Κάποιες
γωνιές της πόλης δεν είναι απλώς χώροι. Είναι μνήμες. Κρατούν μέσα τους τα
βήματα των ανθρώπων, τις φωνές των παιδιών, τις συναντήσεις, τα βλέμματα, τις
μικρές καθημερινές ιστορίες που περνούν από γενιά σε γενιά. Για τους
Τρικαλινούς, μια τέτοια γωνιά υπήρξε και παραμένει η λιμνούλα της κεντρικής
πλατείας, με τον αεικίνητο, σκανταλιάρη Νικολάκη της.
Η
ιστορία της, όμως, δεν αρχίζει με το νερό να κυλά και τα παιδιά να τρέχουν γύρω
της. Αρχίζει το 1968, μέσα σε χώμα, εργοτάξια και ανθρώπους που εργάζονται για
να αλλάξουν την όψη της πλατείας.
Στις
ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ανάμεσα στους εργάτες, ξεχωρίζει ο τότε Δήμαρχος
Τρικκαίων, ο αείμνηστος Ιωάννης Μάτης. Δεν στέκεται από μακριά, ως ένας απλός
παρατηρητής. Είναι εκεί, μέσα στο έργο, κοντά στους ανθρώπους και στις
εργασίες, παρακολουθώντας και επιβλέποντας τη διαμόρφωση της λιμνούλας. Σκύβει
πάνω από το χώμα, εξετάζει την πορεία των εργασιών, συμμετέχει με τον δικό του
τρόπο στη δημιουργία ενός νέου σημείου αναφοράς για την πόλη.
Κι
ύστερα ήρθε το νερό.
Η
λιμνούλα άρχισε να καθρεφτίζει τον ουρανό, τα γύρω κτίρια, τους περαστικούς
και, κυρίως, μια μικρή μπρούτζινη φιγούρα που έμελλε να γίνει αγαπημένη μορφή
της πόλης.
Ο
Νικολάκης είχε δημιουργηθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1961-1962, από τον
σπουδαίο γλύπτη Νικόλαο Παυλόπουλο, τον γνωστό ως Νικόλα. Ένα αγόρι σε φυσικό
μέγεθος, χυτό στον ορείχαλκο, με μια αφοπλιστική παιδική αθωότητα αλλά και μια
αδιάντροπη… σκανταλιά.
Το
ένα νερό βγαίνει από το στόμα του και το άλλο —χωρίς καμία απολύτως ντροπή— από
το σημείο όπου η παιδική αταξία συναντά την αιώνια αθωότητα!
Και
κάπως έτσι, ο Νικολάκης έγινε το πιο θρασύτατο παιδί των Τρικάλων.
Δεν
μεγάλωσε ποτέ.
Έμεινε
εκεί, στην άκρη του νερού, να κοιτάζει τους περαστικούς με το ίδιο αθώο βλέμμα.
Είδε παιδιά που κάποτε έτρεχαν γύρω του να μεγαλώνουν, να παντρεύονται, να
αποκτούν τα δικά τους παιδιά. Είδε ανθρώπους να φεύγουν από την πόλη και άλλους
να επιστρέφουν. Είδε την πλατεία να αλλάζει, τα καταστήματα να μεταμορφώνονται,
τα αυτοκίνητα να πληθαίνουν και τις δεκαετίες να περνούν.
Κι
εκείνος, πάντα εκεί.
Ένα
παιδί παγιδευμένο για πάντα στη στιγμή της σκανταλιάς του.
Οι
παλιές φωτογραφίες μοιάζουν σήμερα με παράθυρα σε μια άλλη εποχή. Η πλατεία
είναι ακόμη η ίδια και ταυτόχρονα τόσο διαφορετική. Οι άνθρωποι φορούν τα ρούχα
μιας άλλης Ελλάδας, τα αυτοκίνητα έχουν άλλη μορφή, τα καταστήματα άλλες
επιγραφές. Και στο κέντρο όλων αυτών, η μικρή λιμνούλα, που έγινε κομμάτι της
καθημερινής ζωής των Τρικαλινών.
Πόσοι
άραγε στάθηκαν δίπλα της;
Πόσα
παιδιά έσκυψαν πάνω από το νερό για να δουν τον Νικολάκη;
Πόσες
φωτογραφίες τραβήχτηκαν εκεί;
Πόσες
πρώτες συναντήσεις, πόσοι περίπατοι, πόσες κουβέντες, πόσα «θυμάσαι τότε;»
συνδέθηκαν με αυτή τη μικρή γωνιά της πλατείας;
Η
λιμνούλα δεν ήταν απλώς ένα έργο ανάπλασης. Έγινε κομμάτι της συλλογικής μνήμης
των Τρικάλων.
Και
σήμερα, μέσα στη νέα, ανακαινισμένη μορφή της κεντρικής πλατείας, ο Νικολάκης
εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί. Το περιβάλλον άλλαξε, οι εποχές άλλαξαν, η πόλη
προχώρησε. Μα εκείνος παραμένει πιστός στη θέση του.
Σαν
να αρνείται πεισματικά να μεγαλώσει.
Ίσως
γιατί οι πόλεις χρειάζονται κάποια πράγματα που δεν αλλάζουν. Χρειάζονται ένα
σημάδι που να ενώνει το χθες με το σήμερα. Έναν μικρό μάρτυρα του χρόνου που να
θυμίζει στους παλιούς και να συστήνει στους νεότερους μια ιστορία που δεν
γράφτηκε σε βιβλία, αλλά χαράχτηκε στην καθημερινότητα.
Και
ο Νικολάκης είναι ακριβώς αυτό.
Ένα
μικρό, μπρούτζινο αγόρι που εδώ και περισσότερα από εξήντα χρόνια πειράζει την
πόλη, δροσίζει τη λιμνούλα και κλέβει χαμόγελα.
Κάποτε
ο Γιάννης Μάτης στεκόταν ανάμεσα στους εργάτες και παρακολουθούσε το έργο να
παίρνει μορφή. Σήμερα, οι φωτογραφίες εκείνες μάς επιτρέπουν να ξαναγυρίσουμε
για λίγο σε εκείνες τις ημέρες. Να δούμε το χώμα πριν γίνει πλατεία, τη
λιμνούλα πριν γεμίσει νερό, την πόλη πριν αλλάξει πρόσωπο.
Και
μέσα από όλες αυτές τις αλλαγές, να συναντήσουμε ξανά τον Νικολάκη.
Ίδιος
όπως τότε.
Με
το νερό στο στόμα, τη σκανταλιά στο βλέμμα και την αιώνια παιδική του αθωότητα.
Ένα
παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ, γιατί ίσως οι Τρικαλινοί δεν θέλησαν ποτέ να το
αφήσουν να μεγαλώσει.
Δ.Τ.






