Τα
παλιά τα χρόνια, τότε που τα βουνά της Θεσσαλίας ήταν γεμάτα δύσβατα μονοπάτια,
βαθιές χαράδρες και σκοτεινά περάσματα, οι άνθρωποι ταξίδευαν με φόβο. Ήταν
χρόνια δύσκολα, χρόνια που στους δρόμους και στα βουνά κυκλοφορούσαν ληστές,
ομάδες ολόκληρες από ένοπλους άντρες που είχαν κάνει τα βουνά σπίτι τους και τα
λημέρια τους καταφύγια.
Στα
μέρη του Μετσόβου είχε το λημέρι του ένας ξακουστός αρχιληστής, με τα
πρωτοπαλίκαρά του. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας άντρας από το Μέρτσι των Τρικάλων,
παλικάρι δυνατό, γενναίο και έξυπνο. Ήταν από τους πιο έμπιστους του καπετάνιου
και είχε κερδίσει τη θέση του με το σπαθί και το θάρρος του.
Μα
κάτω από την αντρίκια του όψη έκρυβε ένα μυστικό.
Ήταν
κλέφτης ανάμεσα στους κλέφτες.
Όταν
η ομάδα γύριζε από τις επιδρομές φορτωμένη με λάφυρα, εκείνος είχε βρει έναν
τρόπο να κρατά κρυφά για τον εαυτό του ένα μέρος από τον πλούτο που άρπαζαν.
Χρυσαφικά, λίρες, κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες περνούσαν από τα χέρια του
χωρίς κανείς να υποψιάζεται τίποτε.
Μα
το μεγάλο ερώτημα ήταν:
Πώς
θα τα μετέφερε στο χωριό του χωρίς να τον καταλάβουν;
Και
τότε η μοίρα, όπως συμβαίνει στους παλιούς μύθους, του έδωσε μόνη της την
απάντηση.
Μια
μέρα, ύστερα από μια δύσκολη πορεία στα βουνά, ο ληστής πήγε σ' ένα ρέμα του
Μετσόβου να πλυθεί. Άφησε τα ρούχα του στην όχθη και μπήκε στο νερό.
Μαζί
του είχε και τη φλογέρα του.
Ήταν
ένα μικρό όργανο που το κουβαλούσε πάντοτε μαζί του. Τα βράδια, όταν η φωτιά
έκαιγε στο λημέρι και οι άλλοι άντρες σιωπούσαν, εκείνος έπαιζε με τη φλογέρα
του σκοπούς που του θύμιζαν το χωριό του, τη γυναίκα του και τη ζωή που είχε
αφήσει πίσω.
Ξαφνικά,
η φλογέρα γλίστρησε από τα χέρια του.
Έπεσε
στο νερό.
Πριν
προλάβει να την αρπάξει, την κατάπιε η δύνη.
Ο
άντρας έσκυψε, έψαξε, βούτηξε τα χέρια του στο νερό, μα η φλογέρα είχε χαθεί.
Την
ξέχασε.
Δεν
μπορούσε όμως να φανταστεί πως η μικρή φλογέρα θα γινόταν ο αγγελιαφόρος ενός
μεγάλου μυστικού.
Τα
νερά του βουνού πήραν τη φλογέρα μαζί τους.
Πέρασαν
μέρες.
Και
ύστερα, πολλά χιλιόμετρα μακριά, στα νερά της λίμνης του Γκιτζή, στο χωριό
Μέρτσι, εκεί όπου οι κάτοικοι έπαιρναν παλιά νερό για τα σπίτια και τα ζώα
τους, μια γυναίκα πήγε στην ανάβρα να γεμίσει το δοχείο της.
Και
τότε είδε κάτι να επιπλέει.
Ήταν
η φλογέρα.
Την
πήρε στα χέρια της, την κοίταξε με απορία και την πήγε στο σπίτι.
Χωρίς
να γνωρίζει από πού είχε έρθει, την έβαλε πάνω στο τζάκι.
Πέρασαν
μήνες.
Έξι
ολόκληροι μήνες.
Και
μια μέρα ο άντρας της γύρισε από το βουνό.
Μπαίνοντας
στο σπίτι, το βλέμμα του έπεσε πάνω στη φλογέρα.
Σταμάτησε.
Την
κοίταξε ξανά.
Δεν
χωρούσε αμφιβολία.
Ήταν
η δική του.
—
Πού τη βρήκες; ρώτησε τη γυναίκα του.
—
Στην ανάβρα της λίμνης, του απάντησε εκείνη. «Την έβγαλε το νερό.»
Ο
ληστής έμεινε σιωπηλός.
Στο
μυαλό του άρχισαν να ενώνονται δύο τόποι που μέχρι τότε θεωρούσε μακρινούς και
ασύνδετους.
Το
ρέμα του Μετσόβου.
Η
ανάβρα του χωριού του.
Το
νερό είχε βρει τον δρόμο.
Κι
αν μπορούσε να ταξιδέψει μια φλογέρα, γιατί όχι και ο χρυσός;
Τότε
γεννήθηκε στο μυαλό του ένα σχέδιο τόσο τολμηρό, ώστε ακόμη και για έναν ληστή
έμοιαζε απίστευτο.
Άρχισε
να παραμερίζει κρυφά από τα λάφυρα της ομάδας λίρες, χρυσαφικά, κοσμήματα και
πολύτιμες πέτρες.
Και
όταν έβρισκε την κατάλληλη στιγμή, τα έριχνε στο ρέμα του Μετσόβου.
Το
νερό έκανε τη δουλειά του.
Κυλούσε
αδιάκοπα μέσα από τα βουνά, έπαιρνε τα κλεμμένα λάφυρα και τα ταξίδευε, άγνωστα
και αθέατα, μέχρι τον τόπο του.
Κι
εκεί, στην ανάβρα της λίμνης, η γυναίκα του τα περίμενε.
Κάθε
τόσο πήγαινε στην πηγή και έβρισκε κάτι πολύτιμο να επιπλέει.
Μια
λίρα.
Ένα
δαχτυλίδι.
Ένα
περιδέραιο.
Ένα
πετράδι.
Έτσι,
ο ληστής είχε βρει τον πιο παράξενο τρόπο να κλέβει τους κλέφτες.
Μα
κανένα μυστικό δεν μένει κρυφό για πάντα.
Ο
αρχιληστής άρχισε να υποψιάζεται πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Τα
λάφυρα ήταν λιγότερα απ' όσα έπρεπε.
Κάποιος
έκλεβε την ομάδα.
Παρακολούθησε
το πρωτοπαλίκαρό του.
Το
ακολούθησε κρυφά.
Και
κάποια στιγμή αποκάλυψε το μυστικό.
Είδε
τον άντρα να πλησιάζει στο ρέμα και να ρίχνει μέσα στο νερό τα κρυμμένα λάφυρα.
Ο
αρχιληστής κατάλαβε τα πάντα.
Οργισμένος,
έπιασε το πρωτοπαλίκαρό του.
Και
η τιμωρία ήταν φοβερή.
Τον
έσφαξε.
Ύστερα,
σαν να ήθελε να σβήσει κάθε ίχνος του, πήρε το κομμένο κεφάλι του και το πέταξε
στο ρέμα.
Το
νερό το πήρε μαζί του.
Κύλησε
μέσα στις στροφές και στις χαράδρες, ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο που είχαν
ακολουθήσει τα λάφυρα.
Την
άλλη μέρα, η γυναίκα του ληστή πήγε στην πηγή.
Πήγαινε,
όπως πάντα, να μαζέψει ό,τι είχε φέρει το νερό.
Μα
εκείνη την ημέρα δεν βρήκε λίρες.
Δεν
βρήκε χρυσαφικά.
Δεν
βρήκε πολύτιμες πέτρες.
Βρήκε
το κεφάλι του άντρα της να επιπλέει στα νερά της ανάβρας.
Πάγωσε.
Για
μια στιγμή δεν πίστεψε στα μάτια της.
Ύστερα
έβγαλε μια κραυγή και έτρεξε μακριά, τρελή και παλαβή από τον τρόμο.
Η
είδηση απλώθηκε από στόμα σε στόμα.
Και
η φρίκη εκείνης της ημέρας έμεινε δεμένη για πάντα με την πηγή.
Από
τότε, λέει η παράδοση, το παλιό Μέρτσι άρχισε να αποκαλείται Κεφαλόβρυσο.
Γιατί
η ανάβρα του δεν είχε πια βγάλει από τα νερά της μόνο θησαυρούς.
Είχε
βγάλει ένα κεφάλι.
Κι
έτσι το νερό, που άλλοτε έφερνε κρυφά τον πλούτο, έγινε μάρτυρας της προδοσίας,
της απληστίας και της τιμωρίας.
Ίσως,
γι' αυτό, οι παλιοί άνθρωποι να έλεγαν πως το νερό δεν ξεχνά ποτέ.
Ό,τι
του εμπιστευτείς, αργά ή γρήγορα, θα το επιστρέψει.
Άλλοτε
φέρνει μια φλογέρα.
Άλλοτε
χρυσάφι.
Και
άλλοτε, όταν έρθει η ώρα της μοίρας, φέρνει στην επιφάνεια την αλήθεια.
Κι
έτσι η ανάβρα του Κεφαλόβρυσου έμεινε να κυλά μέσα στον χρόνο, κουβαλώντας μαζί
της όχι μόνο το νερό του βουνού, αλλά και έναν παλιό θρύλο.
Έναν
θρύλο για έναν ληστή που κατάφερε να κλέψει τους κλέφτες, μα δεν κατάφερε να
ξεγελάσει τη μοίρα.
Γιατί
μπορεί ο άνθρωπος να κρύψει τον χρυσό.
Μπορεί
να κρύψει το έγκλημα.
Μπορεί
να κρύψει το μυστικό.
Μα
από το νερό και από τη μοίρα τίποτε δεν κρύβεται για πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου