερδίσαμε με τα ίδια μας τα χέρια.
Της Κυρα-Βαλτινιώτισσας

