Ἄλογα
μὲ μαγνητικὲς ὁπλὲς καὶ χάμουρα ἀνθισμένων σπάρτων
Παιανίζουν τὸν ἐλαφρὸ κυματισμό σου
Γιατὶ ἄναρχος φανερώνεσαι μέσα ἀπὸ μυστικὲς πηγὲς
Κουβαλώντας τὸ χιόνι ἀπὸ τὰ ἀσυγκράτητα ὕψη
Κι ἀποκαλύπτοντας τὶς μαρμαρυγὲς τοῦ χαλαζία
καὶ τοῦ θαμποῦ χαλκοῦ
Γιὰ σένα σκύβουν τὴν κεφαλή τους οἱ ἀλατόμητες κορυφὲς
τῆς Πίνδου
Νιώθοντας τὴν ἀνάσα σου γρήγορη καὶ κοφτὴ σὰν ἐμβατήριο
Ποτὲ δὲν κοιμᾶσαι καὶ ποτὲ δὲν ἀσθμαίνεις
Καὶ σκάβεις σπηλιὲς φωλιασμένης χαρᾶς μέσα στὶς ἀνυδρες
μέρες μας
Ἐμβολιάζεις τὶς σαπισμένες ρίζες μὲ ὀνειρώδεις βλαστοὺς
Ἄνεμοι λυγίζουν στὴν κοίτη σου νοσταλγώντας τὴ βοὴ τοῦ
ἀπείρου
Θεοὶ σφαλοῦν τοὺς αἰῶνες τους μιλώντας στὴ γλώσσα τῆς δάφνης
Ὅρκοι σκληροὶ πατήθηκαν μέσα σὲ ταραγμένα πρωινὰ
Καὶ ἁρμαθιὲς ἀπὸ λόγια παλιὰ κατοίκησαν τοὺς δυνατοὺς
σφυγμούς σου
Τὰ μπράτσα σου ἀναδίδουν ἄρωμα ἡλιοκαμένου τριφυλλιοῦ
Γεύση στυφοῦ κυδωνιοῦ πλανιέται στὸ στόμα σου
Καὶ τὸ ψωμὶ γλυκαίνει στὸ φύλλο τῆς κολοκυθιᾶς
Τυλιγμένο μὲ τὸ μαλακὸ τυρὶ καὶ τὴν ὁμίχλη
Φῦγε φῦγε μ’ ὅλο τὸ κλέος τῆς μνήμης ποὺ στεφανώνει τὸ
μῆκος σου
Φῦγε μ’ ὅλο τὸ δίκιο τῆς θλίψης ποὺ ἀγγίζει τὴ μοίρα σου
Ὅπως αἰχμὲς τῶν μαγεμένων ποὺ σ’ ἄγγιξαν κι ἔγιναν ἄσαρκες
αὔρες
Ὅπως αἰχμὲς τῶν θρήνων ποὺ ἔσβησαν κι ἔγιναν παρόχθιες
σταλαγματιὲς
Φύλαξε τὰ λιτὰ προικιὰ τῆς δακρυσμένης σου ὡραιότητας
Ποὺ ἀγλαΐζουν τὸν χρόνο καὶ τὴν ἀπρόοπτη ἐγκοπὴ
Ταξίδεψε μὲ τὰ χιλιοτρυπημένα σου ροῦχα ἀπὸ βοῦρλα καὶ
κλήματα
Μὲ τὴ μοναξιά σου ποὺ εἶναι ἀρχαία σὰν τὴν ἀγάπη καὶ τὸν
θάνατο
Φτωχὸς κι ἐσὺ μὲς στὰ ἐγκόσμια ὅπως τὸ χῶμα
Καὶ τὰ φύλλα τῆς λεύκας ποὺ κρύβουν ἀπροσδόκητα
Ἀπὸ τὴν κάτω ὄψη τους τὴ φωτεινὴ ριπὴ
Κυλίσου κραταιὸς σὰν ἀπὸ σίδερο καὶ σκοτεινὸ γρανίτη
Ξέχνα τὴ λάσπη καὶ τὰ πετρωμένα ἀστέρια τοῦ βυθοῦ
Μὴ σταματᾶς ποτὲ στὰ στοιχειωμένα ρέματα
Μὴ θλίβεσαι στὰ τόξα τῶν γκρεμισμένων γεφυριῶν
μὲ τοὺς χτισμένους φόβους
Ἀνασυντάξου στὶς φαρμακευτικὲς ἀνάβρες σου
Τραγούδα γλυκὰ στὶς μαλακιὲς κατηφοριές σου
Κι ἐγὼ νὰ ’ρθῶ μέσα στὰ μουχλιασμένα γένια σου
Σὰν βρέφος ποὺ γέρασε πρόωρα χωρὶς νὰ χορτάσει τὸ κλάμα του
Σὰν ἀποδημητικὸ πουλὶ ποὺ γύρισε καὶ βρῆκε γκρεμισμένη
τὴ φωλιά του
Καὶ σ’ ὅλο τὸ ποτισμένο ἀπὸ ἰώδιο στέρνο σου
Νὰ γίνω ἀτμὸς τῶν ἐκβολῶν καὶ ἄρτυμα κρυσταλλικὸ τοῦ
ἁλατιοῦ σου
Του Ηλία Κεφάλα [Ἀπὸ τὴ συλλογή μου «Τὰ μνῆστρα τῆς ἀβύσσου», 2003]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου