Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Ο μύθος της Σαρακίνας

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Στο ξακουστό της Σαλαμπριάς, το τοξωτό γεφύρι,

εκεί που η πέτρα άντεξε κι η μνήμη του δεν φθείρει,

ο μύθος ήρθε κι έλυσε, και έδεσε το νήμα

και τώρα κάνει μια σπονδή στο λίκνο και στο μνήμα.

 

Ο Βησσαρίων το ’χτισε, με πέτρα και με τάμα,

κι από τις όχθες του τις δυο, κόσμος περνούσε αντάμα.

Στης Σαλαμπριάς το πέτρινο γεφύρι το μεγάλο,

τα καραβάνια διάβαιναν το ένα μετά τ’ άλλο.

 

Μα κάπου εκεί στα ρεύματα, στον βράχο και πιο πέρα

λημέριαζε ο Σαρακηνός, της νύχτας η φοβέρα.

Τα καραβάνια λήστευε, σαν πειρατής στη χώρα,

κι έφευγε πριν ξημερωθεί, σαν ίσκιος μες στην μπόρα.

 

Γέμισε πλούτο άσωτο, χρυσάφι και ασήμι

κι απόκτησε και δύναμη και πλούτη, μα και φήμη.

Ασήμι μάζεψε πολύ, χρυσάφι από τον Μίδα,

και έτσι στη φτώχεια μοίραζε ψωμί, κρασί και ελπίδα.

 

Έτσι περνούσε ο καιρός και διάβαιναν τα χρόνια,

οι μοίρες δίχτυα  έπλεκαν, και στα βουνά τα χιόνια

λιώναν και στέλνανε νερό στης Σαλαμπριάς το ρέμα

κι ο μύθος την αλήθεια την κατέγραφε σαν ψέμα.

 

Κι είχε γυναίκα όμορφη, αφέντρα κι όλο χάρη,

όμως δεν έκανε παιδιά το άμοιρο ζευγάρι.

Κι η Σαρακίνα έλιωνε, με της ψυχής τους πόνους,

να αποδεχθεί την μοίρα της χωρίς τους απογόνους.

 

Μα μια νυχτιά, μια μάγισσα στο όνειρο εθεάθη

κι είπε πως το νερό την καρτερεί, στης γέφυρας τα βάθη.

Τρόμαξε κι έτρεξε να πει το μαύρο όνειρό της

για να προλάβει το κακό του ανδρός και το δικό της.

 

«Να μην διαβείς τη γέφυρα», τον άντρα της προστάζει,

«γιατί η ψυχή της Σαλαμπριάς βαριά μας λογαριάζει».

Μου τόπε μ’ ένα όνειρο, μου έστειλε χαμπέρι,

πως το νερό μας καρτερεί, στης λησμονιάς τα μέρη.

 

Μα γέλασε ο Σαρακηνός: «Μη σκιάζεσαι, καλή μου,

τόσες φορές το διάβηκα μονάχος το στρατί μου».

Σαν φτάσανε μεσοστρατίς, στου γεφυριού το δρόμο

το άλογο σταμάτησε, χλιμίντρισε με τρόμο.

 

Δυο - τρεις φόρες χτυπάει τη γη, και ξανά χλιμιντρίζει,

και το νερό αναδεύτηκε μ’ αφρούς και κελαρύζει

με μια φωνή: «Σαρακηνέ, μην προχωράς πιο πέρα,

γιατί γραμμένο είν’ το κακό να γίνει αυτή την μέρα».

 

Το άλογο αφηνίασε κι ορθώνει το κορμί του,

γκρεμίζεται η λυγερή στην άγρια ορμή του.

Άπλωσε ο Σαρακηνός το χέρι να την πιάσει.

μα ο ποταμός την άρπαξε, λίγο πριν την προφτάσει.

 

Συντρίμμι ο Σαρακινός και βαριολαβωμένος

την γύρευε χωρίς καμιά ελπίδα ο καημένος.

Κάθε βραδιά στη γέφυρα έψαχνε το κορμί της

και μάλωνε τη Σαλαμπριά για την εκδίκησή της.

 

Μοιρολογούσε κι έκλεγε και σπάραζε η καρδιά του

Κι αντιλαλούσαν τα βουνά από το ανάθεμά του.

«Αρχόντισσα, γυναίκα μου, πού πήγες που εχάθης;»

«Κι από τα βάθη του νερού, σ’ άλλον κόσμο εθεάθης».

 

«Μη με ζητάς, Σαρακηνέ, δεν είμαι πια δικιά σου,

στα βάθη τώρα κατοικώ, μα θα ’μαι η συντροφιά σου».

Τρεις μέρες την γυρέψανε μες στα θολά νερά της 

κι όταν την βρήκανε νεκρή, είχε άσπρα τα μαλλιά της.

 

Χρόνια περάσανε βαριά, μα ο άντρας δεν ξεχνούσε,

κι όλο τα πλούτη μοίραζε, μα η λύπη τον κρατούσε.

Σαν να ’θελε να απαλλαγεί απ’ την παλιά αμαρτία

μα η μοίρα του επιφύλασσε αυτή την τιμωρία.

 

Τιμωρημένος ήτανε, για τα παλιά τα κρίματα,

με τον ιδρώτα των κλοπών απόχτησε τα χρήματα,

και πλήρωνε τα απλήρωτα καθώς ορίζει η μοίρα

τα δίκαια, τα άδικα και των θνητών τα στείρα.

 

Στερνή φορά στη γέφυρα πήγε για την κυρά του,

κι άκουσε πάλι τη φωνή να τον καλεί κοντά του.

«Σαρακηνέ, η ώρα σου ήρθε, άιντε άρχοντά μου

σε καρτερεί η γυναίκα σου, να ’ρθείς εδώ κοντά μου».

 

Και χάθηκε ο Σαρακηνός μες στ’ ασημί φεγγάρι,

κι η γέφυρα μοιρολογεί και κλαίει για το ζευγάρι.

Κι όταν φουσκώνει το νερό κι η Σαλαμπριά βουίζει

λένε η νύχτα πως θρηνεί κι η γέφυρα δακρύζει.

 

Κι έτσι εις μνήμη της κυράς, λένε, τα χρόνια εκείνα

οι άνθρωποι ονόμασαν τον τόπο Σαρακίνα.

Κι όταν γεμίζει το φεγγάρι και ασπρίζει η Σαλαμπριά,

δυο σκιές, θα δεις στη γέφυρα, περνούν χωρίς λαλιά.

 

Μπροστά πάει ο Σαρακηνός και πίσω η καλή του,

κι όποιος τους δει, ταράζεται κι αλλάζει το στρατί του.

Γιατί η γέφυρα αυτή, που ενώνει δυο όχθες,

ενώνει και τους ζωντανούς με των νεκρών τις χώρες.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας