Υπάρχει
ένας παράδεισος που όλοι κάποτε κατοικήσαμε, χωρίς να γνωρίζουμε πως ήταν
παράδεισος. Είναι η παιδική μας ηλικία. Ένας κόσμος μικρός, φτιαγμένος από απλά
πράγματα, που στα παιδικά μας μάτια έμοιαζαν μεγάλα, σπουδαία και απέραντα.
Τα
δυο παιδιά της φωτογραφίας στέκονται σε μια πέτρινη σκάλα, πίσω από τα κάγκελα
μιας αυλής. Το ένα σκύβει γελώντας, παραδομένο σε εκείνη την αβίαστη χαρά που
μόνο η παιδική αθωότητα γνωρίζει. Το άλλο, πιο σκεφτικό, κρατά το δικό του
μικρό μυστικό. Κι ανάμεσά τους, μια στιγμή καθημερινή, από εκείνες που τότε δεν
είχαν καμιά ιδιαίτερη σημασία, μα που σήμερα μοιάζουν με πολύτιμο θραύσμα μιας
ζωής που πέρασε.
Πόσα
άραγε κρύβονται μέσα σε μια τέτοια εικόνα! Γέλια που αντηχούσαν στις γειτονιές,
παιχνίδια που δεν χρειάζονταν ακριβά αντικείμενα, φίλοι που γίνονταν αδέλφια,
αυλές που μεταμορφώνονταν σε ολόκληρους κόσμους. Μια πέτρα, ένα ξύλο, ένα
σκοινί αρκούσαν για να γεννηθούν περιπέτειες, ενώ η φαντασία μας μπορούσε να
ταξιδέψει πολύ μακρύτερα από τα όρια του μικρού μας τόπου.
Τότε
ο χρόνος δεν μας κυνηγούσε. Οι μέρες έμοιαζαν ατέλειωτες και τα καλοκαίρια δεν
τελείωναν ποτέ. Δεν γνωρίζαμε ακόμη τις απογοητεύσεις, τις απώλειες, τις
ευθύνες που θα έρχονταν αργότερα να χαράξουν το πρόσωπο και την ψυχή μας.
Ζούσαμε το παρόν χωρίς να αναρωτιόμαστε για το αύριο, γιατί το αύριο ήταν μια
υπόσχεση μακρινή, σχεδόν αδιάφορη.
Ύστερα
μεγαλώσαμε. Οι σκάλες που κάποτε ανεβαίναμε τρέχοντας έγιναν αναμνήσεις, οι
αυλές άδειασαν, οι φίλοι σκορπίστηκαν και οι παλιές γειτονιές άλλαξαν πρόσωπο.
Άλλοι δρόμοι, άλλες έγνοιες, άλλες σιωπές. Και κάπου μέσα στον θόρυβο της
ενήλικης ζωής, χάσαμε εκείνο το παιδί που ήμασταν κάποτε, το παιδί που μπορούσε
να γελά με την καρδιά του, να χαίρεται με το τίποτα και να βρίσκει έναν
ολόκληρο κόσμο σε μια γωνιά του δρόμου.
Μα
η παιδική ηλικία δεν χάνεται εντελώς. Παραμένει κρυμμένη μέσα μας, σαν ένα
παλιό σπίτι που εξακολουθεί να φωτίζεται από μέσα, ακόμη κι όταν κανείς δεν
κατοικεί πια εκεί. Ξυπνά απρόσμενα από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, από μια
γνώριμη μυρωδιά, από ένα τραγούδι, από το γέλιο ενός παιδιού που μας θυμίζει
τον εαυτό μας.
Κι
αυτό είναι το πιο παράξενο μυστικό του χρόνου: όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε
από την παιδική μας ηλικία, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε την αξία της. Γιατί
τότε είχαμε λιγότερα, αλλά πολλές φορές νιώθαμε πως είχαμε τα πάντα. Δεν ξέραμε
τι σημαίνει ευτυχία, κι όμως τη ζούσαμε. Δεν γνωρίζαμε πως οι στιγμές περνούν
ανεπιστρεπτί, γι’ αυτό και δεν προσπαθούσαμε να τις φυλακίσουμε.
Ο
χαμένος παράδεισος της παιδικής ηλικίας δεν βρίσκεται πίσω μας, βρίσκεται μέσα
μας. Και κάθε φορά που μια ανάμνηση μάς κάνει να χαμογελάσουμε ή να δακρύσουμε,
ανοίγει για λίγο η μικρή σιδερένια αυλόπορτα της ψυχής μας. Τότε, για μια
στιγμή μονάχα, επιστρέφουμε εκεί όπου όλα άρχισαν. Στα ξέγνοιαστα γέλια, στα
χρόνια που δεν ξέραμε πως ήταν τα πιο πολύτιμα της ζωής μας.
Και
ίσως, τελικά, να μη νοσταλγούμε τόσο τα χρόνια που πέρασαν, όσο τον άνθρωπο που
ήμασταν τότε: εκείνο το παιδί που δεν ήξερε ακόμη πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει
η ζωή, αλλά ήξερε, χωρίς να το έχει διδαχθεί, πώς να τη χαίρεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου