Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2023

Η έκφραση συναισθημάτων με αγκαλιές και φιλιά

 

Μέρες γιορτινές, μέρες χαράς, μέρες ευχών και φιλιών, μέρες έκφρασης συναισθημάτων για όλους τους ανθρώπους. Ένα φιλί και μία αγκαλιά μπορεί να πάρει μακριά την ένταση, να ηρεμήσει, να χαλαρώσει, να φέρει το αίσθημα της ασφάλειας και της σιγουριάς. Δεν είναι τυχαίο που ακόμα και τα μωρά μόλις νιώσουν το φιλί και βρεθούν στην αγκαλιά της μητέρας τους ηρεμούν και σταματάνε να κλαίνε.

Άλλωστε είναι και επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι η θετική συναισθηματική εμπειρία του φιλιού και της αγκαλιάς ενεργοποιεί διάφορες βιοχημικές και ψυχολογικές αντιδράσεις, όπου μειώνονται οι ορμόνες του στρες και αυξάνονται οι ορμόνες της ευεξίας…», όπως η ωκυτοκίνη. Η ντοπαμίνη ή «ορμόνη της ευτυχίας» όπως λέγεται, ενεργοποιείται επίσης μέσα από την επαφή και την αγκαλιά, επηρεάζοντας τον οργανισμό θετικά και ανεβάζοντας την ψυχική διάθεση.

Ανθολογήσαμε ενδεικτικά κάποιες τέτοιες τρυφερές στιγμές, από συγχωριανούς που εξέφρασαν τα συναισθήματά τους με αγκαλιές και φιλιά, παρουσιάζοντάς τες με την ευχή να αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση.

Η Βάσω προς τον Χρήστο «Γιατί τα Χριστούγεννα είναι αγάπη»!!! 

Η Ντίνα προς τον Στέργιο «Γιατί η αγάπη θέλει δύο για να ζεσταθεί»!!!

Η Δώρα προς τον γιό της «Γιατί είναι το σπλάχνο της!!!

Η Εύα προς τον Παναγιώτη «Γιατί απλά το νοιώθει»!!!

 

Αρραβωνιάστηκαν ο Θανάσης Μπουκουβάλας με την Πέρσα Πέτρου

 

Με μεγάλη χαρά πληροφορηθήκαμε, από τον Δημήτρη Ευαγ. Πέτρου, ότι αρραβωνιάστηκε η κόρη του Πέρσα με τον Θανάση Μπουκουβάλα.

Πιο συγκεκριμένα ο χαρούμενος κι ευτυχισμένος πατέρας, σε ανάρτησή του στο διαδίκτυο έγραψε και ευχήθηκε τα εξής: «Μου φαίνεται απίστευτο που το μικρό μου μεγάλωσε και αρραβωνιάστηκε! Να ζήσετε ευτυχισμένοι μέχρι τα βαθιά γεράματα»!!!

Από την Εφημερίδα μας, ευχόμαστε κι εμείς στου μελλόνυμφους, Συγχαρητήρια, να είναι πάντα αγαπημένοι και ευτυχισμένοι και στους γονείς τους, να τους καμαρώνουν και να τους χαίρονται!


Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2023

Μια πράξη αγάπης από το νηπιαγωγείο Βαλτινού προς την παιδιατρική κλινική του νοσοκομείου Τρικάλων

 

Οι μικροί μαθητές του Νηπιαγωγείου Βαλτινού Τρικάλων πραγματοποίησαν την Χριστουγεννιάτικη εκδήλωση του σχολείου τους και στη συνέχεια την μετουσίωσαν σε πράξη αγάπης.

Μετά το τέλος της γιορτής, με την βοήθεια της δασκάλας τους και των γονέων τους, τα παιδιά κατασκεύασαν μια μακέτα με έναν χιονάνθρωπο, την οποία και χάρισαν με όλη την αγάπη της παιδικής τους ψυχής, στην Παιδιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Τρικάλων, θέλοντας να διακοσμήσουν τον χώρο και να γεμίσουν χαρά τους μικρούς φίλους που για διάφορους λόγους φιλοξενούνται εκεί αυτές τις γιορτινές μέρες.

Η Διοίκηση του Νοσοκομείου Τρικάλων, το Ιατρικό Προσωπικό, καθώς και το Νοσηλευτικό Προσωπικό της Παιδιατρικής Κλινικής αγκάλιασαν την δράση τους με περίσσιο ενθουσιασμό και αγάπη και ευχαρίστησαν του μικρούς μαθητές του Βαλτινού. Μάλιστα οι μικροί μαθητές, δεσμεύτηκαν, κατόπιν παρότρυνσης του προσωπικού της Παιδιατρικής ,να στολίσουν  το χώρο της Παιδιατρικής Κλινικής και τις Απόκριες και το Πάσχα. 

Καλή Χρονιά, με αγάπη στα παιδιά όλου του κόσμου και  σε όσους νιώθουν παιδιά!

Από τα νήπια, τους γονείς και την εκπαιδευτικό του Νηπιαγωγείου Βαλτινού Τρικάλων.



Δωρεά του ιδρύματος Ευγενίδου στο Γενικό Λύκειο Βαλτινού

 

Το ίδρυμα Ευγενίδου, ανταποκρινόμενο στο αίτημα του Γενικού Λυκείου Βαλτινού για υλικοτεχνική μορφωτική υποδομή, προσέφερε ως δωρεά τεχνολογικό εξοπλισμό

(30 υπολογιστές και δύο διαδραστικούς πίνακες) με απώτερο σκοπό τον ψηφιακό εγγραμματισμό των μαθητών, την προσαρμογή τους στην ηλεκτρονική δημοκρατία και … «για την εκπαίδευσιν των νέων», όπως γράφεται και στην Ιδρυτική του Διακήρυξη. Το ίδρυμα Ευγενίδου, γνωστό και ως Ευγενίδειο Ίδρυμα, είναι ένα εκπαιδευτικό κοινωφελές ίδρυμα, το οποίο ιδρύθηκε στην Ελλάδα το 1956, σύμφωνα με την επιθυμία του εφοπλιστή Ευγένιου Ευγενίδη, ο οποίος με την διαθήκη του διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για τη σύσταση και λειτουργία του ιδρύματος.

Στις 10 Φεβρουαρίου 1956 με σχετικό Βασιλικό Διάταγμα συνεστήθη το “Ίδρυμα Ευγενίδου” και κατά την επιθυμία του τέθηκε υπό την διοίκηση της αδελφής του Μαριάνθης Σίμου. Από τότε άρχισαν να πραγματοποιούνται οι σκοποί που οραματίσθηκε ο Ευγενίδης καθώς και η πλήρωση μιας από τις βασικότερες τότε ανάγκες της χώρας με την έκδοση τεχνικών βιβλίων αρχικά τόσο σε θεωρητικό τομέα όσο και σε τεχνικούς – πρακτικούς τομείς. Ήταν το πρώτο ίδρυμα στη Χώρα που εφάρμοσε την Τεχνική και Τεχνολογική Βιβλιοθήκη για κάθε ενδιαφερόμενο και σπουδαστή τεχνικών σχολών ιδιαίτερα εκείνων των Δημοσίων Σχολών του Εμπορικού Ναυτικού, με πολύ χαμηλό κόστος.
Η έδρα του Ιδρύματος σήμερα βρίσκεται στην αρχή της λεωφόρου Συγγρού, κοντά στο Δέλτα του Φαλήρου οι εγκαταστάσεις του οποίου περιλαμβάνουν το Ευγενίδειο Πλανητάριο, Διαδραστική Έκθεση Φυσικής και Βιοτεχνολογίας (σε τρεις ορόφους), μεγάλη βιβλιοθήκη και συνεδριακούς χώρους. Έργο του ιδρύματος είναι επίσης η ετήσια απονομή υποτροφιών και η έκδοση τεχνικών και ναυτιλιακών βιβλίων σε συνεργασία με το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας. Για την πολυδιάστατη προσφορά του Ιδρύματος στην ελληνική κοινωνία, το Ίδρυμα Ευγενίδου τιμήθηκε το Δεκέμβριο του 1965 με το Χρυσό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών. Το Ίδρυμα Ευγενίδου βασίζεται μέχρι σήμερα σε ιδίους πόρους χωρίς να επιβαρύνει στο ελάχιστο την Πολιτεία για την συντήρηση και όλες του τις δραστηριότητες.
Ο Διευθυντής του σχολείου, κ. Μυλωνάς Αριστείδης, ο Σύλλογος των καθηγητών, ο Σύλλογος γονέων και κηδεμόνων και σύσσωμη η μαθητική κοινότητα αισθάνονται την ανάγκη να ευχαριστήσουν θερμά τη Διοικούσα Επιτροπή και ιδιαίτερα την Υπεύθυνη Δωρεών του Ιδρύματος στο Γραφείο του Προέδρου, κα Λία Πανταζοπούλου για τη συμβολή της στην έγκριση της δωρεάς. Ευελπιστούμε πως τα μορφωτικά αγαθά που θα προκύψουν στους μαθητές μας από την εκπαιδευτική χρήση των τεχνολογικών αυτών μέσων να αποτελέσουν δικαίωση στους ιδρυτικούς εκπαιδευτικούς σκοπούς του εθνικού μας ευεργέτη και οραματιστή για μια σύγχρονη Ελλάδα στο διεθνή ανταγωνισμό, κ. Ευγένιου Ευγενίδη.

Ο Διευθυντής του ΓΕΛ Βαλτινού.
Αριστείδης Μυλωνάς

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2023

Τα Βαλτσινιώτικα

 Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα

εδώ στα Βαλτσινιώτικα

θα λέμε τον καημό μας,

τα βάσανα, τις πίκρες μας,

τα ωραία απ’ το χωριό μας.

Θα πω με ειλικρίνεια προχθές τι μου συνέβη

κι ο κάθε βαλτσινιώτης αν θέλει με πιστεύει.

Προχθές λοιπόν που μέθυσα και έγινα σταφίδα

κι απ’ την ταβέρνα έβγαινα, τους τρεις τους Μάγους είδα.

 

Τραβούσαν τις καμήλες τους από το χαλινάρι

και μόλις μ’ είδαν πάραυτα με πήρανε χαμπάρι.

Πλησίασαν κι ο ένας τους ο πιο ηλικιωμένος,

ελληνικά μου μίλησε και μου ’πε ξαναμμένος:

 

-Παρντόν, αν σας ξαφνιάσαμε, με την εμφάνισή μας.

Μπορείτε ν’ απαντήσετε σε μια ερώτησή μας;

-Ω, ξέρω, του ’πα φίλτατε, Βαλτάσαρ, τι ζητάτε.

Γυρεύετε να μάθετε, που ο Χριστός γεννάται;

 

Ο Μάγος εμειδίασε με κάποια ειρωνεία,

κι αφού τους άλλους κοίταξε, μου είπε μ’ αγωνία:

-Γυρεύουμε να μάθουμε το ποιο όμορφο χωριό

που κρύβει μες στις φλέβες του ανήμερο θεριό!

 

-Το Βαλτινό, του απάντησα. Εσείς οι τρεις που ζείτε;

Ο κόσμος όλος βούιξε κι εσείς το αγνοείτε;

Ο Μάγος μ’ ευχαρίστησε, στον Μελχιόρ εστράφη

και του ’πε: «Δος στον κύριο ένα πουγκί χρυσάφι»!





Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2023

Χριστουγεννιάτικα κάλαντα

 

Καλήν ημέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας

φέτος κάλαντα αλλιώτικα θα πω στ’ αρχοντικό σας.

 

Χριστός γεννάτε σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει

που οι ουρανοί της φλέγονται, φλέγεται η πλάσις όλη.

 

Εν τω σπηλαίω κρύπτεται κι εν τούνελ των α-λόγων

υπαίτιος ανήκουστων πράξεων παραλόγων.

 

Πλήθη θυμάτων ψάλλουσι «αλλάχου Άκμπαρ» τώρα

και τούτον άξιον εστί: τρεις μάγοι με τα δώρα.

 

Εκ της Περσίας έρχονται ντρόουν, πυραύλους φέρουν

στη Γάζα και στη Χεζμπολά στους Χούθι τα προσφέρουν.

 

Ετούτα μόλις ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης

βαθέως εταράχθηκε κι έγινε θηριώδης

 

ότι πολλά φοβήθηκε δια την βασιλείαν,

κράτος μη φτιάξει ο άραβας και χάση εξουσίαν.

 

Κράζει στρατιές κι εντέλλεται όπου ο εχθρός φωλιάζει

απάνω ή κάτω από τη γη στο χάος να βουλιάζει.

 

Χιλιάδες δεκατέσσαρες σφάζονται κάθε μέρα,

θρήνον, κλαυθμόν και οδυρμόν έχει κάθε μητέρα.

 

Πλην άγγελος εξ ουρανού βγαίνει τους εμποδίζει,

 να πάψουνε το μακελειό, ο Γιαχωβάς ορίζει.

 

Και άλλος άγγελος του Αλλάχ, τον Χασμαλή προστάζει

τρομοκρατία ν’ αρνηθεί για κράτος του αν κοπιάζει.

 

Ιδού ότι σας ψάλαμε αλλιώς την υμνωδίαν

του Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την αγίαν.

 

Τι η γέννησή του μας μηνά -κι αυτή ’ναι η ουσία-

«και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

 

Χρόνους πολλούς να χαίρεστε, πάντα ειρηνεμένοι,

σωματικά και ψυχικά να είστε πλουτισμένοι.



Πηγή: «Καθημερινή» του Βασίλη Αγγελικοπούλου


Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Τα Χριστούγεννα στο Βαλτινό

 

Του Ευαγγέλου Στάθη

Μπορεί και σήμερα ακόμα στο χωριό να επιζούν αρκετές από τις παλιές γιορταστικές συνήθειες, αλλά εντελώς επιφανειακά και πολλές φορές αρκετά διαφορετικά από κείνες. Οι συνθήκες και ο τρόπος της σημερινής ζωής με τον σύγχρονο πολιτισμό έκαναν τα χριστουγεννιάτικα έθιμα να χάσουν την παλιά τους σημασία, την παλιά τους αίγλη και μαγεία. Θέλουν χαρά και κέφι τα Χριστούγεννα, θέλουν μεράκι και γλέντι, θέλουν και λίγη φτώχεια και ανέχεια, έτσι, για να είναι ευκολότερο να ονειρευτούν ο κόσμος. Τα Χριστούγεννα θέλουν και πολύ κρύο.

Παραμονή Χριστουγέννων. Ο καιρός κρύος. «Έξω είναι ψόφος, βαρείς δόντι». Πολλές φορές το πασπάλιζε κιόλας για τα καλά το ’στρωνε και λίγο. Κι ο κόσμος ήταν χαρούμενος, γεμάτος κέφι, χαρά παντού. Τα ψώνια απ’ τα Τρίκαλα κι απ’ τα μαγαζιά του χωριού έχουν γίνει: πορτοκάλια, μήλα, φερίκια, πολλά λεμόνια, ρύζι για τη σούπα, όχι και πολλά ψώνια. Έτοιμος ο παλιός ο κόκοτας για το μεγάλο, το χαλκωματένιο τον τέντζερη, ετοιμάζονται κι οι κουραμπιέδες.

Τα μικρά παιδιά ανυπομονούσαν να νυχτώσει και να ξημερώσει γρήγορα. Οι καμπάνες χτυπούσαν βαθιά χαράματα, κατά τις 4 περίπου. Δεν χρειαζόταν ρολόι για το ξύπνημα, αρκούσε ο χτύπος της καμπάνας. Ο ήχος της βαλτσινιώτικης καμπάνας ήταν αχνός κι αν δεν τον άκουγες, θα σε ξυπνούσε ο πολύ δυνατός της βαρμπομπίτικης καμπάνας, αρκεί να είχες την ιδέα και το νου σου στο ξύπνημα και στην εκκλησία. Αμέσως οι νοικοκυρές «το ’διναν» λίγο το φως της λάμπας που ήταν χαμηλωμένο και όλα τα σπίτια με μιας φεγγοβολούσαν και άρχιζαν αμέσως να ετοιμάζονται για την εκκλησία. Από όλα τα σπίτια, τις γειτονιές και τους μαχαλάδες έβγαιναν ο κόσμος και γέμιζαν οι δρόμοι οι κεντρικοί και η δημοσιά. «Διάλεγαν με τα μάτια τους» τις λάσπες και προχωρούσαν προσεκτικά προς την εκκλησία.

Και αμέσως η εκκλησία γέμιζε κόσμο. Γεμάτα τα στασίδια των ανδρών, γεμάτοι οι διάδρομοι και το κέντρο, γεμάτο και το γυναικείο. Όλοι με ρούχα καλά και καθαρά, όλοι: παππάς, ψαλτάδες, μεγάλοι, μικροί, ξεφτέρια, όλοι λαμπροφορημένοι. Κεριά, θυμιάμα, λεβάντα και ψαλμωδία συμπλήρωναν την γιορτινή ατμόσφαιρα.

-«Η γέννησή σου χριστέ ο θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως, ένα αυτίή γαρ ή τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο. Σε προσκυνείν…»

-Δόξα έν υψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».

«Η εκκλησία απολάει». Όλοι γυρίζουν χαρούμενοι στο σπίτι. Όλα τα μέλη της οικογένειας στρώνονται στο τραπέζι. Το φαγητό είναι ένα και το ίδιο σε όλα τα σπίτια: μπόλικη και παχιά αυγοκομμένη σούπα που έγινε από την παλιά κότα ή τον παλιό τον κόκοτα.

Και κάποια έθιμα τηρούσαν οι παλαιότεροι: «έρχονταν η παρέα, απολώντα η εκκλησία, η μάνα, οι μεγαλύτεροι, όποιος... Έπαιρνε αλάτι, έριχνε στη φωτιά και έλεγε: φέρω γεια, φέρω χαρά, φέρω νύφες και γαμπροί, φέρω πρόβατα, αρνιά, κατσίκια, γελάδια, τηρρρρ! τηρρρρ! τα πλάκια μ’.

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2023

Ανθισμένα Χριστούγεννα Διήγημα του Ηλία Κεφάλα

 

Θυμᾶμαι ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1958 γιὰ τρία πράγματα, ποὺ ἔμειναν ἀνεξίτηλα στὴ μνήμη μου. Τὸ ἕνα ἦταν ἡ μακρὰ ἀπουσία τοῦ πατέρα μου καὶ ἡ ἀγωνία μου γιὰ τὸ ἄν θὰ ἐπέστρεφε ἐγκαίρως, ὥστε νὰ γιορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα μαζί. 
Τρεῖς μέρες πρὶν τὰ Χριστούγεννα καί, ἐνῶ ὁ καιρὸς ἦταν μέχρι τότε πολὺ καλός, χάλασε ξαφνικὰ καὶ ἄρχισε νὰ χιονίζει. Ἔπεφτε ἕνα χιόνι πυκνό, ποὺ μᾶς ἔκλεισε μέσα καὶ ἀνέβασε τὴν ἀγωνία μου στὰ ὕψη. 
Τὸ πολὺ χιόνι, ἦταν τὸ δεύτερο πράγμα, ποὺ ἔκανε ἀξέχαστα ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα. Χιόνι καὶ ἀγωνία μαζί. Τὴν ἄλλη μέρα ἔβλεπα τοὺς γέρους νὰ βγαίνουν στοὺς δρόμους καὶ νὰ μετροῦν τὸ χιόνι. «Ἕνα καὶ δέκα», ἄκουσα μία φωνὴ μέσα στὴν ἄσπρη πάχνη καὶ δὲν μποροῦσα πιὰ νὰ κρατήσω τὰ κλάματα. 
Μία ἡμέρα πρὶν τὰ Χριστούγεννα τὸ χιόνι εἶχε σταματήσει νὰ πέφτει καὶ ἔλαμπε ἕνας ἥλιος ἐκτυφλωτικός. Μὲ τὸν ἥλιο ἦρθε καὶ ἡ χαρμόσυνη ἀγγελία τῆς ἄφιξης τοῦ πατέρα μου στὴν πόλη. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ποὺ ἦταν μαζί του, εἶχαν ἔλθει στὸ χωριό, ἐκεῖνος εἶχε παραμείνει στὴν πόλη γιὰ διάφορα ψώνια.
Τί ἦταν νὰ τὸ ἀκούσω; Ἄρχισα νὰ χοροπηδάω σὰν τρελὸς καὶ βγῆκα ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ νὰ τὸν περιμένω. 
Περίμενα, περίμενα μέχρι ποὺ ἦλθε τὸ μεσημεριανὸ λεωφορεῖο καὶ κατέβηκε ἕνας σωρὸς κόσμου. Ὁ πατέρας μου βγῆκε τελευταῖος, φορτωμένος πολλὰ πράγματα. Ἀπὸ τὴ συγκίνησή μου δὲν μποροῦσα νὰ τὸν πλησιάσω. Ἀπὸ τὴ σαστιμάρα μου μὲ ἔβγαλε ὁ πατέρας μου, φωνάζοντας, «ἔλα παιδί μου, βοήθησέ με.» 
«Εἶναι πολλά πράγματα, πῶς θὰ τὰ πάρουμε;» ρώτησα παγωμένος. 
«Βλέπεις;» μοῦ ἔνευσε, δείχνοντας τὴν μάνα μου, ποὺ ἐρχόταν κι ἐκείνη, σέρνοντας ἕνα χειράμαξο.
Τὸ ἀπόγευμα γεμάτος ἀπὸ αἰσθήματα ἱκανοποίησης ἔτρεχα σὰν τρελὸς πίσω ἀπὸ τὸν πατέρα μου, προσπαθώντας νὰ τὸν βοηθήσω νὰ τελειώσουμε τὶς δουλειές μας. Μέσα στὴ μεγάλη μου χαρά, ἄκουσα τοὺς μεγαλύτερους νὰ συζητοῦν γιὰ ἕνα σημαδιακὸ γεγονός, ποὺ ὑπογράμμιζε τὰ διαφορετικὰ αὐτὰ Χριστούγεννα. Ἠταν τὸ τρίτο πράγμα, ποὺ ἔκανε αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα μοναδικὰ κι ἐγὼ μέσα στὶς σκασίλες μου δὲν τὸ εἶχα προσέξει. Εἶχαν ἀνθίσει τὰ δέντρα! 
Τὴν ἄλλη μέρα, ἀνήμερα Χριστούγεννα, ἀνακουφισμένος, δὲν χόρταινα νὰ βλέπω τὴν παράξενη ἀνθοφορία τῶν δέντρων. Τὰ καημένα εἶχαν ξεγελαστεῖ ἀπὸ τὸν καιρό, καὶ ἦταν ἕτοιμα νὰ καρπίσουν πάλι. Βρῆκα ἕνα μακρὺ καλάμι καὶ ἄρχισα νὰ ξεχιονίζω τὰ κλαδιὰ τῆς κορομηλιᾶς. Τὸ δέντρο ἔμεινε πάλι κάτασπρο, ἀλλὰ πλέον μόνο μὲ τὰ λουλούδια του. Ἔβγαζε ἕνα φῶς κατευναστικό, ποὺ μὲ φώτιζε καὶ μὲ φωτίζει ἀκόμα τόσα χρόνια, τώρα, μακριά.

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2023

«Λευκό» Χριστουγεννιάτικο διήγημα της Γεωργίας Κολοβελώνη

 

Ήταν γύρω στα δώδεκα, όταν την είδα πρώτη φορά να το κάνει. Παραμονή Χριστουγέννων, είχαμε όλοι μαζευτεί στο σπίτι της γιαγιάς. Οι μεγάλοι απορροφημένοι στις συζητήσεις τους. Τα παιδιά εξουθενωμένα από το παιχνίδι στο χιόνι. Πρώτα άκουσα το τρίξιμο. Η σκάλα έτριζε στο έβδομο σκαλοπάτι καθώς κατέβαινες –πάντα στο έβδομο εκείνο σκαλοπάτι- κι ήταν αυτός ένας ωραίος λόγος να την ανεβοκατεβαίνω συχνά, εφευρίσκοντας πιθανές και απίθανες δικαιολογίες για να πηγαίνω στο πάνω πάτωμα. Μου άρεσε να ακούω αυτό το τρίξιμο. Φανταζόμουν ένα αλλόκοτο πλάσμα να κατοικεί μέσα στο παλιό φθαρμένο ξύλο και να διαμαρτύρεται, όταν τα ατίθασα πόδια μου πατούσαν το κεφάλι του.

Σήκωσα τα μάτια και την είδα. Ήταν ολόκληρη τυλιγμένη στο λευκό σεντόνι. Μονάχα το κεφάλι της ήταν ακάλυπτο. Το βλέμμα της στο κενό. Κοιτούσε πέρα από τον κόσμο τον δικό μας. Κατέβαινε αργά, λες και ήθελε να παρατείνει τον χρόνο της αιώρησής της –γιατί έτσι μου φαινόταν, πως αιωρείται, καθώς τα πόδια της έμοιαζαν να μην αγγίζουν το ξύλο, αλλά ένα φανταστικό σκοινί λίγο μόλις πάνω από κάθε σκαλοπάτι. Στράφηκαν οι μεγάλοι και την κοίταξαν. Σσσς, μην της μιλάτε, πρόλαβε και είπε η γιαγιά. Σώπασαν όλοι. Έξω σχεδόν άκουγες το χιόνι να πέφτει. Έφερε ένα γύρο το δωμάτιο, αποφεύγοντας με θαυμαστή επιδεξιότητα καναπέδες, καρέκλες, απλωμένα πόδια στο πάτωμα, ύστερα έστρεψε αργά το σώμα της, κατευθύνθηκε προς τη σκάλα και άρχισε να ανεβαίνει. Το βλέμμα μου την ακολούθησε, μαγνητισμένο από το λευκό που έσερνε πίσω της. Γύρισαν οι μεγάλοι στις κουβέντες τους. Κι εκείνη στο μέλλον της, απ’ όπου είχε για λίγο δραπετεύσει.

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023

«ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ» Τόμος 13ος (2023), σελίδες 408

 

Από σήμερα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία και διατίθεται ο 13ος τόμος (2023) του ετησίου περιοδικού επιστημονικού συγγράμματος «Θεσσαλικά Μελετήματα», το οποίο εκδίδεται από τον Εκδοτικό Οίκο Κ. & Μ. Σταμούλη (Θεσσαλονίκη, τηλ. 2310-264748) και υπό την Διεύθυνση του φιλολόγου και δρος ιστορίας της Εκπαιδεύσεως Θεοδώρου Α. Νημά. Ο εν λόγω τόμος των 408 σελίδων περιέχει πλούσια φιλολογική, ιστορική και λαογραφική ύλη, καθώς και σπάνιες φωτογραφίες που τεκμηριώνουν τις δημοσιευόμενες μελέτες. Περιλαμβάνει ακόμα πολλά δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής για τις πλημμύρες του 1883 στη Λάρισα, του 1907 στα Τρίκαλα και του 1955 στον Βόλο, καθώς και  σπάνιες φωτογραφίες, από τις οποίες οι περισσότερες έγχρωμες, ιδίως  για την πρόσφατη του 2023 σε όλη τη Θεσσαλία, αλλά και για τις λίμνες της Θεσσαλίας. Όπως οι προηγούμενοι, έτσι και ο 13ος τόμος έχει καλαίσθητη βιβλιοδεσία και γενικά είναι μια σπουδαία και προσεγμένη έκδοση, η οποία έχει και συλλεκτική αξία. Ειδικότερα ο τόμος αυτός περιλαμβάνει:

­Α. ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α. ΝΗΜΑ, φιλολόγου - δρος ιστορίας της εκπαιδεύσεως,

- Οι μετονομασίες των πόλεων, των χωριών και των άλλων οικισμών του Νομού Μαγνησίας και η ετυμολογία των ονομάτων τους (σελ. 7-38)

Β. ΙΣΤΟΡΙΑ

ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΝΤΑΜΠΛΙΑ, φιλολόγου - δρος φιλολογίας,

- Οι Καταλανοί στη Θεσσαλία (1306-1393) (σελ. 41-47).

ΓΙΩΡΓΟΥ Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗ, θεολόγου - φιλολόγου,

- Η Δημοτική Ενότητα Αχελώου Νομού Καρδίτσης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μέσα από τις οθωμανικές απογραφές (1454/55, 1506, 1530 και 1571)  (σελ. 49-106).

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ Δ. ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΑΚΗ, καθηγήτριας αγγλικής φιλολογίας,

-    Ο επίσκοπος Ζητουνίου και Αλμυρού Ιερόθεος ο εκ Κλεινοβού Καλαμπάκας, μετέπειτα πατριάρχης Αλεξανδρείας (1825-1845) (σελ.107-132).

ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΧΡ. ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ, δρος γερμανικής φιλολογίας,

 -  Η επίθεση ανταρτών του ΕΛΑΣ σε  Ιταλική φάλαγγα στη Φαρκαδόνα (πρ. Τσιότι) Τρικάλων στις 11 Φεβρουαρίου 1943 και τα αντίποινα των Ιταλών (με βάση και τα ιταλικά αρχεία) (σελ. 133-172).

ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α. ΝΗΜΑ, φιλολόγου - δρος ιστορίας της εκπαιδεύσεως,

-  Τα ποτάμια, οι λίμνες και οι πλημμύρες της Θεσσαλίας (173-278).

Γ. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ  - ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

† ΑΡΓΥΡΗ Π.Π. ΠΕΤΡΟΝΩΤΗ (1924-2023), αρχιτέκτονος - καθηγητή Αρ. Παν/μίου Θ/νίκης,

ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΝΑΝΗ, ερευνητή,

- «Τζουμερκιώτικα Κωδωνοστάσια». Ένα δυτικότροπο είδος καμπαναριών του 19ου - 20ού αιώνα στον Νομό Τρικάλων (σελ. 281-342).

Δ. ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΕΛ. ΡΑΠΤΗ, τ. λέκτορος λαογραφίας Παν/μίου Ιωαννίνων,

- Η συμβολική αναπαράσταση της κοινοτικής ζωής του Μυροφύλλου Τρικάλων στη λαϊκή στιχουργία κατά τον 20ό και 21ο αιώνα (σελ.  345-360).

- Νεκρολογίες: Χρίστος Καρράς (9.12.1930 - 17.4.2023), Αργύρης Π.Π. Πετρονώτης (19.4.1924 - 20.4.2023), Αχιλλεύς Γ. Λαζάρου (1930-13.6.2023), Γρηγόρης Μ. Σηφάκης (1935-2023)   (σελ. 361-377).

- Βιβλιοκρισίες (σελ. 378-390) - Θεσσαλική Βιβλιογραφία (σελ. 391-393) - Σχόλια (σελ. 394-406) - Οδηγίες προς τους Συνεργάτες των «Θεσσαλικών Μελετημάτων» (σελ. 407-408).


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ – ΒΙΩΜΑΤΑ – ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ 4ον Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ … Οι καιροί τα παλιά τα χρόνια Του Ευαγγέλου Σ. Στάθη

 Ο Χειμώνας         

Πολλά και τσουχτερά τα κρύα τα παλιά τα χρόνια. Κρύα με χιόνια, με παγωνιές, με πάχνες και βροχές. Ο βοριάς τότε μούγκριζε, μπατσίζοντας ακόμα και του γενάτου το πρόσωπο. Μούγκριζε και μετακινούσε τα κεραμίδια στη στέγη κι άφηνε τ’ αστέρια να φέγγουν από κάτω. Είναι αυτός ο αέρας που, όταν φυσάει, λυσσομανάει και φρενιάζει σαν θεριό. Τα αρνάκια τότε, τα καημένα, παγώνουν στο μαντρί και κουβαριάζονται δίπλα στη μάνα τους. Στο δρόμο δεν σταυρώνεις ψυχή.

Οι αέρηδες μπουρίνιαζαν μάνι - μάνι κι έρχονταν δεμάτια - δεμάτια κατά πάνω σου και βαρούσαν λοξά τους τοίχους των σπιτιών και χάνονταν πέρα χαμηλά στα χωράφια. Ο βοριάς χτυπιόταν με το νοτιά και σφύριζε παλαβά, σειώντας συθέμελα τα κτίρια. Κι οι άνθρωποι, οι περαστικοί, σφίγγανε πάνω τους τα ρούχα, πιάνοντάς τα σταυρωτά απ’ τις φτερούγες.

Αλίμονο σε κείνον που είναι έξω, κι ας είναι και βασιλιάς, και χαρά σε κείνον που είναι μέσα, κι ας είναι και γύφτος. Αυτός με δυο καρβουνάκια θαραπαύεται, ο άλλος  βαρεί δόντι. Τέτοιοι ήταν οι χειμώνες τότε ή έτσι τους έβλεπαν ο κόσμος, που ήταν αναγκασμένοι να μένουν όξω περισσότερο απ’ ό,τι σήμερα.

Με τις βαρυχειμωνιές το πρωί γίνονταν κόκκαλο όλα. Τα νερά παγώνανε. Στις στέγες σπαθιά τα κρούσταλλα, ενώ όξω στην ύπαιθρο κουδουνίζανε στους θάμνους, άμα τα ακουμπούσες λιγάκι, και στα δέντρα κρέμονταν σαν πολυέλεοι. Οι μπάρες γυαλί. Στις τουλούμπες ήθελες να ανάψεις μεγάλη, μπαρμπανούτα τη φωτιά για να ξεκινήσεις τα νερά τους. Έπαιρνες τόσο άχυρο -όσο χωράει στο στήθος σου, άμα σταυρώσεις τα χέρια σου- και τα άφηνες στη βάση της σωλήνας. Το άναβες και χόρευε η φλόγα, γλείφοντας τη σωλήνα, και τότε το νερό κινούσε. Θέαμα κι αυτό στις ρούγες σ’ όλες τις γειτονιές! Κι αν αυτό γινόταν και λίγο χαραούλα, ε, τότε κατέβηκαν τα αστέρια κι ακούμπησαν στη γη!

Πάμε πάλι μέσα. Έχεις δυο κούτσουρα στο μπουχαρή, ένα ξύλο κουντουράκι στη σόμπα, δυο κάρβουνα στο μαγκάλι, πάει καλά, αλλιώς η πλάτη σου χορεύει και το δόντι σου βαράει. Κι όμως κι έτσι το πολεμούσες εύκολα το αγριοκαίρι. Ρίξε ξύλα στη φωτιά, πιες λίγο κρασάκι, πάρε κι έναν υπνάκο, ζουριασμένος εκεί στην ακρούλα, δίπλα στο μπουχαρή, δίπλα στη γάτα που ξεροτανιέται, που ρουχνίζει ή λούζεται κι αυτή. Κυρίως το αγριοκαίρι το πολεμούσες με το κέφι. Είχαν κέφι τότε ο κόσμος. Τους  χειμώνες στις βεγγιέρες και στα ξενύχτια με τα παραμύθια, τους μαραπάδες και τα μασλάτια, το ξεχνάς το κρύο κι η φτώχεια παγαδιάζει την ψυχή σου και την παρηγορεί. 

Έτσι ήτανε τότε οι χειμώνες, βαρυχειμωνιές γερές. Το αγριοβόρι φυσούσε σαν μολύβι. Τα δέντρα και τα σπαρτά καίγονταν απ’ το φύσημα. Κι όμως δεν τα φοβότανε αυτά τα ζούδια ο κόσμος τότε, γιατί ήταν μαθημένοι από μικροί. Και τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα το ίδιο. Οι γιορτές αυτές ήταν δεμένες περισσότερο με τις συνηθισμένες χαρές του κόσμου, με τον χειμώνα και το χιόνι και με το ζεστό το τζάκι μέσα. Γιορτές Χριστουγέννων και χιόνι πάνε πάντα μαζί. Κι αν καμιά  φορά δεν έριχνε χιόνι ή η ατμόσφαιρα ήταν θυμωμένη, οι βοριάδες πάλι με χιονόνερο και με αστραπές αγρίευαν και λυσσομανούσαν. 

Μέρες πριν τα Χριστούγεννα ο καιρός ήταν, σχεδόν πάντοτε, ήσυχος. Δεν αγρίευε ακόμα, μα την παραμονή τα κατσούφιαζε. Τα σύννεφα μολυβιάζανε και το χιονόνερο έπεφτε βελονιαστό. Το κρύο τάντανο κι ο αέρας σαν νά ’τανε κρύα φωτιά έκαιγε τα πάντα.  Και τα παιδιά τη δουλειά τους. Σμάρια - σμάρια συνέχιζαν τα κάλαντά τους από γειτονιά σε γειτονιά κι από μαχαλά σε μαχαλά. «Άγιους Βασίλης έρχιτι, Γινάρης ξημιρώνει…». Οι μυτούλες τους κατακόκκινες, τα χεράκια τους κοκκαλιασμένα, ίσα-ίσα που μπορούσαν να κρατάν τα κουδούνια, τον τορβά στον ώμο για τα καλούδια, και ένα ξύλο στο χέρι για να κυνηγάνε τα σκυλιά που χύνονταν κατά πάνω τους, όταν άκουγαν τα κουδούνια να χτυπάν.                           

Απ’ το πρωί ο καιρός ήταν συλλογισμένος αλλά δεν φυσούσε καθόλου. Ο ουρανός ήταν χαλκωματένιος και σιγά - σιγά κατά το βοριά γινόταν πίσσα, έτοιμος για βροχή ή για χιονόνερο. Μέσα η φωτιά κουβέντιαζε στα τζάκια, ενώ στις σόμπες τριζοβολούσε. Ραχάτι γερό! Κι η γάτα στο δικό της το χαβά, ξαπλαριά, ρουθούνισμα και λούσιμο. Τα τζάμια θαμπά. Κι απ’ όξω έβλεπες σαν ήσκιους τους ανθρώπους να διαβαίνουν βιαστικοί - βιαστικοί. Αλλά κόσμος χαρούμενος, γεμάτος κέφι, όχι κατσούφηδες και σκυθρωποί, όπως σήμερα.

Τις νύχτες η λάμπα - μια λάμπα τσιμπλιασμένη - μια άναβε μια έσβηνε, έτσι όπως έμπαινε ο χιονιάς απ’ τα σπασμένα τζάμια. Το φιτίλι της ίσα - ίσα που ακουμπούσε στο πετρέλαιο. Το μαυρισμένο και σπασμένο απ’ το ένα μάγουλο λαμπόγυαλο το κολλούσαν οι νοικοκυρές με στρατσόχαρτο και προζύμι. Σκέψου το φως που έβγαζε αυτή η λάμπα! Κι ο βοριάς το βιολί του. Από τέτοια πόρτα και τέτοια παράθυρα έμπαινε σούδα και μια σιγοέσβηνε, μια σιγοάναβε τη λάμπα.

 Όξω ο μανιασμένος  βοριάς, κρύος μολύβι, ούρλιαζε, μπατσίζοντας τα πρόσωπα, και αναμάλλιαζε τα πάντα, τα χαμόκλαδα, τα σπαρτά, όλα. Τα κουβάριαζε, τα κομπόδενε, τα σήκωνε στον αέρα, τα στροβίλιζε. Κι ο ουρανός; κι ο ουρανός  μαύρος και μολυβένιος κι αυτός. Και σε λίγο έρχονταν και βούιζε ο χιονιάς παγωμένος. Στους δρόμους ψυχή! ερημιά παντού.

Ματσούκια γερά οι χειμώνες τότε. Και τώρα, δε λέω, αλλά τώρα δεν μένουμε εκτεθειμένοι στη φύση όσο τότε. Ύστερα, τώρα έχουμε όλα τα κομφόρ, καλοριφέρ, κλιματιστικά και άλλα θερμαντικά μέσα. Μήπως άλλαξαν κι οι άνθρωποι και δεν κρυώνουν τώρα τόσο ή δεν το νιώθουν το κρύο απ’ τα προβλήματα κι’ απ’ τα σεκλέτια τα πολλά; δεν ξέρω, λέω.


Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2023

Διπλές εικόνες - Ανάγνωση των κρυμμένων χαρακτηριστικών τους!

 

Η φύση, αλλά και η συνθετική ανθρώπινη ικανότητα πολλές φορές δημιουργεί μοναδικές εικόνες, οι οποίες εμφανίζονται με μια άλλη διάσταση, που απαιτεί απλή παρατήρηση για να τις δει κανείς και να τις θαυμάσει!

Με μια πιο προσεκτική «ματιά» ανακαλύψτε την φαντασία και την ευρηματικότητα του καλλιτέχνη «Φύση – Άνθρωπος» και δείτε τις διπλές εικόνες με τα κρυμμένα χαρακτηριστικά τους, που εμφανίζονται παράλληλα με το εσωτερικό των ειδώλων!




Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2023

Μα παλιά και αληθινή ιστορία, όπως μου την διηγήθηκαν


Του Χρήστου Γκίμτσα 
(Από την συλλογή: Ιστορίες που πρέπει να λέγονται)

«Θα βγεις; Είναι νύχτα…»
«Θέλω να περπατήσω, να  πάρω και λίγο καθαρό αέρα».
«Ντύθηκες καλά; Κάνει κρύο, θέλεις να ρθω μαζί σου; Μπορεί να χιονίσει απόψε…»
«Όχι, ένας περίπατος θα είναι, μην ανησυχείς».
Η Μάγδα, η γυναίκα του ανησυχούσε και είχε γίνει υπερπροστατευτική τελευταία και με το δίκιο της, αλλά αυτό τον ενοχλούσε.  Τον έκανε να νοιώθει περισσότερο ανήμπορος.
Περπάτησε λίγο μέχρι που βγήκε στην «Καρδίτσης» και μπροστά του πρόβαλε ο σκοτεινός όγκος του τζαμιού με τον μιναρέ του να λογχίζει τον φορτωμένο από σύννεφα ουρανό.
Λίγο πιο κάτω ο Άγιος Κωνσταντίνος και δίπλα του οι παλιές φυλακές που λειτουργούσαν ακόμα. Στις γωνίες του περίβολου στις σκοπιές είδε τις σκιές των φρουρών που προσπαθούσαν να κρατήσουν μέσα στους τοίχους τις ψυχές αυτών που οι δικαστικές αποφάσεις έλεγαν πως αδίκησαν την κοινωνία, και τιμωρήθηκαν.
Έτσι, χωρίς να βιάζεται άρχισε να ανεβαίνει την «Καποδιστρίου» που τότε ήταν διπλής κυκλοφορίας, μέχρι που έφτασε στην  διασταύρωση της με την «Ασκληπιού». Γύρισε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά κοιτώντας τον κεντρικό δρόμο της πόλης φωτισμένο, και του άρεσε η εικόνα που είδε.
Κάποιοι τολμηροί προσπαθούσαν να κάνουν μερικές βόλτες πάνω κάτω μέσα στο κρύο μέχρι να κρυφτούν στα γύρω καφενεία και ζαχαροπλαστεία. Στο  καφέ-ζαχαροπλαστείο «το Διεθνές» λίγα μέτρα πιο κάτω, κλειστό σήμερα,  μπαινόβγαινε συνέχεια κόσμος.
Ανασήκωσε τον γιακά του και συνέχισε τον δρόμο του πάνω στο πεζοδρόμιο της «Καποδιστρίου». Εκεί ακριβώς την συνάντησε. Είχε κοντοσταθεί ψάχνοντας την τσάντα της και παρόλο που ήταν τυλιγμένη με ένα σάλι, την αναγνώρισε αμέσως. Είχαν βρεθεί τόσο κοντά, που και να ήθελε να την αποφύγει, ήταν αδύνατον.
«Αλίκη, εσύ;»
Ήταν σίγουρος πως πριν γυρίσει να τον δει, τον αναγνώρισε από την φωνή του.
«Νίκο τι κάνεις, ήταν η απάντηση της καθώς γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του».
«Καλά… Ας τα λέμε καλά, εσύ πως είσαι;»
Σ΄ αυτή την ίδια πόλη ζούσαν, αλλά σπάνια συναντιόντουσαν και μάλιστα τυχαία μέσα στο πλήθος. Αντάλλασαν μια καλημέρα η καλησπέρα αναλόγως, και αυτό ήταν όλο.
Τώρα όμως βρέθηκαν  τόσο κοντά που σχεδόν άγγιζε ο ένας τον άλλο. Βάδισαν για λίγο έτσι αμήχανα πλησιάζοντας προς την πλατεία του «Δεσποτικού». Κάποια φωτάκια ήταν κρεμασμένα στα κλαδιά του γέρικου πλάτανου που δέσποζε στην πλατεία και θύμιζαν πως πλησίαζαν οι γιορτές των Χριστουγέννων.
«Κάνει κρύο απόψε», είπε, έτσι  για να φύγει η αμηχανία ανάμεσά τους.
«Ναι, μπορεί και να χιονίσει», του απάντησε.
Λίγο πριν περάσουν στο πεζοδρόμιο της «Κοραή», βρήκε το κουράγιο και την ρώτησε.
«Η Ισμήνη τι κάνει;»
Γύρισε και τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Νόμισε πως θα του κακομιλούσε. «Τώρα την θυμήθηκες» η κάτι τέτοιο, αλλά η φωνή της ήταν ήρεμη.
«Καλά είναι. Όπου να ’ναι έρχεται να εγκατασταθεί εδώ και να δουλέψει. Τελειωμένη δικηγόρος βλέπεις…»

Έργα και ημέρες του παππού μου του Δαίδαλου

 O σκηνοθέτης Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος αφηγείται στο Short Stories μνήμες από τον παππού του, ξακουστό ξυλουργό στην νότια Πίνδο, με αφορμή την αποκατάσταση παλιών εργαλείων του και κατασκευών του από νέους ξυλουργούς.

Αυτός είναι ο παππούς μου, ο Κωνσταντίνος Κουτσιαμπασάκος, ο επονομαζόμενος Δαίδαλος.

Ξυλουργός, ξακουστός για την τέχνη του στα χωριά της νότιας Πίνδου, περιοχή στην οποία δούλεψε για πάνω από μισό αιώνα κι έλαβε αυτό το προσωνύμιο.

Γεννήθηκε το 1905 στη Μεσοχώρα Τρικάλων. Όταν ήταν μικρός αρρώστησε βαριά. Τις ημέρες εκείνες έτυχε να περνά από το χωριό λιτανεία με μοναχούς από το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Βησσαρίωνα Δουσίκου. Η μητέρα του, σε απόγνωση, τον έταξε στον άγιο. Και, ω του θαύματος, το επόμενο πρωί ο παππούς μου ανάρρωσε. Έτσι λοιπόν η προγιαγιά μου έκανε το χρέος της. Τον παρέδωσε στους μοναχούς που αποτελούσαν τη λιτανεία.

Ο παππούς μου έλειψε από το χωριό για αρκετά χρόνια και επέστρεψε είκοσι χρόνων παλικάρι. Στο διάστημα που μεσολάβησε είχε μάθει την τέχνη του μαραγκού στο μοναστήρι του Μεγάλου Μετεώρου και είχε προλάβει να ταξιδέψει στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τραγουδούσε και έπαιζε διάφορα μουσικά όργανα. Βιολί, που το είχε κατασκευάσει ο ίδιος, κλαρίνο και φλογέρα. Και ήταν ο πρώτος που δίδαξε φοξ τροτ στο χωριό. Δεν ξέρω αν ήταν αυτό που κέρδισε τη γιαγιά μου ή το γεγονός πως κατείχε την ξυλουργική τέχνη που τα χρόνια εκείνα την εκτιμούσαν ιδιαίτερα. Ό,τι προκοπή έκανε ο παππούς μου στο χωριό, με αγώνα και σκληρή δουλειά, στις 2 Νοεμβρίου του 1943 καταστράφηκε μαζί με όλα του τα υπάρχοντα μέσα σε λίγες ώρες. Ήταν η μέρα που οι Γερμανοί πυρπόλησαν το χωριό. Ανέστιος, ύστερα από λίγους μήνες, εγκαταστάθηκε στο απέναντι χωριό, στο Αρματολικό, δίπλα στον Αχελώο και ξεκίνησε από την αρχή. Ήθελε να είναι κοντά στο ποτάμι και να ασχολείται με τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά την ξυλουργική, το ψάρεμα. Εκεί έστησε εκ νέου το εργαστήριό του, έχτισε καινούργιο σπίτι και έκανε τέσσερα παιδιά με τη γιαγιά μου.

Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι, με έπαιρνε στο ξυλουργείο του, με κάθιζε σε μια από τις περίφημες καρέκλες του, μου έφτιαχνε καφέ από κριθάρι και μου διηγιόταν ιστορίες από τη ζωή του. Εγώ του ζητούσα να μου διηγείται ξανά και ξανά για την περίοδο που δούλευε σε ένα λουκουμάδικο στη Ζάκυνθο. Ήταν τόσο γλαφυρή η αφήγησή του για το πώς φτιάχνονται τα λουκούμια που τον έπιαναν τα γέλια βλέποντάς με να μου τρέχουν τα σάλια. Θυμάμαι πως πάνω από το τζάκι είχε ένα πορτρέτο του Λάμπρου Κωνσταντάρα. Πολύ συχνά μου το έδειχνε και μου έλεγε: «Αυτός, Δημητράκη, είναι ο μεγαλύτερος ηθοποιός της Ελλάδας. Φίλος μου». Είχε γνωρίσει τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στο μέτωπο της Αλβανίας και τον είχε σε μεγάλη εκτίμηση. Από το εργαστήριό του με συντροφεύει ακόμη η μυρωδιά του πριονιδιού, το συναίσθημα του θαυμασμού για τα αντικείμενα που έφτιαχνε αλλά και η πληθώρα των παράξενων εργαλείων του τα οποία κατασκεύαζε ο ίδιος.

Σήμερα στα νοικοκυριά των χωριών της νότιας Πίνδου –Μεσοχώρα, Αρματολικό, Αετός, Παχτούρι, Κορυφή, Λαφίνα, Νεράιδα, Νέα Πεύκη, Λιβαδοχώρι– υπάρχουν ακόμη έργα του. Καρδάρες, βαρέλες, καρέκλες, φτσέλες, μπουτινέλοι, σοφράδες. Χαίρομαι που όταν επιστρέφω στα μέρη μου ακούω συχνά: «Είσαι εγγονός του Δαίδαλου; Αυτό είναι του παππού σου. Ακόμη είναι γερό, κρατάει».

Θα τον θυμάμαι πάντα στα τελευταία χρόνια της ζωής του, κοντά στο κοπάδι με τις κατσίκες του, στις πλαγιές του όρους Χατζή, σκυφτός να παίζει με τις ώρες φυσαρμόνικα. Ήταν το τελευταίο μουσικό όργανο που έμαθε, γέρος πια.

Είμαι πολύ χαρούμενος και συγκινημένος που το Athens Wood School και νέοι ξυλουργοί ανέλαβαν να αποκαταστήσουν δυο κουραστάρια και τρεις καρέκλες του. Τους ευχαριστώ πολύ καθώς και τον δάσκαλό τους, τον Νίκο Ιωάννου, για την πρωτοβουλία. Ο Δαίδαλος θα ήταν πολύ χαρούμενος.


Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2023

Αλλοτινές εικόνες του χωριού (Ο χιονιάς κι η παγωνιά)

 

Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας ήταν πολύ άγριος. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και το χιόνι έξω είχε φτάσει το ένα μέτρο ύψος. Μέσα, στον χώρο του δωματίου η μάνα ετοίμαζε στη μασίνα το πρωινό μας, που συνήθως ήταν τραχανάς με μπόλικο πιπέρι για να γεμίσουμε τα στομάχια μας και να αντέξουμε μέχρι το μεσημέρι που θα γυρνούσαμε από το σχολείο.

Η μασίνα μπουμπούνιζε από τις φλόγες και τον  θόρυβο που έβγαζαν τα καιγόμενα ξύλα καθώς ζέσταιναν τον χώρο και δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα που απλώνονταν στο σπίτι και ζέσταινε το κορμί μας, αλλά και την ψυχή μας.

Με δισταγμό εγώ και ο αδερφός μου σηκωνόμαστε από το κρεβάτι και αφήναμε την οικογενειακή θαλπωρή, φορούσαμε τα ρούχα μας, τις χοντρές πλεγμένες κάλτσες, τα παντελόνια μας, τις μπλούζες, τα σακάκια, τις μπότες, τα γάντια κι από ένα σκουφάκι στο κεφάλι μας για να προφυλάξουμε τα αυτιά μας από την παγωνιά. Παίρναμε στο ένα χέρι την σχολική τσάντα μας και  με το άλλο κουβαλούσαμε ένα κούτσουρο για τη σόμπα του σχολείου, καθότι τότε στο σχολείο δεν υπήρχε  καλοριφέρ και κάθε παιδί ήταν υποχρεωμένο να φέρνει ένα ξύλο από το σπίτι του, σε καθημερινή βάση για τη σόμπα του σχολείου.

Ο πατέρας μ’ ένα φτυάρι παραμέριζε το χιόνι στην αυλή για να μπορέσουμε να βγούμε στον κεντρικό δρόμο και ακολουθώντας τα χνάρια πάνω στο χιόνι τραβούσαμε ίσα για το σχολείο.

Στο σχολείο, η καθαρίστρια είχε ήδη ανάψει τη σόμπα, αλλά εκείνη η σόμπα σα να μην ήθελε να ζεστάνει την αίθουσα. Προσπαθούσαμε να γράψουμε στο τετράδιο και τα δάκτυλά μας δεν υπάκουαν. Φυσούσαμε τις χούφτες μας με τα χνώτα μας και τρίβαμε τα δάκτυλα, αλλά τίποτα. Το κρύο ήταν τόσο τσουχτερό που μας πυρώνιαζε ως το κόκαλο και ήταν πολύ εύκολο να αρπάξουμε καμιά πνευμονία.

Μα σαν χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα ο χιονιάς κι η παγωνιά έχαναν την υπόστασή τους. Αρχίζαμε τα παιχνίδια, σπάζαμε κρούσταλλα στις λακκούβες και ανοίγαμε διαδρόμους με τα φτυάρια στην αυλή του σχολείου. Άλλοι έφτιαχναν χιονάνθρωπο κι άλλοι έπαιζαν χιονοπόλεμο. Σε λίγο συνειδητοποιούσαμε ότι είχαμε ζεσταθεί, έβραζε το αίμα μας και δεν λογαριάζαμε ούτε κρύο ούτε παγωνιά. Ο χιονιάς κι η παγωνιά είχαν νικηθεί με το παιχνίδι και την ζωηράδα μας. Ο μόνος φόβος τώρα ήταν να μην γλιστρήσουμε και πέσουμε και σπάσουμε κανένα χέρι ή πόδι.

Κάπως έτσι μάθαμε να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες και τα προβλήματα, κάπως έτσι μάθαμε να χαιρόμαστε τη φύση με όλες τις αντιξοότητες και καιρικές συνθήκες. Θα μου πείτε άλλες εποχές… Ναι, άλλες εποχές, αλλά ας έχουμε κατά νου πως η ζωή κάνει κύκλους και πως υπάρχουν και χειρότερα.

Καλές γιορτές, χειμώνα έχουμε, ας τον ζήσουμε όπως κι αν είναι και που θα πάει θα έρθει και η άνοιξη!

Δ.Τ.

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2023

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ – ΒΙΩΜΑΤΑ – ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ 4ον Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ … Ο στρατός και ο διορισμός. Του Ευαγγέλου Σ. Στάθη

 

Το χωριό μου, το Βαλτινό, είναι κοντά στον Πηνειό ποταμό. Δεν λέω, δεν είναι κανένα μεγάλο και τρανό χωριό. Αυτό όμως δεν με πειράζει, ίσα - ίσα που το αγαπώ κιόλας πιο πολύ. Είμαστε στα ριζά του Κόζιακα, ενός βουνού της οροσειράς της Πίνδου. Μοναδικό γειτονικό βουνό, γιατί τα άλλα, τα βουνά των Αγράφων, είναι αρκετά μακριά.

 Ξέφυγα πολύ από τον σκοπό μου, αλλά το μυαλό μου φταίει που τρέχει αλλού. Αλλά τι να το κάνεις το μυαλό; μπορείς να του βάλεις φρένο; Πάλι λοιπόν στην ιστορία μου.

Όταν υπηρετούσα τη θητεία μου στο στρατό, πέρασα καλά. Δεν έγινα αξιωματικός, αλλά υπηρέτησα ως απλός στρατιώτης. Δεν έγινα λόγω «κοινωνικών  φρονημάτων». Ακούς εκεί, κοινωνικών φρονημάτων;!!

Αλήθεια, πώς μετριόνταν τα φρονήματα αυτά; Ποιος ήξερε να τα αξιολογήσει αυτά; Γιατί κάπου μαγειρεύονταν αυτά. Υπήρχαν τρώϊρα κουκόνια και ζλάπια που έκαναν τέτοιες δουλειές. Αυτοί κατόπιν τα «τροφοδότησαν»  στο Πανεπιστήμιο κι από κει στο στρατό.

Μού κάνανε καλό όμως, άθελά τους, γιατί απολύθηκα γρηγορότερα και διορίστηκα γρηγορότερα.

Καλά, ας τα αφήσουμε αυτά, ασ’ τς κι αυτούς, τους «καλοθελητές», εκεί που βρίσκονται.

Πέρασα λοιπόν καλά και στο στρατό, γιατί ήμουν στρατιώτης πειθαρχημένος και υπάκουος. Εκεί αξιολογήθηκαν και εκτιμήθηκαν τα φρονήματά μου και εκεί αποχαρακτηρίστηκα. Ακούς εκεί τι έκαναν τότε !!!!. Άλλος χαρακτήριζε, άλλος αποχαρακτήριζε! Αποχαρακτηρισμός!!.Τι ήταν κι’ αυτό πάλι!

 Ύστερα ο διορισμός μου στην Εκπαίδευση. Πάλι απ’ την αρχή οι δυσκολίες.


Η μάνα μου, η καημένη, πάλι έτρεξε και δανείστηκε λίγα χρήματα, για να ξεκινήσω, γιατί διορίστηκα εκτός νομού. Δυσκολίες λοιπόν οικονομικές  πάλι, ώσπου να πάρω τον πρώτο μου μισθό.

Είχα όμως πολλή όρεξη για διάβασμα και πολύ μεράκι για διδασκαλία και έτσι πορεύτηκα καλά. Κουράστηκα, βέβαια, πολύ, αλλά με άρεζαν πολύ όλα αυτά, η διδασκαλία, το διάβασμα, τα παιδιά, το λειτούργημα γενικά του δασκάλου. Τα παιδιά τα αγαπούσα και με αγαπούσαν, αλλά ήμουν και πολύ αυστηρός όταν ήθελα να τα συμβουλεύσω. Γιατί «όν θεός φιλεί, παιδεύει». Αγάπησα το αντικείμενο της δουλειάς μου πολύ. Αγάπησα  πολύ τη Φιλολογία. Αν ζούσα ξανά μια ζωή και ξανασπούδαζα, πάλι Φιλολογία θα σπούδαζα. Δόξα τω Θεώ λοιπόν, ευδοκίμησα στην υπηρεσία μου ως καθηγητή και ως παιδαγωγού γενικώς.

Δοξάζω λοιπόν τον Θεό που δώρισε στον άνθρωπο τα γράμματα, για να γράφει στο χαρτί τις αναμνήσεις και τους στεναγμούς του.

Θα μου πείτε γιατί τα γράφω όλα αυτά. Τα γράφω για να θυμούνται και τα δικά τους οι παλιότεροι και να βλέπουν οι νεώτεροι τις συνθήκες ζωής και αγώνων ημών των μεγαλυτέρων. Ο ηλικιωμένος, ο γέρος, ο παππούς, θέλοντας και μη τα θυμάται αυτά, γιατί θέλει να τα διηγείται και στα εγγονάκια του.

Τα θέλουν, τα ζητούν τέτοια τα εγγονάκια. Γιατί και ’γω ευτύχησα να δημιουργήσω καλή οικογένεια, παιδιά, νύφες κι αγγόνια, όλα καλά κι ευτυχισμένα, και βλέπω ότι θέλουν να τα ακούν αυτά.

Καλά, άστα αυτά τώρα, τι τα θες, τι τα ζητάς. Όχι, δεν τα ζητώ εγώ, το μυαλό μου τα κάνει. Βάζεις φρένο στο μυαλό καλοπίχειρα; Δε βάζεις. Άστο να πετάει πέρα δώθε. Να πετάει στα καλά και στα κακά. Έτσι πετάει στα περασμένα το μυαλό του γέρου. Πετάει απ’ το ένα στο άλλο, απ’ το τώρα στο τότε.  

Καλά  κάνει και πετάει. Έτσι ζούμε, έτσι θυμούμαστε τα περασμένα, έτσι διδασκόμαστε από αυτά.

Όλα αυτά λοιπόν μού ήρθαν στο μυαλό μου να τα  θυμηθώ και να τα γράψω. Άλλη φορά περισσότερα…


Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2023

Η περιπετειώδης ζωή της κυρα-Βασιλικής του Αλή πασά

 

Η περιπετειώδης ζωή της κυρα-Βασιλικής έχει περιβληθεί με πολλούς θρύλους και το όνομά της διασώθηκε σε διάφορες παραδόσεις και σε δημοτικά τραγούδια.

Η Βασιλική Κονταξή ή κυρα-Βασιλική, όπως έμεινε γνωστή, ήταν ευνοούμενη, προστατευόμενη και τελευταία σύζυγος του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Γεννήθηκε στην Πλησιβίτσα των Φιλιατών (σημερινό Πλαίσιο) το 1789, και ήταν κόρη του προύχοντα της περιοχής Κίτσου Κονταξή και αδελφή του οπλαρχηγού Γεωργίου Κίτσου και του Σίμου Κονταξή.

Μια υπόθεση κατασκευής κίβδηλων νομισμάτων, για την οποία κατηγορήθηκαν ο πατέρας της και άλλοι κάτοικοι της Πλησιβίτσας, την έφεραν κοντά στον Αλή Πασά σε ηλικία μόλις 12 ετών. Η μικρή Βασιλική ζήτησε έλεος για τον συλληφθέντα πατέρα της από τον Αλή πασά κι εκείνος, θαμπωμένος από την ομορφιά της, όχι μόνο χάρισε τη ζωή στον πατέρα της, αλλά επιπλέον διέταξε τους άνδρες του να μην ξαναενοχλήσουν το χωριό. Το τίμημα για τη Βασιλική ήταν να γίνει το πολύτιμο πετράδι του χαρεμιού του πασά, ο οποίος το 1808 την νυμφεύτηκε, παρά τις αντιρρήσεις της πρώτης του συζύγου, Εμινέ.

Η κυρα-Βασιλική χρησιμοποίησε τη δύναμή της προς όφελος των χριστιανών, πολλούς από τους οποίους κατάφερε να σώσει από τα χέρια του δημίου την τελευταία στιγμή. Τέτοια ήταν η επιρροή της πάνω στον Αλή, ώστε όχι μόνο δεν εξισλαμίστηκε, αλλά απαίτησε και πέτυχε να μετατρέψει ένα δωμάτιο του χαρεμιού σε παρεκκλήσι με τακτικό ιερέα.

Για χάρη της ο Αλή πασάς της χάρισε ως τσιφλίκι  το παλιό χωριό Βοϊβόδα, που έκτοτε πήρε το όνομά της (σημερινό χωριό, Βασιλική Τρικάλων). Αργότερα και μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το χωριό έγινε τσιφλίκι της Βαλιντέ σουλτάνας (μητέρας του σουλτάνου). Η Βασιλική, για να εξιλεωθεί για τον γάμο της με τον αλλόθρησκο Αλή, έχτισε πέντε εκκλησίες στον θεσσαλικό κάμπο — μία από αυτές ήταν και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη Βασιλική. Για την κατασκευή της, πάντα κατά την παράδοση, ο Αλή πασάς έστειλε τον πρωτομάστορά του Σάμπλο. Τα εγκαίνια του Αγ. Νικολάου, που είναι σταυροειδής ναός με τρούλο, έγιναν στις 12 Μαΐου 1818. Στην εξωτερικό τοίχο της κόγχης του ιερού, πάνω από μικρή αψίδα, παρίσταται η μορφή της κυρα-Βασιλικής. Ακόμη, η παράδοση μαρτυρά ότι, όταν ο Αλή πασάς έδωσε τη Βοϊβόδα στη Βασιλική, κατασκευάστηκε μέσα στο χωριό ένα χαντάκι, το οποίο καθόριζε το άσυλο για τους Χριστιανούς που καταδίωκαν οι Τούρκοι.

Η προτομή της κυρα-Βασιλικής στον προαύλιο χώρο του ναού Αγίου Νικολάου Βασιλικής Τρικάλων.

Η κυρα-Βασιλική έμεινε πιστή στον Αλή πασά τις τελευταίες του στιγμές στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος της λίμνης των Ιωαννίνων, όπου είχε καταφύγει μαζί με τους εμπίστους του τον Δεκέμβριο του 1821, καταδιωκόμενος από τους άνδρες του Χουρσίτ πασά. Λίγο προτού αφήσει την τελευταία του πνοή, ο Αλή διέταξε τον μυστικοσύμβουλό του Θανάση Βάγια να σκοτώσει τη Βασιλική, για να μην αιχμαλωτιστεί από τους εχθρούς του. Ο Βάγιας, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του ελληνισμού, δεν τήρησε την υπόσχεσή του, ίσως επειδή η Βασιλική γνώριζε το μυστικό των θησαυρών του πασά των Ιωαννίνων.

Τον Φεβρουάριο του 1822 η Βασιλική και ο Βάγιας συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, ο πατριάρχης Άνθιμος Γ’ με τη βοήθεια του σιναφιού των κρεοπωλών (ο Βάγιας είχε δουλέψει ως κρεοπώλης) κατόρθωσε να απελευθερώσει τη Βασιλική, υπό την προϋπόθεση να ζει εντός του Πατριαρχείου και να βρίσκεται υπό την προστασία και την επιτήρησή του. Κατά την εξαετή παραμονή της στο Πατριαρχείο φαίνεται ότι ερχόταν σε επαφή με πρόσωπα που ήταν αναμεμιγμένα στη Φιλική Εταιρεία και την επαναστατημένη Ελλάδα.

Μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, οι οθωμανικές Αρχές την εξόρισαν μαζί με τον αδελφό της Σίμο και τον Θανάση Βάγια στην Προύσα (Μάρτιος του 1828). Τον Οκτώβριο του 1829 τους δόθηκε άδεια να επιστρέψουν στην Ελλάδα.

Κέρινο ομοίωμα της κυρα-Βασιλικής στο Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας του Παύλου Βρέλλη 

Η Βασιλική εγκαταστάθηκε αρχικά στο Ναύπλιο. Εκεί συναντήθηκε με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος της παραχώρησε ένα ακίνητο και λίγα κτήματα στο χωριό της Αιτωλίας Κατοχή. Το 1831 οι δρόμοι της με τον Θανάση Βάγια χώρισαν, όταν αυτός ανέλαβε δημόσια θέση και συγκεκριμένα επιστάτης του Πρότυπου Αγροκτήματος της Τίρυνθας.

Για το υπόλοιπο του βίου της η κυρα-Βασιλική έζησε στην Κατοχή απομονωμένη, και κατ’ άλλους περιφρονημένη. Πέθανε από δυσεντερία στο Αιτωλικό στις 11 Δεκεμβρίου 1834, σε ηλικία 45 ετών.



επικοινωνιστε μαζι μας