Ένα ταξίδι της Ρούλας Σταυρέκα, που έγινε πριν από πολλά χρόνια, ένας παππούς που προσπάθησε να καθησυχάσει ένα φοβισμένο παιδί και μια ανάμνηση που, ύστερα από δεκαετίες, εξακολουθεί να ζωντανεύει στο ίδιο σημείο.
Σήμερα
το μεσημέρι κατεβήκαμε στα Κάτω Πατήσια, στο ΚΤΕΛ, μαζί με τον άντρα μου. Ένας
καλός άνθρωπος και φίλος, ο Παναγιώτης, μας είχε στείλει ένα δέμα με σπιτικά
καλούδια, ένα δώρο προσφοράς και αγάπης, από εκείνα που δεν χρειάζονται
ιδιαίτερη αφορμή για να δοθούν.
Καθώς
περπατούσα προς το ΚΤΕΛ, παρατηρώντας τις πολυκατοικίες και τους δρόμους γύρω
μου, ένιωσα ξαφνικά σαν να άνοιξε μια παλιά πόρτα του χρόνου. Μια εικόνα
ξεπήδησε από τα βάθη της μνήμης μου. Ήμουν πάλι εκείνο το κοριτσάκι των
δεκατριών χρόνων, που κάποτε είχε φτάσει στην Αθήνα με την καρδιά γεμάτη φόβο
και τα μάτια γεμάτα δάκρυα.
Η
θεία μου είχε τρία παιδιά. Τη μικρότερη κόρη της, τη Βούλα, την είχε αφήσει στη
μητέρα μου, στο χωριό, για να τη μεγαλώσει, όσο εκείνη και ο άντρας της
βρίσκονταν στη Γερμανία. Για τρία ολόκληρα χρόνια το κορίτσι μεγάλωνε κοντά
μας. Κοιμόταν μαζί μου στο ίδιο κρεβάτι και είχε δεθεί τόσο πολύ με την
οικογένειά μας, που δυσκολευόταν να αποχωριστεί εμένα και τους γονείς μου.
Όταν
οι γονείς της επέστρεψαν, εγκαταστάθηκαν στο Κορωπί, που εκείνα τα χρόνια
έμοιαζε περισσότερο με χωριό παρά με την Αθήνα που γνωρίζουμε σήμερα.
Κάποια
στιγμή η θεία μου ζήτησε να πάω να μείνω κοντά τους, για να τη βοηθήσω με τα
τρία μικρά παιδιά. Η Βούλα δεν μπορούσε να ξεχάσει την παρέα μου και, όπως
φαίνεται, η παρουσία μου ήταν απαραίτητη για να προσαρμοστεί στη νέα της ζωή.
Εγώ,
όμως, δεν ήθελα να φύγω από το χωριό. Δεν ήθελα να αποχωριστώ το σπίτι μου, τη
μάνα μου, τον πατέρα μου, τις γνώριμες γωνιές και την ασφάλεια της
καθημερινότητάς μου. Όμως οι μεγάλοι είχαν πάρει την απόφασή τους και τελικά με
κατάφεραν.
Ένα
πρωινό, μαζί με τον παππού Χρήστο, βρέθηκα μέσα στο λεωφορείο με προορισμό την
Αθήνα.
Όσο
πλησίαζε η ώρα της άφιξης, τόσο μεγάλωνε η στενοχώρια μου. Γύρισα προς τον
παππού και τον ρώτησα με αγωνία:
«Παππού,
θα φύγουμε μαζί πάλι, εντάξει;»
«Εντάξει,
κορίτσι μου», μου απάντησε, κάπως ανήσυχος.
Δεν
μου έφτανε όμως αυτή η απάντηση.
«Θα
με πάρεις πίσω, παππού;»
«Ναι,
ησύχασε τώρα».
Όταν
φτάσαμε στο ΚΤΕΛ και κατεβήκαμε από το λεωφορείο, αντίκρισα έναν κόσμο που μου
φάνηκε ατέλειωτος. Άνθρωποι παντού, να περπατούν βιαστικά, να τρέχουν δεξιά κι
αριστερά, να χάνονται μέσα στην κίνηση. Άκουσα τη φωνή του θείου μου που ήρθε
να μας παραλάβει με το αυτοκίνητο.
Μπήκα
μέσα και κουρνιάζοντας στην αγκαλιά του παππού, ψιθύρισα:
«Παππού,
είναι όλο πολυκατοικίες εδώ. Δεν μ’ αρέσει. Πάμε πίσω πάλι».
«Θα
μείνουμε λίγες μέρες και θα φύγουμε», μου απάντησε εκείνος.
Ο
θείος, με σοβαρό ύφος, πρόσθεσε:
«Ρούλα,
θα μείνεις για τη Βούλα».
Δεν
ήξερα τότε πώς να εξηγήσω στους μεγάλους ότι η αγάπη μου για τη Βούλα δεν
μπορούσε να νικήσει τη νοσταλγία μου για το σπίτι μου.
Μόλις
φτάσαμε, και τα τρία παιδιά έτρεξαν να πέσουν στην αγκαλιά μου. Με υποδέχτηκαν
με χαρά, κι εγώ προσπάθησα να τους χαμογελάσω. Ήταν η μόνη παρηγοριά μου μέσα
σε εκείνο το ξένο περιβάλλον.
Όταν
νύχτωσε και όλοι ετοιμάστηκαν να κοιμηθούν, πήγα κρυφά στον παππού.
«Παππού,
αύριο θα φύγουμε μαζί;»
«Ναι,
μαζί. Κοιμήσου τώρα».
Κοιμήθηκα
με αυτή την υπόσχεση φυλαγμένη στην καρδιά μου.
Το
πρωί, όμως, ξύπνησα και ο παππούς δεν ήταν εκεί.
«Πού
είναι ο παππούς;» ρώτησα τη θεία μου.
«Θα
έρθει», μου απάντησε.
«Με
άφησε εδώ; Γιατί έφυγε;»
Τότε
κατάλαβα πως είχε φύγει χωρίς εμένα. Έκλαιγα μέχρι το μεσημέρι και παρακαλούσα
να με πάνε στο ΚΤΕΛ, να γυρίσω στο χωριό μου.
Ο
θείος, όταν επέστρεψε από τη δουλειά, μας πήγε όλους μια βόλτα. Εγώ, όμως,
έκλαιγα κρυφά. Δεν ήθελα βόλτες ούτε καινούργιες εικόνες. Ήθελα μόνο να γυρίσω
πίσω.
Μου
είπαν πως θα επιστρέφαμε στο χωριό το Πάσχα.
«Τι;
Μετά από τόσους μήνες; Έξι μήνες θα μείνω εδώ;»
Έξι
ολόκληροι μήνες! Για ένα παιδί δεκατριών χρόνων, που δεν είχε μάθει να ζει
μακριά από τους γονείς του, ο χρόνος αυτός έμοιαζε ατελείωτος.
Άρχισα
να μετρώ τις μέρες μία μία, περιμένοντας το Πάσχα. Κάθε πρωί που ξυπνούσα, η
σκέψη μου ταξίδευε στο χωριό, στο σπιτάκι μας, στη μάνα και στον πατέρα μου.
Κι
όμως, οι άνθρωποι που με φιλοξενούσαν ήταν καλοί μαζί μου. Η θεία και ο θείος
με αγαπούσαν, με φρόντιζαν και δεν μου έλειψε η καλοσύνη τους. Δεν αισθάνθηκα
ποτέ πως ήμουν υπηρέτρια. Απλώς βοηθούσα όσο μπορούσα. Πρόσεχα τα τρία παιδιά
για να προλαβαίνει η θεία μου τις δουλειές του σπιτιού. Εκείνα τα χρόνια δεν
υπήρχαν πλυντήρια. Η θεία έπλενε τα ρούχα στη σκάφη, έπρεπε να μαγειρέψει, να
καθαρίσει, να φροντίσει το σπίτι και τα παιδιά. Έτσι, αναλάμβανα κι εγώ το
μερίδιό μου, κρατώντας συντροφιά στα μικρά και βοηθώντας όσο μπορούσα.
Δεν
ήταν η κακή συμπεριφορά που με έκανε να υποφέρω. Ήταν η απουσία. Ήταν εκείνη η
ακατανίκητη ανάγκη ενός παιδιού να βρίσκεται κοντά στους δικούς του ανθρώπους,
εκεί όπου αισθάνεται πως ανήκει.
Και
να που σήμερα, τόσα χρόνια μετά, βρέθηκα ξανά στο ίδιο μέρος.
Κοίταζα
τις πολυκατοικίες και αναρωτιόμουν γιατί τότε μου φαίνονταν τόσο τρομακτικές.
Ίσως επειδή ήταν βαμμένες σε σκούρα χρώματα, ίσως επειδή στα παιδικά μου μάτια
όλα έμοιαζαν γκρίζα, ξένα και απρόσωπα. Σήμερα οι ίδιες γειτονιές έχουν
αλλάξει. Τα κτίρια έχουν πιο όμορφα χρώματα, οι όψεις τους μοιάζουν πιο
φιλικές. Ή μήπως άλλαξαν απλώς τα δικά μου μάτια;
Το
ΚΤΕΛ, πάντως, παρέμεινε σχεδόν ίδιο. Ούτε ανακαίνιση, ούτε ουσιαστική αλλαγή.
Ένα κτίριο που ήταν άσχημο τότε και εξακολουθεί να είναι άσχημο σήμερα.
Άλλαξαν
όμως οι άνθρωποι.
Θυμάμαι
πως παλιά περπατούσαν πιο αργά, πιο ανθρώπινα. Κι αν τύχαινε να σε σπρώξουν
λίγο μέσα στον συνωστισμό, γύριζαν και ζητούσαν συγγνώμη. Σήμερα σε προσπερνούν
βιαστικά, σε παρασύρουν χωρίς να σε κοιτάξουν, με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη
του κινητού τους. Η συγγνώμη μοιάζει να έχει χαθεί κάπου ανάμεσα στη βιασύνη
και στην αδιαφορία.
Ξαφνικά,
από τα μεγάφωνα ακούστηκε μια γνώριμη ανακοίνωση:
«Παρακαλώ,
το λεωφορείο για Τρίκαλα αναχωρεί σε λίγο».
Σταμάτησα
για μια στιγμή.
Τρίκαλα!
Ήταν
σαν να άκουσα ξανά τη φωνή εκείνου του δεκατριάχρονου κοριτσιού που παρακαλούσε
τον παππού Χρήστο να το πάρει πίσω στο χωριό. Σαν να είδα πάλι το λεωφορείο που
μας είχε φέρει στην Αθήνα, το πρόσωπο του παππού, την αγκαλιά του και εκείνη
την παιδική αγωνία μήπως με άφηνε για πάντα μακριά από το σπίτι μου.
Σήμερα,
βέβαια, δεν ήμουν πια εκείνο το φοβισμένο κορίτσι. Είχα μεγαλώσει, είχα κάνει
τη δική μου οικογένεια, είχα διανύσει αμέτρητες διαδρομές και είχα γνωρίσει
πολλές πόλεις και ανθρώπους.
Κι
όμως, εκείνη η ανάμνηση παρέμενε ολοζώντανη.
Ίσως
γιατί υπάρχουν ταξίδια που δεν τελειώνουν ποτέ. Μένουν μέσα μας, όχι για τον
τόπο στον οποίο μας οδήγησαν, αλλά για όσα αισθανθήκαμε όταν αναγκαστήκαμε να
αποχωριστούμε κάτι πολύτιμο.
Κάθε
φορά που περνώ από το ΚΤΕΛ, η μνήμη μου επιστρέφει σ' εκείνο το πρώτο ταξίδι.
Και κάθε φορά, μέσα μου, ένα μικρό κορίτσι εξακολουθεί να ρωτά τον παππού
Χρήστο:
«Παππού,
θα με πάρεις πίσω στο χωριό μας;»
Κι
εγώ, τόσα χρόνια μετά, θέλω ακόμη να του απαντήσω:
«Ναι,
παππού. Πάμε πίσω. Στο σπιτάκι μας, στους γονείς μας, εκεί όπου ανήκει η καρδιά
μας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου