Παρασκευή 27 Ιουνίου 2025

Μια στάση στο χρόνο

 

Η φωτογραφία τραβήχτηκε τις Απόκριες του 1980, στο καφενείο του «Καστρακίδα» του χωριού. Πέντε φίλοι, νέοι τότε, ο Στέφανος, ο Σωτήρης, ο Δημήτρης, ο Μιχάλης κι ο Θανάσης, με εκείνο το φως της ανεμελιάς στα πρόσωπά τους. Οι τέσσερις κάθονται γύρω από ένα τραπέζι - μπροστά τους μπουκάλια με αναψυκτικά «Κλιάφα», ίσως πορτοκαλάδα ή λεμονάδα. Ο πέμπτος στέκεται όρθιος από πίσω τους, λες και ήρθε μόλις για να χωρέσει κι αυτός στη στιγμή.

Πιο πίσω στον τοίχο, το τζουκ-μποξ παίζει. Έχει φως και χρώμα και σίγουρα παίζει τραγούδια που διάλεξαν με φωνές και κέρματα. Ίσως κάποιο ζεϊμπέκικο, ίσως κάτι για τον έρωτα ή τη φιλία. Λίγα κομφετί στο κεφάλι, στο πάτωμα και πάνω στα παντελόνια τους μαρτυράνε πως είναι Απόκριες - αλλά δεν χρειάζονται στολές όταν η νιότη είναι από μόνη της μεταμφίεση.

Δύο από αυτούς, οι δύο μεσαίοι που κάθονται δίπλα δίπλα, δεν ζουν πια. Όμως στη φωτογραφία είναι ζωντανοί, μιλούν, γελούν, ακούν τη μουσική. Η εικόνα κρατάει μία ανάσα από το παρελθόν, ένα μικρό θαύμα καθημερινότητας. Δεν ποζάρουν. Είναι απλώς εκεί – φίλοι, μια στιγμή πριν τους σκορπίσει ο χρόνος.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο συγκινητικό: ότι τότε δεν ήξεραν πως η στιγμή θα γίνει ανάμνηση. Εμείς το ξέρουμε τώρα, και τη φυλάμε σαν κάτι πολύτιμο.


Πέμπτη 26 Ιουνίου 2025

Ο Βίκτωρας: Παιδικά χρόνια στο χωριό με τη ματιά του Χάρη Αγγελή

 Μια ζεστή ματιά στα παιδικά χρόνια του συγγραφέα και των φίλων του, στο χωριό της δεκαετίας του ’60, προσφέρει το υπό έκδοση βιβλίο «Βίκτωρας» του Χάρη Αγγελή. Με νοσταλγία, χιούμορ και ευαισθησία, ο συγγραφέας καταγράφει στιγμές αθωότητας, περιπέτειες και εικόνες μιας εποχής που χάνεται – τότε που η αυλή, το χωράφι και ο χωματόδρομος γίνονταν τόποι θαυμάτων για τα παιδιά. Ο Βίκτωρας, ένας από τους κεντρικούς ήρωες του βιβλίου, ζωντανεύει με τρόπο αυθεντικό και συγκινητικό, ως φορέας μνήμης αλλά και ζωντανής σχέσης με τον τόπο.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι μια γεύση από εκείνα τα χρόνια, όπως τα είδε και τα θυμήθηκε ο συγγραφέας.

Καθώς πλησίαζε ο Αύγουστος, ο ήλιος έκαιγε περισσότερο. Οι τρεις φίλοι προτιμούσαν τον ίσκιο που έριχναν τα τεράστια δέντρα μπροστά και πίσω από την εκκλησία. Ο Πίπης, όπως έκανε με τις κολοφωτιές, άρχισε να κάνει τώρα με τους τζίτζηκες. Είχε μανία να τους πιάνει, να τους δένει σ’ ένα σκοινί και να το κρεμάει από μια θηλιά στο παντελόνι του. Έτσι έκανε με τους “παππούδες”, όπως έλεγε αυτούς που κάθονταν χαμηλά στους χοντρούς και ρυτιδιασμένους κορμούς των μεγάλων δέντρων και τεμπέλιαζαν βγάζοντας ένα βραχνό και αργό τζου–τζου–τζου. Οι άλλοι, που κάθονταν ψηλά στα τρυφερά κλαδιά, ήταν μεγαλύτεροι, ζωηρότεροι, τζιτζίριζαν γρήγορα και δυνατά, μέχρι που σε ξεκούφαιναν. Αν κατάφερνε να πιάσει, ανεβαίνοντας σιγά-σιγά στο δέντρο, έναν τέτοιον, του ’βαζε ένα άχυρο στον πισινό και τον αμολούσε να πετάξει, δήθεν σαν αεροπλάνο. Οι καημένοι οι τζίτζηκες πετούσαν λίγο κι έπεφταν αμέσως στο χώμα, πληγωμένοι θανάσιμα από το τρύπημα του άχυρου.

Μέσα κι έξω από τον περίβολο της εκκλησίας σύχναζε και ο Πραξιτέλης. Ήταν ένας μεγάλος άντρας, παντρεμένος, με δυο κορίτσια και ένα παιδί. Είχε το κεφάλι κουρεμένο σαν σχολιαρόπαιδο και στα χέρια του κρατούσε πάντοτε ένα μπαστούνι. Δεν δούλευε ποτέ· περπατούσε και μιλούσε μόνος του, γελούσε, τραγουδούσε, αλλά μερικές φορές νευρίαζε απότομα και ήταν σαν να μάλωνε με κάποιον αόρατο άνθρωπο. Πετούσε πέτρες, φώναζε, κουνούσε το μπαστούνι, βρισκόταν γενικά εκτός εαυτού. Τέτοιες στιγμές τα παιδιά το ’βαζαν στα πόδια και εξαφανίζονταν. Όταν όμως ήταν ήρεμος, μιλούσε στα παιδιά σαν πατέρας κι έπαιζε μαζί τους σαν παιδί. Σαν μαθητής στο σχολείο ήταν άριστος, αφού και τώρα τα δύσκολα προβλήματα που έβαζε ο δάσκαλος και δεν μπορούσαν να τα λύσουν οι καλοί μαθητές, τα ’φερναν και τα ’λυνε πολύ γρήγορα ο Πραξιτέλης. Κάτι είχε πάθει στον πόλεμο, έλεγαν οι χωριανοί, και τσιακατίστηκε το μυαλό του.

Το σπίτι του Πραξιτέλη βρισκόταν στη δυτική πλευρά της εκκλησίας. Αριστερά του υπήρχε το μπακάλικο του Καραμήτσιου και δεξιά του το καμίνι του Καλαμπάκα. Μπροστά, κι από την άλλη μεριά του δρόμου, έξω από το περιβόλι της εκκλησίας, ήταν το κοινοτικό γραφείο, που παλιά οι χωριανοί το είχαν για δημοτικό σχολείο.

Μια Κυριακή, μετά τη λειτουργία, ήρθε ένας κύριος με άσπρο πουκάμισο, γκρι παντελόνι, παρδαλά καρακαξένια σκαρπίνια και ένα ψάθινο καπέλο, που πότε το ’βαζε στο κεφάλι και πότε το κρατούσε στα χέρια κι έκανε αέρα στο πρόσωπο. Περπατούσε με τον γραμματικό του παππού, τον Μήτσο, και κοίταζαν τα μεγάλα δέντρα. Όταν είδε τους ξυπόλητους πρίγκιπες με τα ισχνά ποδαράκια, τα μαυρισμένα πρόσωπα και τις στεγνές μύξες κάτω από τη μύτη, τους φώναξε κοντά του. Με το κάτασπρο κι απαλό, δεσποτίσιο χέρι του, έβγαλε ένα δίφραγκο και το έδωσε στον Βίκτωρα.

— Πάτε, λέει, στο μπακάλη να σας δώσει καραμέλες.

Ένα δίφραγκο ολόκληρο – το βάσταξαν στα χέρια τους όλοι με τη σειρά, το ζύγιαζαν, το επεξεργάζονταν – κι ο Σιούλας είπε πως το φαλακρό κεφάλι από τη μια μεριά είναι του βασιλιά και από την άλλη η κορώνα του.

— Τι καραμέλες θέλετε; φώναξε δυνατά ο χοντρός μπακάλης, επειδή ήταν κουφός και δεν άκουγε καλά!

Ώσπου να κοιταχτούν και να αποφασίσουν μεταξύ τους οι πρίγκιπες...

— Ξεμπλέτσωτες! φωνάζει δυνατά ο Πίπης.

Ένα μεγάλο χωνί από παλιά εφημερίδα γέμισε μακρουλές, γυμνές, χωρίς περιτύλιγμα καραμέλες. Τις πήραν κι έτρεξαν στα χαϊάτια της εκκλησίας. Έκατσαν και τις μοίραζαν μία – μία. Επειδή ήταν πολλές, έριξε την ιδέα ο Πίπης να πάνε πίσω τις μισές και να κρατήσουν τη δραχμή, να πάρουν παγωτό στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου.

— Τι χαζομάρες λες; είπε ο Σιούλας, κι έτσι έληξε η συζήτηση και η μοιρασιά.


Εκδρομή του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. στη ΝΑ Αλβανία (Κορυτσά - Μοσχόπολη - Πόγραδετς)

 

Η διήμερη εκδρομή στη νοτιοανατολική Αλβανία (Κορυτσά - Μοσχόπολη - Πόγραδετς), που οργάνωσε ο Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων σε συνεργασία με το γραφείο CHIC TRAVEL του Χρήστου Αντωνόπουλου στις 21-22 Ιουνίου, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για όσους συμμετείχαμε σ’ αυτή. Κι αυτό γιατί γνωρίσαμε μια άλλη Αλβανία, η οποία δεν έχει καμιά σχέση με αυτή που ήταν πριν από μερικά χρόνια. Τώρα είδαμε μια ευρωπαϊκή χώρα με ευχάριστες εικόνες, ανθρώπους εργατικούς, φιλοπρόοδους και φιλικούς. Το μέρος αυτό της Βορείου Ηπείρου ξεχωρίζει είναι πλέον πόλος έλξεως πολλών ξένων τουριστών.

Ξεκινήσαμε από Τρίκαλα και περνώντας έξω από τα Γρεβενά και την Καστοριά φτάσαμε στον Μεθοριακό Σταθμό της Κρυσταλλοπηγής, στα σύνορα Ελλάδας -Αλβανίας. Περάσαμε τον έλεγχο των διαβατηρίων ή ταυτοτήτων και σταματήσαμε για καφέ στη Βίγλιστα (Bilisht), την πρώτη κωμόπολη που βρίσκεται προς την κατεύθυνση για Κορυτσά. Όλοι μας εκπλαγήκαμε από την αισθητική του χώρου (καφετέρια με μεγάλο υπαίθριο χώρο με δέντρα, καλλωπιστικά φυτά, εικαστικά έργα), από την καθαριότητα, από τις προσφερόμενες υπηρεσίες και φυσικά από τις τιμές. 

Έχοντας πλέον μαζί μας έναν εξαιρετικό ομογενή ξεναγό, ο οποίος ανέφερε, ανέλυε και ερμήνευε οτιδήποτε συναντούσαμε στον δρόμο μας, συνεχίσαμε να ταξιδεύουμε στον ομαλό πλέον δρόμο μέσα στον κάμπο προς την Κορυτσά (850μ). Παρατηρώντας τα πυροβολεία της εποχής του Χότζα, το στενό δρομάκι που την ίδια εποχή εξυπηρετούσε την ελάχιστη κίνηση προς Ελλάδα, τα χωράφια που έμειναν ακαλλιέργητα λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού, καθώς οι νέοι φεύγουν προς Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη για καλύτερα μεροκάματα, τις βίλες που έστεκαν κλειστές, εφόσον οι ιδιοκτήτες τους είχαν μεταναστεύσει, φτάσαμε στην Κορυτσά.

Εκεί κάναμε έναν γύρο με το λεωφορείο για να έχουμε μία σφαιρική εικόνα της πόλης και επισκεφτήκαμε τον καθεδρικό ναό της Αναστάσεως του Κυρίου. Ο ναός είναι γνωστός για την εντυπωσιακή του αρχιτεκτονική και τα χρώματά του. Άρχισε να ανεγείρεται μετά το 1994 για να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε από την κατεδάφιση πολλών ορθόδοξων ναών στην πόλη, η οποία έχει έντονη ορθόδοξη παράδοση. Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε στις 2 Αυγούστου 1994 από τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους ορθόδοξους ναούς στην Αλβανία.

Μετά το προσκύνημά μας στον καθεδρικό ναό, συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς τη Μοσχόπολη (Voskotopjia), η οποία βρίσκεται σε ένα όμορφο οροπέδιο που χωρίζεται από μικρούς λοφίσκους, ενώ χαρακτηριστικής ομορφιάς είναι και το πευκόδασός της. Η Μοσχόπολη είναι ένα ιστορικό ελληνοβλαχικό χωριό σε υψόμετρο 1200μ, που στα χρόνια της ακμής της (1700-1769) υπήρξε μεγάλο ελληνικό πνευματικό και εμπορικό κέντρο. Ξεχώριζε για τα σχολεία της, τις εκκλησίες με σπάνιες αγιογραφίες και την περίφημη βιβλιοθήκη της. Εκεί ιδρύθηκε και το πρώτο τυπογραφείο των Βαλκανίων (1720). Σήμερα η Μοσχόπολη είναι ένας γραφικός οικισμός με παραδοσιακή αρχιτεκτονική, πέτρινα σπίτια, λίγες αλλά εντυπωσιακές εκκλησίες με εξαιρετικές τοιχογραφίες (οι πάμπολλες που είχε στην ακμή της καταστράφηκαν), όμορφη αρχιτεκτονική, λιθόστρωτους δρόμους, καλαίσθητα εστιατόρια και πώληση τοπικών προϊόντων. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την ηρεμία του τοπίου μας γοήτευσαν.

Με τις εικόνες αυτές στο μυαλό μας, που έδωσαν πολλή τροφή για σκέψεις, αφήσαμε πίσω μας τη Μοσχόπολη και κατεβήκαμε στην Κορυτσά (το Παρίσι των Βαλκανίων, όπως την αποκαλούσαν), που εντυπωσιάζει με την αρχιτεκτονική της, την καθαριότητα και την έντονη πολιτιστική της ταυτότητα. Τακτοποιηθήκαμε νωρίς το απόγευμα στο Grand Hotel Palace και είχαμε ελεύθερο χρόνο να γνωρίσουμε τις ομορφιές της πόλης. Χαλαρώσαμε στο τεράστιο Parku Rinia (Πάρκο Nεότητας) που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Είδαμε το αναστηλωμένο σοσιαλιστικού ρυθμού θέατρο Andon Zako Çajupi, που αποδεικνύει γιατί η πόλη αυτή θεωρείται μέχρι σήμερα πολιτιστική καρδιά της Αλβανίας. Απολαύσαμε την βόλτα στον λιθόστρωτο πεζόδρομο του Shen Gjergji (Αγίου Γεωργίου) με τα καφέ, τα παραδοσιακά σπίτια (εντυπωσίασε το «σπίτι του Σεφέρη» όπου πλέον στεγάζεται το Ελληνικό Προξενείο), το Δημαρχείο και το κτίριο του 1ου Αλβανικού Σχολείου που ιδρύθηκε το 1902. Κάναμε τα ψώνια μας στο Παζάρι, περπατήσαμε στην παλιά αναπαλαιωμένη πόλη με  τα μικρά σοκάκια,  τα παραδοσιακά διώροφα  σπιτάκια, τα πολύχρωμα μαγαζάκια με σουβενίρ και τα πολλά εστιατόρια και καφετέριες. Το μέρος αυτό της πόλης  ξεχωρίζει για τη vintage αισθητική του και επιτρέπει στους επισκέπτες να δουν και να ζήσουν μέρος της ομορφιάς του παρελθόντος. Το Παζάρι της Κορυτσάς έχει ανακηρυχθεί Πολιτιστικό Μνημείο της Αλβανίας και αριθμεί 138 μνημεία πολιτισμού πρώτης κατηγορίας. 

Τη δεύτερη ημέρα, το πρωί, επισκεφθήκαμε το Μουσείο Εθνογραφίας και Βυζαντινής Τέχνης, στο οποίο εκτίθενται εκατοντάδες φορητές εικόνες, πολλά βημόθυρα εκκλησιών και ένα τέμπλο, τα οποία διασώθηκαν από την καταστροφή των εκκλησιών κατά την δικτατορία του Εμβέρ Χότζα.

Κατόπιν μεταβήκαμε στο γραφικό Πόγραδετς, στις αλβανικές ακτές της λίμνης Οχρίδας. Το Πόγραδετς είναι τόπος καταγωγής των γνωστότερων συγγραφέων της Αλβανίας. Έχει κληρονομήσει ένα βαρύ καλλιτεχνικό όνομα που εκφράζεται στον χολιγουντιανής έμπνευσης κεντρικό πεζόδρομο - πάρκο της πόλης με τα ονόματα συγγραφέων, ενώ  φημίζεται για τα δυναμικά πολιτιστικά φεστιβάλ που φιλοξενεί κάθε καλοκαίρι. Το μεγάλο πάρκο Drilon, τα καταπράσινα τοπία, η φυσική ομορφιά της περιοχής (νιώσαμε πως βρεθήκαμε σε κάποιο παραθαλάσσιο χωριό του Αιγαίου), ο καθαρός αέρας και η γαλήνη της λίμνης πρόσφεραν στιγμές χαλάρωσης και ξεκούρασης. Μια βόλτα στην παραλία και ο χρόνος για φαγητό και καφέ δίπλα στο πεντακάθαρο νερό ολοκλήρωσαν ιδανικά την εκδρομή.

Η διήμερη εκδρομή στην νοτιοανατολική Αλβανία (Βόρειο Ήπειρο), άφησε σε όλους τις καλύτερες εντυπώσεις. Ο συνδυασμός φύσης, πολιτισμού και αυθεντικής φιλοξενίας συνέβαλε στο να μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη όλων. Στην πόλη της Κορυτσάς μας εντυπωσίασαν οι φαρδείς δρόμοι με τα μεγάλα πεζοδρόμια και τις δεντροστοιχίες τους, τα μεγάλα και καθαρά πάρκα αναψυχής, τα όμορφα σιντριβάνια, τα πολλά νέα ζευγάρια με τα μικρά παιδιά τους που βόλταραν στους λιθόστρωτους πεζόδρομους, οι καθαρές ταβέρνες και καφετέριες, οι πολλές διαβάσεις πεζών, στις οποίες σταματούσαν όλοι οι οδηγοί και γενικά η φιλική συμπεριφορά των κατοίκων, πολλοί εκ των οποίων μιλούσαν ελληνικά.

Κατά την διαδρομή μας προς Μοσχόπολη και Πόγραδετς μας εντυπωσίασαν οι επιμελημένες καλλιέργειες φασολιών και ντομάτας, καθώς και τα περιβόλια με μηλιές και δαμασκηνιές. Τα καταστήματα και τα μανάβικα ήταν ανοιχτά τόσο το Σάββατο βράδυ όσο και την Κυριακή το πρωί λόγω ανταγωνισμού, παρείχαν δε τα πάντα, όπως και στην Ελλάδα. 


Κατά την επιστροφή κάναμε μια στάση στην Καστοριά για καφέ ή αναψυκτικό. Εκεί πλέον επιστρέψαμε στην ελληνική πραγματικότητα.

Σημαντικός παράγοντας στην επιτυχή έκβαση της εκδρομής μας αποτέλεσε ο επαγγελματισμός του τουριστικού γραφείου Chick Travel του Χρήστου Αντωνόπουλου που εκτός από την άψογη οργάνωση (πλήρες πρόγραμμα, εξαιρετική ξενάγηση, καλό ξενοδοχείο), διαθέτει και VIP λεωφορείο, οι προδιαγραφές του οποίου ικανοποιούν και τον πιο απαιτητικό ταξιδιώτη.

Ελένη Τζαβέλλα


 

Μουσικό Καλοκαίρι με τη ΣΟΝΤ και τη Spira Minore! Δύο νεανικές ορχήστρες, μία αξέχαστη βραδιά!

 

Ο Σύλλογος Φίλων της Μουσικής Τρικάλων σάς προσκαλεί σε μια μοναδική συναυλία με τη Συμφωνική Ορχήστρα Νέων Τρικάλων (ΣΟΝΤ) και το μουσικό σύνολο Spira Minore από τη Θεσσαλονίκη! Την Κυριακή 29 Ιουνίου 2025 Ώρα 8.30 μ.μ. στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Τρικκαίων.

Υπό τη διεύθυνση των Στέφανου Σεκέρλογλου και Δήμητρας Κατιώνη, οι δύο ορχήστρες παρουσιάζουν έργα κλασικής, κινηματογραφικής και παραδοσιακής μουσικής.

Είσοδος ελεύθερη.



Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025

Η προίκα της νύφης

 

Κάπου στην καρδιά του Βαλτινού, εκεί που ο χρόνος έχει μιαν άλλη ροή, μια φωτογραφία παγώνει μια στιγμή φορτισμένη από μνήμη και παράδοση. Ένα κάρο, ταπεινό μα γεμάτο νόημα, παρκαρισμένο κάτω από τη βεράντα ενός πλίθινου σπιτιού, γίνεται το κέντρο ενός άγραφου τελετουργικού: η προίκα της νύφης.

Οι δύο νεαρές κοπέλες, βλάμισσες του γάμου, σκύβουν με φροντίδα και ευλάβεια πάνω από τα προικιά – στρωσίδια, κουβέρτες, σεντόνια, πετσέτες. Δεν είναι απλώς αντικείμενα, είναι τα χνάρια μιας ζωής που ετοιμάζεται να ξεκινήσει. Τα στοιβάζουν με σειρά, σαν να τα ντύνουν με σιωπηλές ευχές για αγάπη, για ευημερία, για σπιτικό γεμάτο ζεστασιά.

Πάνω απ’ αυτές, από τα ξύλινα κάγκελα της βεράντας, ξεπροβάλλουν οι βλάμηδες. Σιωπηλοί εργάτες της τελετής, με πρόσωπα που κουβαλούν μια παράξενη μίξη συγκίνησης και περηφάνιας, παραδίδουν τα προικιά ένα ένα, σαν να παραδίδουν ένα κομμάτι από την ιστορία του σπιτιού.

Και η ρόδα του κάρου, σκεπασμένη με ξεραμένη λάσπη από τους χωμάτινους  δρόμους του χωριού, μαρτυρά πορείες και περάσματα. Η λάσπη δεν είναι βάρος, είναι μαρτυρία. Δείχνει ότι τούτη η στιγμή είναι καρπός διαδρομής - της νύφης, της οικογένειας, της κοινότητας.

Στην αυλή, ο κόσμος του γάμου παρατηρεί, συμμετέχει σιωπηλά ή με χαμόγελα, σαν μάρτυρες σε μια ιεροτελεστία. Είναι όλοι εκεί: όχι μόνο για να δουν, αλλά για να νιώσουν, να θυμηθούν, να γίνουν κι αυτοί μέρος του εθίμου που δεν είναι πια απλή παράδοση, αλλά ένας ύμνος στην έννοια του «μαζί».

Μια φωτογραφία που δεν απεικονίζει απλώς ένα στιγμιότυπο, κουβαλά μαζί της το άυλο βάρος του παρελθόντος και τη σιωπηλή υπόσχεση του μέλλοντος. Ένα πέρασμα, από το παλιό στο νέο, με κάρο, με προίκα, με μνήμες.


Τρίτη 24 Ιουνίου 2025

«Στον πόντο του μόχθου»

 

Στον τόπο μας, κάτω από τον απλό ουρανό και μέσα στο άγιο φως του μόχθου, τέσσερις άντρες σκύβουν τον ώμο στην καρδιά της γης. Το σιτάρι, καρπός μιας σκληρής άνοιξης και ενός ανυπόμονου καλοκαιριού, τώρα θερίζεται, στοιβάζεται, φορτώνεται — και η ζωή συνεχίζει τη στροφή της, όπως οι κύκλοι των εποχών.

Ο πόντος, εκείνη η απλή ξύλινη σανίδα, γίνεται γέφυρα ανάμεσα στη γη και τη διαδρομή του σπόρου προς τη σιωπηλή αποθήκη. Κάθε βήμα επάνω του δεν είναι απλώς ένα πέρασμα˙ είναι υπόμνηση της ευθύνης, της παράδοσης, του ιδρώτα που δεν γράφεται σε βιβλία, μα ζυμώνει το ψωμί στο τραπέζι.

Τα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων δεν φωνάζουν˙ σιωπούν. Μα η σιωπή τους έχει τη βαρύτητα του χρόνου. Κάθε τους κίνηση κουβαλάει μνήμες πατέρων και παππούδων, σε μια εργασία που είναι ταυτόχρονα αγώνας, ανάγκη και μυσταγωγία. Το βλέμμα τους, προσηλωμένο αλλά ήρεμο, δεν ζητά ούτε έπαινο ούτε λύπηση. Μόνο αναγνώριση της ανθρώπινης δύναμης που δουλεύει δίχως φανφάρες, αλλά με πίστη.

Το φορτίο στην πλάτη τους δεν είναι μόνο σιτάρι. Είναι ιστορία. Είναι η επιμονή της ζωής να συνεχίζεται εκεί όπου το χώμα ποτίζεται με κόπο και ελπίδα. Είναι η βεβαιότητα ότι, ακόμη κι αν όλα αλλάξουν, ο θερισμός θα επιστρέφει — και κάποιοι θα τον σηκώνουν στις πλάτες τους, σαν ιερή λειτουργία.

Σ' αυτή τη φωτογραφία, ο χρόνος σταματά. Και μέσα σ’ αυτή τη στάση, ο θεσσαλικός κάμπος γίνεται σύμπαν ολόκληρο. Ένα σύμπαν που πατάει στον πόντο, ισορροπεί πάνω στην ευθραυστότητα του μόχθου — και, με πείσμα, βαδίζει μπροστά.


ΚΑΛΕΝΤΟΥΛΑ

 

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο η καλέντουλα ή απλώς η μαντζουράνα μού φάνταζε πάντα σαν ένα παρακατιανό λουλούδι. Όταν τις φύτευε η μάνα μου στον κήπο, μού έμοιαζαν σαν απόβλητες τσιγγάνες των λουλουδιών. Όμως αυτές ήταν επίμονες και ατίθασες. Φύτρωναν και ξαναφύτρωναν από μόνες τους και πολλαπλασιάζονταν, διακατεχόμενες από μια παράξενη ευθυμία, που πήγαζε μέσα από την πολυετή τους αντοχή. Γελούσαν. Αυτό με θύμωνε περίεργα. Όταν όμως κάποιος μου υπέδειξε να αποξηράνω τα άνθη τους και να γευτώ χειμωνιάτικα το κίτρινο αφέψημά τους, τότε άλλαξα γνώμη εντελώς. Στην καθυστερημένη δοκιμή της γεύσης τους βρήκα κάτι σαν ελιξίριο και στη θωριά τους πλέον περισσή ευγένεια και ομορφιά.

Καλημέρα, λοιπόν, καλέντουλα, καλημέρα στη ζωηράδα της ομορφιάς σου σήμερα και πάλι.

Του Ηλία Κεφάλα

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

«Στην Σκιά του Ηλιοβασιλέματος»

 

Κάτω από το χρυσό φως του απογεύματος, ο θεσσαλικός κάμπος μοιάζει να αναστενάζει μαζί με τα κάρα, φορτωμένα με άχυρο και χόρτα. Τα ξύλινα τροχοφόρα περπατούν αργά, σαν να χορεύουν στον ρυθμό του ήλιου που κατηφορίζει αργά στο δυτικό ορίζοντα. Ο ουρανός βάφεται με τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, σαν να μοιράζεται με τη γη την τελευταία του φωτεινή χάρη για την ημέρα.

Κάθε κάρο είναι ένα σύμβολο της αέναης εργασίας, του κόπου και της αντοχής του αγρότη που μοιάζει να γράφει ιστορίες στο χώμα με το χέρι του, να μοιράζει τον ιδρώτα του με την ίδια την γη που τον τρέφει. Τα φορτία των καλαμιών, σαν μικρές αναμνήσεις από καλοκαίρια περασμένα, φέρνουν μαζί τους το άρωμα της σκληρής δουλειάς και της απλότητας του καθημερινού αγώνα.

Το τοπίο αυτό, αν και γεμάτο από τη σκληρότητα του μόχθου, κουβαλά μια μαγεία. Ο ήχος των τροχών που τρίζουν στη σιωπή της φύσης, οι μακριές σκιές που χορεύουν στην υγρασία του απογεύματος, όλα συνθέτουν ένα αθόρυβο συμφωνικό έργο για εκείνους που έχουν μάθει να ακούν τα μυστικά της γης. Ο αγρότης, με την ολόκληρη ζωή του κρυμμένη στην κοιλότητα των χεριών του, είναι μέρος αυτού του τοπίου, σχεδόν αόρατος, σαν μια σκιά που περνά από το φως του ηλιοβασιλέματος.

Και καθώς το φως χάνεται πίσω από τα βουνά, αφήνοντας το τοπίο να βυθιστεί στο δροσερό σκοτάδι, το κάρο συνεχίζει την πορεία του, σχεδόν αδιάφορο για τον χρόνο, σχεδόν αδιάφορο για την ύπαρξή του στο σύμπαν αυτό το μικρό κομμάτι χώματος και ουρανού, που όμως είναι το σπίτι του, το σπίτι όλων αυτών των ανθρώπων που με μόχθο και πάθος φροντίζουν το έδαφος για να το δώσουν πίσω στη ζωή.


Εντυπωσιακά αρχαιολογικά ευρήματα από την αρχαία Πέλιννα

 

Εντυπωσιακά είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα του νομού μας, τα οποία φιλοξενούνται στο Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου — ένα από τα παλαιότερα μουσεία της χώρας και, μέχρι πρότινος, το κεντρικό αρχαιολογικό μουσείο της Θεσσαλίας. Το μουσείο ανεγέρθηκε το 1909 με δαπάνη του Αλέξιου Αθανασάκη, από την Πορταριά του Πηλίου. Πρόκειται για ένα ισόγειο νεοκλασικό κτήριο, συνολικής επιφάνειας 870 τ.μ., με επτά χώρους έκθεσης.

Αρχαία Πέλιννα

Τα ευρήματα της αρχαίας Πέλιννας, τα οποία εκτίθενται σε ειδική αίθουσα, κεντρίζουν το ενδιαφέρον των επισκεπτών. Η Πέλιννα (ή Πελινναίον), πόλη της τετράδος Εστιαιώτιδος, εκτεινόταν στην αριστερή όχθη του Πηνειού ποταμού, στη δυτική Θεσσαλία, ανάμεσα στην Τρίκκη και τη Φαρκαδώνα.

Σύμφωνα με τον Αρριανό, από την πόλη της Πέλιννας πέρασε το 335 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος με τον στρατό του, κατά την αιφνίδια εκστρατεία του εναντίον των Θηβαίων. Οι κάτοικοι της Πέλιννας ακολούθησαν τους Μακεδόνες σε όλες τις επιχειρήσεις έως το 191 π.Χ., οπότε η πόλη καταλήφθηκε από τους Αθαμάνες, με αρχηγό τον Αμύνανδρο, κατά τον Αντιοχικό πόλεμο.

Μετά την κατάλυση της Μακεδονίας το 168 π.Χ., επιβλήθηκε πλήρης ρωμαϊκή κυριαρχία τόσο στη Θεσσαλία όσο και στη Μακεδονία.

Τα παραπάνω αποτελούν στοιχεία μελέτης του Λεωνίδα Π. Χατζηαγγελάκη, αρχαιολόγου και επί τιμή εφόρου αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟΑ.

Ίδρυση της πόλης

Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, η πόλη ιδρύθηκε από τον Πέλιννο, γιο του Οιχαλιέα, από την Οιχαλία — την πόλη του Ευρύτου. Η πρώτη αναφορά της Πέλιννας γίνεται από τον Πίνδαρο, ο οποίος την αναφέρει ως πατρίδα του Ιπποκλή, νικητή στους αγώνες διαύλου στα Πύθια το 498 π.Χ.

Οι αρχαίες μαρτυρίες και τα αρχιτεκτονικά λείψανα προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή της πόλης, κυρίως κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. και στους μεταγενέστερους χρόνους. Κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., η Πέλιννα ακολουθούσε πολιτική αντίθετη προς τις Φερές, ενώ η Τρίκκη και η Φαρκαδώνα είχαν ταχθεί με το μέρος των Φεραίων.

Το 357 π.Χ., έπειτα από πρόσκληση των Αλευάδων της Λάρισας, κατήλθε στη Θεσσαλία ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος Β’, ο οποίος «απελευθέρωσε» τις θεσσαλικές πόλεις από την κυριαρχία των Φεραίων. Ο Φίλιππος ενίσχυσε τα τείχη και τα οικοδομήματα της Πέλιννας και εγκατέστησε μόνιμη μακεδονική φρουρά.

Μετά τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., η Πέλιννα επεκτάθηκε και οχυρώθηκε με ισχυρό τείχος, κατασκευασμένο σύμφωνα με τις αρχές της πολεμικής αρχιτεκτονικής των ύστερων κλασικών και πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, βάσει του ισόδομου τραπεζιόσχημου συστήματος τειχοδομίας. Οι οριζόντιοι γωνιόλιθοι, από ντόπιο λευκόφαιο ασβεστόλιθο των τοπικών λατομείων, έχουν μακρές πλευρές που είναι οριζόντιες και παράλληλες, ενώ οι στενές πλευρές είναι ακανόνιστες και διατάσσονται εκατέρωθεν μιας νοητής κατακόρυφης γραμμής.

Η εξωτερική επιφάνεια των λίθων φέρει είτε αδρή επεξεργασία με χονδρό βελόνι είτε, σε πολλές περιπτώσεις, παραμένει εντελώς ακατέργαστη.


Πηγή: Εφ. Πρωινός Λόγος

Κυριακή 22 Ιουνίου 2025

Η εξομολόγηση του Χρυσόστομου (Διήγημα του τόπου μας)

 

Είχε μπει για τα καλά το καλοκαίρι, και οι μέρες έκαιγαν με τον ήλιο να σκαρφαλώνει κατακόρυφα στον ουρανό. Οι καβαλάρηδες, τρεις στον αριθμό, είχαν ξεκινήσει από τα χωριά του Κόζιακα, όπως κάθε χρόνο, για να κατηφορίσουν προς το Βαλτινό. Τα άλογα, μαυρισμένα από τον ιδρώτα, κάλπαζαν αργά μέσα από τα μονοπάτια, σέρνοντας μαζί τους την κουρασμένη αντρεία των αναβατών τους. Ήταν άντρες σκληροί, από εκείνους που δεν λογαριάζουν ούτε νόμους ούτε Θεό, μονάχα τη δύναμη του όπλου και του σπαθιού.

Το σούρουπο τους βρήκε να διασχίζουν τον δρόμο προς το χωριό, όταν ξαφνικά, μπροστά τους, φάνηκε να προχωρά μια νέα κοπέλα. Μόνη, με χαμηλωμένο βλέμμα και βήμα βιαστικό, η μορφή της έμοιαζε σχεδόν απόκοσμη μέσα στο λιγοστό φως του δειλινού. Οι καβαλάρηδες δεν άργησαν να «σταυρώσουν» τον δρόμο της — την εγκλώβισαν ανάμεσά τους, και, εκμεταλλευόμενοι την ερημιά της ώρας και την απουσία μαρτύρων, ακολούθησαν το σκοτεινότερο μονοπάτι της ανθρώπινης φύσης. Τη βίασαν χωρίς οίκτο, με τον πιο άγριο και απάνθρωπο τρόπο.

Μα τα ζωώδη ένστικτά τους δεν ικανοποιήθηκαν. Ένας απ’ αυτούς έβγαλε μαχαίρι και, γελώντας, έκοψε τα μακριά μαλλιά της κοπέλας, τα οποία οι άλλοι δύο μάζεψαν σαν λάφυρο – σαν τρόπαιο της ντροπής και της κτηνωδίας τους. Οι «κοσιάνες» της, όπως τις έλεγαν, έγιναν το πιο βαρύ σύμβολο της ατίμωσης.

Τέτοια περιστατικά, δυστυχώς, δεν ήταν σπάνια την εποχή εκείνη. Το 1920, στην ύπαιθρο της Θεσσαλίας, η βία των ισχυρών περνούσε συχνά απαρατήρητη και, ακόμη χειρότερα, ατιμώρητη. Όταν η κοπέλα έφτασε στο σπίτι της, σε άθλια κατάσταση, με τα ρούχα σκισμένα, το κορμί πληγωμένο και την ψυχή ματωμένη, δεν χρειάστηκε να πει πολλά. Ο τρόμος στα μάτια της, οι λυγμοί και τα ξεριζωμένα μαλλιά της μιλούσαν από μόνα τους. Όμως, βρήκε τη δύναμη να μιλήσει. Δάκρυα και λόγια μπλέχτηκαν καθώς διηγήθηκε στην οικογένειά της τον εφιάλτη.

Στο φτωχικό σπίτι, που μέχρι τότε γνώριζε τη γαλήνη και τον αγώνα της επιβίωσης, η ατίμωση έσκασε σαν κεραυνός. Η ντροπή κάθισε βαριά στις ψυχές όλων. Ο φόβος και ο θυμός πάλευαν μέσα τους, με τον τελευταίο να φουντώνει περισσότερο στον Χρυσόστομο, τον μεγαλύτερο αδερφό της κοπέλας. Ήταν άντρας λιγομίλητος, μα με μάτια που έβγαζαν σπίθες και χέρια που είχαν μάθει από νωρίς να κρατούν το όπλο, όχι για επίδειξη, αλλά για επιβίωση και, όταν χρειαστεί, για δικαιοσύνη.

Το επόμενο πρωί, χωρίς πολλές κουβέντες, ο Χρυσόστομος πήρε το ντουφέκι του και ξεκίνησε για τη Μεριά. Ήξερε καλά ποιοι ήταν οι δράστες. Τους γνώριζε από παλιά, ήξερε τις φαμίλιες τους, ήξερε τα πρόσωπά τους και τις κακές τους συνήθειες. Δεν είχε σκοπό να περιμένει την αστυνομία ή τη δικαιοσύνη των χαρτιών. Η τιμή της οικογένειάς του, η αξιοπρέπεια της αδελφής του, δεν μπορούσαν να μείνουν αδικαίωτες.

Τους βρήκε στα αλώνια, να πίνουν τσίπουρο και να γελούν τραχιά, σαν να μη συνέβη τίποτα. Τους πλησίασε ήρεμα, μα το βλέμμα του έκαιγε. Τους ζήτησε το λόγο.

Εκείνοι, θρασείς όπως πάντα, τον περιγέλασαν. Του είπαν να καθίσει φρόνιμα, αλλιώς θα τον σκότωναν. Τον απείλησαν, χωρίς να ξέρουν πως ο άντρας που είχαν απέναντί τους δεν είχε πια τίποτα να χάσει. Ο Χρυσόστομος δεν μίλησε άλλο. Έβγαλε το όπλο του και άρχισε να πυροβολεί.

Ο πανικός σκορπίστηκε γύρω του. Οι τρεις άντρες έτρεχαν να προφυλαχτούν, μα το μίσος του ήταν γρήγορο και το βόλι του ακριβές. Ο ένας σωριάστηκε καταγής, χτυπημένος θανάσιμα. Οι άλλοι δύο, χωρίς να τολμήσουν να γυρίσουν πίσω, κατάφεραν να ανέβουν στα άλογά τους και να εξαφανιστούν.

Ο Χρυσόστομος πλησίασε το πτώμα χωρίς δισταγμό. Έσκυψε, έψαξε το σακάκι του νεκρού και, όπως περίμενε, βρήκε εκεί τις κοσιάνες — τις χαμένες μπούκλες της αδερφής του. Τις πήρε στα χέρια του και τις κοίταξε για μια στιγμή, σαν να μετρούσε το βάρος τους. Ήταν ελαφριές, κι όμως βαρύτερες από μολύβι. Τις έφερε πίσω στην αδερφή του, χωρίς να πει κουβέντα. Ήταν ο δικός του τρόπος να δηλώσει πως η τιμή του σπιτιού είχε αποκατασταθεί, πως το άδικο δεν θα μείνει ατιμώρητο.

Ύστερα, χωρίς καθυστέρηση, βάδισε προς την εκκλησία. Στα χέρια του κρατούσε το όπλο, όχι πια σαν απειλή, αλλά σαν μαρτυρία. Στάθηκε μπροστά στην εκκλησιά και φώναξε με φωνή που ράγιζε πέτρες:

— Παπά Θανάση! Έλα να με εξομολογήσεις! Σκότωσα άνθρωπο!

Εκεί, μπροστά στον Θεό και στους ανθρώπους, ο Χρυσόστομος έβαλε την πράξη του στο φως. Δεν ζήτησε έλεος ούτε συγχώρεση — ζήτησε μονάχα να ακουστεί.

-----------

Κι από ’κεί και πέρα, τίποτα δεν είναι βέβαιο. Ο Χρυσόστομος Μαντέλας, αδερφός του Ηλία Μαντέλα, χάθηκε από τα βιβλία και τις αφηγήσεις με τρόπο που μοιάζει με σκιά. Δεν άφησε απογόνους, και κανείς δεν έμαθε με βεβαιότητα τι απέγινε.

Άλλοι λένε πως συνελήφθη, δικάστηκε και εκτελέστηκε. Άλλοι λένε πως τον έστειλαν στις φυλακές και πέθανε εκεί, ήσυχα και μόνος. Κάποιοι ψιθυρίζουν πως δεν άντεξε το βάρος και έβαλε τέλος στη ζωή του. Υπάρχει και μια τελευταία ιστορία, πιο θλιβερή απ’ όλες: πως τρελάθηκε και τον έκλεισαν σ’ ένα κελί στον Άη Νικόλα, στη Φήκη, εκεί όπου οι χαμένοι άνθρωποι μένουν για πάντα ξεχασμένοι.

Μα όποιο κι αν είναι το τέλος του, ένα πράγμα μένει βέβαιο: ο Χρυσόστομος δεν επέτρεψε να μείνει η αδικία χωρίς απάντηση. Σήκωσε το βάρος μιας πράξης φριχτής, όχι για να πάρει εκδίκηση, μα για να σταθεί όρθιος μπροστά στον εαυτό του και στον Θεό του.

Και ίσως, κάπου ανάμεσα στους ίσκιους των βουνών και στις ιστορίες των παλιών, να υπάρχει ακόμα το αποτύπωμά του – σαν ανάμνηση πικρή, σαν θύμηση μιας εποχής που η τιμή μετρούσε περισσότερο κι απ’ τη ζωή.



Το κυριακάτικο γλέντι της παρέας στον Λάκη

 

Κυριακή μεσημέρι, από εκείνα τα αλησμόνητα που μοσχοβολούν ελληνικό καλοκαίρι, και η μικρή παρέα των τεσσάρων βρήκε το στέκι της στην ταβέρνα – ψησταριά του Λάκη Βότσιου, στο χωριό. Κάτω από τον ίσκιο του παλιού πλατάνου, που αγκάλιαζε την αυλή και τους ανθρώπους με τη δροσιά του, το τραπέζι είχε στρωθεί με τσίπουρο και μεζέδες που έκαναν τον ουρανίσκο να πανηγυρίζει.

Οι εκλεκτοί μεζέδες γινόταν ανάρπαστοι. Ο Λάκης, πάντα με το χαμόγελο και τον καλό του χαρακτήρα, έφερνε τον έναν δίσκο πίσω από τον άλλον, σαν να διάβαζε τη σκέψη της παρέας.

Κι εκεί που τα ποτήρια γεμίζαν και ξαναγεμίζαν, ο Βαγγέλης μπήκε στο κέφι, καθώς ο Λάκης ήξερε να φτιάχνει ατμόσφαιρα– και άρχισε να τραγουδάει. Η φωνή του, καθαρή και μελωδική, γέμισε την αυλή, χώθηκε στις καρδιές και σήκωσε τα ποτήρια ψηλά. Η συντροφιά, άλλοτε με χαμόγελα, άλλοτε με μάτια βουρκωμένα από τους παραπονιάρικους στίχους του καμπίσιου τσάμικου τραγουδιού, που ξυπνούσε μνήμες, («Που ήσουνα μωρέ αδερφέ, να κλάψουμε τη μάνα, την ώρα που ξεψύχαγε και χτύπαγε η καμπάνα, σε φώναξε δυο τρεις φορές, μα εσύ 'σουνα στα ξένα…»), γινόταν ένα με το τραγούδι. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον, σε κουβέντα, σε τσούγκρισμα, σε χορωδία που στήθηκε αυθόρμητα. Το κέφι ήταν ζωντανό, απλό, ειλικρινές – από εκείνα που δε σκηνοθετούνται, μόνο συμβαίνουν.

Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε νότες, τσίπουρα και φιλία, κύλισε η Κυριακή. Με τον ήλιο να χαμηλώνει σιγά σιγά, και τον πλάτανο να προστατεύει τη στιγμή, σαν να ήξερε πόσο πολύτιμη ήταν.




Πατήστε εδώ για να δείτε το βίντεο

Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

«Ρίζες και Καρποί»

 

Μέσα από την ασπρόμαυρη φωτογραφία, αναδύεται μια εποχή αλλιώτικη – πιο λιτή, πιο αυθεντική. Η γιαγιά Αικατερίνη, ντυμένη στα μαύρα, στέκεται ακλόνητη σαν κορμός δέντρου που κρατά σφιχτά τα κλαδιά του, τα εγγόνια της. Στην αγκαλιά της το μικρότερο, το στερνοπούλι, κι ολόγυρά της, σε έναν ακατάστατο αλλά ζεστό σχηματισμό, τα υπόλοιπα εγγόνια – καρποί από τα πέντε παιδιά της. Ένα δέντρο που άνθισε, ρίζωσε, κι έδωσε καρπούς πολλούς.

Το βλέμμα της σοβαρό, σχεδόν αυστηρό, μα κρύβει πίσω του τρυφερότητα – τη βαθιά, σιωπηλή αγάπη της μάνας και της γιαγιάς που κουβάλησε στις πλάτες της μια οικογένεια ολόκληρη. Καμιά εικόνα δεν χρειάζεται λόγια όταν κουβαλά τόση ζωή. Σ' εκείνη τη στιγμή του χρόνου, παγωμένη σαν φιλί αποχαιρετισμού, βρίσκονται τα γέλια που δεν ακούγονται αλλά τα φαντάζεσαι, οι αγκαλιές που έχουν ήδη ζεστάνει χρόνια μετά, τα καλοκαίρια στο χωριό.

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη το 1972. Ο χρόνος κύλησε – εκείνα τα παιδιά μεγάλωσαν, κάποιοι έφυγαν, άλλοι γέρασαν. Η γιαγιά Αικατερίνη, όμως, στέκει ακόμα, όχι πια στο σώμα, αλλά στη μνήμη. Στην κληρονομιά που άφησε: τη συντροφικότητα, την πίστη στη ζωή, την απλότητα. Οι ρίζες της κρατούν ακόμα γερά, σ' έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς.

Μια φωτογραφία από το Βαλτινό. Ένα παράθυρο στο παρελθόν, που όμως φωτίζει το παρόν με την ίδια σοφία. Γιατί εκεί που υπάρχουν άνθρωποι που αγαπήθηκαν, τίποτα δεν χάνεται. Μονάχα μεταμορφώνεται σε ιστορία. Σε μνήμη. Σε ευγνωμοσύνη.


Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

Η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι (Για την Παγκόσμια Ημέρα της Μουσικής)

 

Μια νότα από τον Μάνο Χατζιδάκι δεν είναι ποτέ απλώς ήχος. Είναι ψίθυρος ψυχής· είναι φτερούγισμα φωτός ανάμεσα στις ρωγμές της καθημερινότητας. Η μουσική του δεν περιγράφεται — κατοικείται. Μπαίνεις μέσα της όπως μπαίνεις σ’ ένα όνειρο αχνό, σχεδόν ξεχασμένο· κι όμως, εκεί μέσα θυμάσαι ποιος είσαι, τι αγάπησες, τι σε πόνεσε και — το σπουδαιότερο — τι ακόμα μπορείς να ελπίζεις.

Πολλοί τη χαρακτηρίζουν «λυπητερή». Κι όμως, δεν είναι η λύπη της παραίτησης, δεν είναι η μελαγχολία της ήττας. Είναι η λεπτή, καθαρή θλίψη που νιώθεις μπροστά σε κάτι αληθινά όμορφο· σαν ένα ηλιοβασίλεμα που σε συγκινεί, γιατί σου θυμίζει πόσο ευλογημένο είναι το ότι υπήρξε.

Εγώ δεν βλέπω θλίψη. Βλέπω γαλήνη. Ακούω αγγέλους να σιγοτραγουδούν στις στέγες των σπιτιών. Αισθάνομαι παιδικά βήματα σε μοναχικούς δρόμους, όχι με φόβο αλλά με προσμονή· σαν να επιστρέφουν στο σπίτι με τα χέρια γεμάτα φως. Εκεί που άλλοι βλέπουν σκοτάδι, εγώ διακρίνω φλόγες. Όνειρα. Προσευχές.

Η μουσική του Χατζιδάκι δεν σε βγάζει από τη θλίψη — τη μεταμορφώνει. Σου δείχνει πως μπορείς να είσαι ευάλωτος και ταυτόχρονα δυνατός· να πονάς, αλλά να συνεχίζεις· να κλαις, και να ονειρεύεσαι.

Γιατί αυτή η μουσική έχει κάτι από την άνοιξη που ανθίζει ακόμα και μέσα στον χειμώνα. Δεν είναι ποτέ κραυγαλέα. Δεν χαϊδεύει το αυτί — αγγίζει την καρδιά. Και την αγγίζει με τρόπο σχεδόν μυστικό· όπως το πρώτο φως της αυγής που δεν κάνει θόρυβο, μα αλλάζει όλον τον κόσμο.

Μέσα στις μελωδίες του υπάρχει μια υπόσχεση: πως τίποτα δεν χάνεται στ’ αλήθεια. Πως κάθε τι όμορφο, ακόμη κι αν περάσει, αφήνει ένα ίχνος — έναν ήχο — που συνεχίζει να τραγουδά μέσα μας.

Και αυτός ο ήχος, για μένα, δεν είναι ποτέ καταθλιπτικός.

Είναι η φωνή της ελπίδας που αρνείται να σιωπήσει.


Ένα σύννεφο που μοιάζει με πουλί

 

Η Χριστίνα Βότσιου φαίνεται να έχει μια βαθιά σύνδεση με το φευγαλέο, με εκείνο που γεννιέται και χάνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το σύννεφο-πουλί, αιωρούμενο σε έναν ουρανό βαμμένο από το ηλιοβασίλεμα, είναι μια υπενθύμιση ότι η ομορφιά δεν χρειάζεται διάρκεια — αρκεί να την αναγνωρίσεις.

Στο λιόγερμα, εκεί στο Βαλτινό, που ο ουρανός φορά τα πιο αθώα του χρώματα, ένα σύννεφο γεννιέται στη μορφή πουλιού — σαν ψυχή που ξέφυγε απ’ το σώμα του κόσμου και πέταξε ελεύθερη.

Δεν είναι απλώς σύννεφο.
Είναι το σχήμα της προσμονής,
μια ανάμνηση που αρνήθηκε να ξεθωριάσει,
ένα όνειρο που αποφάσισε να μείνει λίγο ακόμη.

Τα φτερά του λούζονται με ροζ ανταύγειες —
ίσως απ’ τον ήλιο που φεύγει,
ίσως απ’ την καρδιά που ανασαίνει ακόμη ελπίδα.

Το βλέμμα υψώνεται.
Κι εκεί, σε μια τόσο απλή στιγμή,
όλα μοιάζουν να έχουν νόημα:
το πέταγμα, η σιωπή, η σκιώδης μορφή που δεν λέει τίποτα,
και όμως λέει τα πάντα.

Ίσως να ’ναι μήνυμα.
Ίσως να ’ναι απλώς ένας χαιρετισμός του ουρανού,
που με σύννεφα μάς θυμίζει
πως τίποτα δεν κρατά για πάντα —
παρά μόνο η ανάγκη να ονειρευτούμε.


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Γιάννης Γεωργίου – Ο οργανοπαίχτης της παράδοσης

Ο Γιάννης Γεωργίου, μια σπουδαία φυσιογνωμία της παραδοσιακής μουσικής, γεννήθηκε το 1952 στο Βαλτινό Τρικάλων. Από τα πρώτα του βήματα, έδειξε βαθιά αγάπη για τη μουσική, την οποία καλλιέργησε με πείσμα και μεράκι. Τα πρώτα μαθήματα στο ακορντεόν τα έλαβε από την οικογένεια της συζύγου του, Αρετής Καμινιώτη, από τα Καλογριανά Καρδίτσας — μια οικογένεια με έντονη μουσική παράδοση.

Η μουσική, όμως, δεν σταμάτησε εκεί για τον Γιάννη. Με αυταπάρνηση και αφοσίωση, εξερεύνησε μόνος του τα μυστικά του ακορντεόν, και σύντομα επεκτάθηκε σε άλλα παραδοσιακά όργανα: έμαθε να παίζει αρμόνιο, νταούλι και ξεχώριζε για την εξαιρετική φωνή του, με την οποία γοήτευε το κοινό.

Η πορεία του στη μουσική σκηνή υπήρξε πλούσια και πολυδιάστατη. Συμμετείχε σε πλήθος μουσικών σχημάτων και παραδοσιακών ορχηστρών, δίνοντας το παρών σε γάμους, πανηγύρια και τοπικές γιορτές, προσφέροντας χαρά και κέφι σε χιλιάδες ανθρώπους. Η παρουσία του δεν περιορίστηκε στα στενά όρια της περιοχής του· έλαβε μέρος σε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, μεταφέροντας το πνεύμα και την ψυχή της ελληνικής παράδοσης.

Ο Γιάννης Γεωργίου συμμετείχε και σε πολλές μουσικές εκδόσεις, σε δίσκους και κασέτες, αφήνοντας πίσω του ένα σημαντικό ηχητικό αρχείο, πολύτιμο για τις επόμενες γενιές. Στα τελευταία χρόνια της ενεργούς του καριέρας, συνεργάστηκε με τον καταξιωμένο κλαρινίστα Σωτήρη Σγούρο, σε εμφανίσεις που άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις.

Σήμερα, ως συνταξιούχος, ο Γιάννης ζει στο αγαπημένο του Βαλτινό, απολαμβάνοντας τη θαλπωρή της οικογένειας, τα παιδιά και τα εγγόνια του. Η μουσική δεν τον εγκατέλειψε ποτέ – παραμένει ζωντανή στις αναμνήσεις, στις αφηγήσεις, και στις σπάνιες στιγμές που ακόμη αγγίζει τα πλήκτρα ή τραγουδά για τους δικούς του. Ένας αυθεντικός συνεχιστής της παράδοσης, που άφησε το αποτύπωμά του στον χρόνο και στις καρδιές όσων τον άκουσαν.



Απεβίωσε ο Στέργιος Σταμούλης

 

Απεβίωσε ο συγχωριανός μας Στέργιος Σταμούλης την Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025 σε ηλικία 91 ετών.

Ο Στέργιος Σταμούλης του Σωτηρίου και της Τριανταφυλλιάς γεννήθηκε το 1934  στο Βαλτινό. Παντρεύτηκε με την Στυλιανή, το γένος Κων/νου Γκαβουκώστα και απόχτησαν δύο παιδιά, τον Σωτήριο και τον Κωνσταντίνο.

Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει την Παρασκευή 20/6/2025 και ώρα 11:30 στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου, στο Βαλτινό Τρικάλων.

Παρακαλούνται οι συγγενείς και φίλοι να προσέλθουν και να συνοδεύσουν την εκφορά του.

Σημ: Η σορός θα μεταφερθεί στον ιερό ναό στις 11:00 π.μ.


Αναζητώντας Δροσιά: Οι Ορεινές Αποδράσεις των Νέων για Καφέ ή Τσιπουράκι

 

Καθώς η πόλη λιώνει στον ήλιο και οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν σιγά σιγά, οι νέοι αναζητούν δροσιά. Οι κοντινοί ορεινοί προορισμοί μετατρέπονται σε μικρές οάσεις απόδρασης: γραφικά χωριά, πλατείες με βαθιά σκιά, ποταμοί με καταρράκτες και παραδοσιακά καφενεία που προσφέρουν κάτι πολύτιμο — ανάσα.

Με αφορμή έναν παγωμένο καφέ ή ένα τσιπουράκι με μεζέ, οι παρέες ανεβαίνουν στο βουνό όχι μόνο για να ξεφύγουν από τη ζέστη, αλλά και για να ανασάνουν αλλιώς. Η φύση ηρεμεί, οι συζητήσεις γίνονται πιο ουσιαστικές, τα κινητά μένουν συχνά στην άκρη. Ένα μικρό τραπέζι κάτω από τον πλάτανο γίνεται καταφύγιο — ένας τρόπος να νιώσεις ξανά την απλότητα που λείπει από την καθημερινότητα.

Είτε πρόκειται για ένα αυθόρμητο απόγευμα είτε για μια πιο οργανωμένη μονοήμερη, οι ορεινές αποδράσεις συνδυάζουν την ανάγκη για δροσιά με την ανάγκη για επαφή. Με τον τόπο, με τη φύση, με τους ανθρώπους. Γιατί τελικά, λίγες γουλιές από ένα ποτήρι στο βουνό έχουν μεγαλύτερη αξία απ’ ό,τι δέκα μέσα στο θόρυβο της πόλης.


Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

«Μέσα στην αγωνία του χρόνου»

 

Σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του 1965, του Τάκη Τλούπα, οι σκιές της γης και του ανθρώπου σμίγουν, κρατώντας το βάρος της καθημερινότητας σε έναν κόσμο που είναι πάντα στο χείλος του έτους. Η γυναίκα, με τη λευκή της μαντήλα να αντέχει τον άνεμο και την άγρια καθημερινότητα, προχωρά βιαστικά. Περπατά με την αποφασιστικότητα εκείνων που ξέρουν πως ο χρόνος, σαν τη γη που καλλιεργούν, δεν συγχωρεί την αναβολή. Στο βλέμμα της, μια ανησυχία. Όχι μόνο για το βάρος του άχυρου, αλλά και για το βάρος των σύννεφων που πιέζουν τον ουρανό και την καρδιά της.

Το κάρο, φορτωμένο με την καρδιά της γης, σέρνεται με βουή στην αργή του πορεία, αλλά το βλέμμα της γυναίκας δεν απομακρύνεται από το δρόμο. Μια βιασύνη, ίσως αδιόρατη, ίσως αθέατη, την σπρώχνει να προλάβει τον καιρό, να κρατήσει τη σοδειά της ασφαλή πριν η δροσιά της βροχής την πνίξει. Πάνω στο κάρο, ο άντρας της κάθεται ήρεμος, σταθερός, όπως οι άντρες των τόπων αυτών – δεν έχει γνωρίσει ποτέ το βάρος της γης, την αγωνία του ουρανού ή την ένταση του αγώνα για την επιβίωση.

Αυτός, στο κάρο, αποτελεί το σταθερό σημείο, την απαλή σιωπή που σφραγίζει την κίνηση του κόσμου γύρω του.

Τα σύννεφα απλώνονται στον ουρανό με σφιγμένο χέρι, απειλώντας να ανατρέψουν τη σιωπηλή συμφωνία του κόσμου με τη γη και την ελπίδα. Η γυναίκα, όμως, δεν περιμένει. Ξέρει ότι κάθε στιγμή είναι απαραίτητη για να πιάσει τη μέρα. Η ζωή της, καθαρή και αδιαπραγμάτευτη, προχωρά σαν το αλέτρι που χτυπά το έδαφος, σπέρνοντας για το μέλλον, για την επόμενη σοδειά. Μένει μόνο να φτάσει το χωριό, να αφήσει πίσω της το φορτίο του καιρού, και να αναλογιστεί για μια στιγμή τη βαρύτητα της γης που την κρατά.

Στη σιωπή της εικόνας, η αίσθηση του χρόνου είναι σχεδόν ανυπόφορη, και η γη, με τα δύσκολα βήματα της γυναίκας, μοιάζει να αναστενάζει υπό το βάρος της ύπαρξής της, σαν να της ζητάει να τρέξει γρηγορότερα, να βρει την ισορροπία ανάμεσα στην ασάφεια του ουρανού και στην απειλή της βροχής.


επικοινωνιστε μαζι μας