Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

ΠΗΝΕΙΟΣ

 

Ἄλογα μὲ μαγνητικὲς ὁπλὲς καὶ χάμουρα ἀνθισμένων σπάρτων
Παιανίζουν τὸν ἐλαφρὸ κυματισμό σου
Γιατὶ ἄναρχος φανερώνεσαι μέσα ἀπὸ μυστικὲς πηγὲς
Κουβαλώντας τὸ χιόνι ἀπὸ τὰ ἀσυγκράτητα ὕψη
Κι ἀποκαλύπτοντας τὶς μαρμαρυγὲς τοῦ χαλαζία
καὶ τοῦ θαμποῦ χαλκοῦ
Γιὰ σένα σκύβουν τὴν κεφαλή τους οἱ ἀλατόμητες κορυφὲς
τῆς Πίνδου
Νιώθοντας τὴν ἀνάσα σου γρήγορη καὶ κοφτὴ σὰν ἐμβατήριο
Ποτὲ δὲν κοιμᾶσαι καὶ ποτὲ δὲν ἀσθμαίνεις
Καὶ σκάβεις σπηλιὲς φωλιασμένης χαρᾶς μέσα στὶς ἀνυδρες
μέρες μας
Ἐμβολιάζεις τὶς σαπισμένες ρίζες μὲ ὀνειρώδεις βλαστοὺς
Ἄνεμοι λυγίζουν στὴν κοίτη σου νοσταλγώντας τὴ βοὴ τοῦ
ἀπείρου
Θεοὶ σφαλοῦν τοὺς αἰῶνες τους μιλώντας στὴ γλώσσα τῆς δάφνης
Ὅρκοι σκληροὶ πατήθηκαν μέσα σὲ ταραγμένα πρωινὰ
Καὶ ἁρμαθιὲς ἀπὸ λόγια παλιὰ κατοίκησαν τοὺς δυνατοὺς
σφυγμούς σου
Τὰ μπράτσα σου ἀναδίδουν ἄρωμα ἡλιοκαμένου τριφυλλιοῦ
Γεύση στυφοῦ κυδωνιοῦ πλανιέται στὸ στόμα σου
Καὶ τὸ ψωμὶ γλυκαίνει στὸ φύλλο τῆς κολοκυθιᾶς
Τυλιγμένο μὲ τὸ μαλακὸ τυρὶ καὶ τὴν ὁμίχλη
Φῦγε φῦγε μ’ ὅλο τὸ κλέος τῆς μνήμης ποὺ στεφανώνει τὸ
μῆκος σου
Φῦγε μ’ ὅλο τὸ δίκιο τῆς θλίψης ποὺ ἀγγίζει τὴ μοίρα σου
Ὅπως αἰχμὲς τῶν μαγεμένων ποὺ σ’ ἄγγιξαν κι ἔγιναν ἄσαρκες
αὔρες
Ὅπως αἰχμὲς τῶν θρήνων ποὺ ἔσβησαν κι ἔγιναν παρόχθιες
σταλαγματιὲς
Φύλαξε τὰ λιτὰ προικιὰ τῆς δακρυσμένης σου ὡραιότητας
Ποὺ ἀγλαΐζουν τὸν χρόνο καὶ τὴν ἀπρόοπτη ἐγκοπὴ
Ταξίδεψε μὲ τὰ χιλιοτρυπημένα σου ροῦχα ἀπὸ βοῦρλα καὶ
κλήματα
Μὲ τὴ μοναξιά σου ποὺ εἶναι ἀρχαία σὰν τὴν ἀγάπη καὶ τὸν
θάνατο
Φτωχὸς κι ἐσὺ μὲς στὰ ἐγκόσμια ὅπως τὸ χῶμα
Καὶ τὰ φύλλα τῆς λεύκας ποὺ κρύβουν ἀπροσδόκητα
Ἀπὸ τὴν κάτω ὄψη τους τὴ φωτεινὴ ριπὴ
Κυλίσου κραταιὸς σὰν ἀπὸ σίδερο καὶ σκοτεινὸ γρανίτη
Ξέχνα τὴ λάσπη καὶ τὰ πετρωμένα ἀστέρια τοῦ βυθοῦ
Μὴ σταματᾶς ποτὲ στὰ στοιχειωμένα ρέματα
Μὴ θλίβεσαι στὰ τόξα τῶν γκρεμισμένων γεφυριῶν
μὲ τοὺς χτισμένους φόβους
Ἀνασυντάξου στὶς φαρμακευτικὲς ἀνάβρες σου
Τραγούδα γλυκὰ στὶς μαλακιὲς κατηφοριές σου
Κι ἐγὼ νὰ ’ρθῶ μέσα στὰ μουχλιασμένα γένια σου
Σὰν βρέφος ποὺ γέρασε πρόωρα χωρὶς νὰ χορτάσει τὸ κλάμα του
Σὰν ἀποδημητικὸ πουλὶ ποὺ γύρισε καὶ βρῆκε γκρεμισμένη
τὴ φωλιά του
Καὶ σ’ ὅλο τὸ ποτισμένο ἀπὸ ἰώδιο στέρνο σου
Νὰ γίνω ἀτμὸς τῶν ἐκβολῶν καὶ ἄρτυμα κρυσταλλικὸ τοῦ
ἁλατιοῦ σου

Του Ηλία Κεφάλα [Ἀπὸ τὴ συλλογή μου «Τὰ μνῆστρα τῆς ἀβύσσου», 2003] 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας