Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

Βδέλλες και μνήμες στο Βαλτινό

 

Οι βδέλλες, αυτά τα μικρά υδρόβια σκουλήκια, κουβαλούν μια ιστορία που διασταυρώνει τη φύση με την ιατρική, την καθημερινότητα με τον μύθο. Ζουν σε έλη, σε λίμνες και σε νερά στάσιμα, σώματα πλατιά και ευέλικτα, έτοιμα να κολλήσουν στο δέρμα και να ρουφήξουν ζωή. Στην πρώτη ματιά προκαλούν αποστροφή, ίσως και φόβο· κι όμως, για αιώνες υπήρξαν θεραπευτές, εργαλεία του ανθρώπου στην προσπάθειά του να τιθασεύσει τις αρρώστιες.

Στο Βαλτινό, τότε που οι βαλτότοποι σκέπαζαν τον κάμπο, πολλοί έβγαιναν για τούτο το αλλόκοτο «μάζεμα». Οι αβδελλάδες, ξυπόλητοι μέσα στα νερά, δέχονταν τις βδέλλες στα πόδια τους και τις ξεκολλούσαν με προσοχή, πριν τους αδειάσουν το αίμα. Έπειτα τις έκλειναν σε βαζάκια, για να καταλήξουν στα φαρμακεία των Τρικάλων ή στα χέρια γιατρών. Οι γυάλινες φιάλες με τις ζωντανές βδέλλες στόλιζαν τα ράφια, σαν σιωπηλά φαρμακευτικά φυλαχτά. Εκεί, ο ασθενής εύρισκε την ελπίδα της αφαίμαξης· μια φυσική μέθοδος, σχεδόν μαγική, για την υπέρταση, για τους πονοκεφάλους, για το πλεονάζον «κακό αίμα».

Οι κάτοικοι του χωριού θυμούνται ακόμα πώς έβαζαν τις βδέλλες στον λαιμό, αφήνοντας το σώμα να παραδοθεί για λίγο στο δάγκωμα και στην απομύζηση. Η ίδια η φύση έδινε το φάρμακο, αλλά με τίμημα: μια σταγόνα αίμα, μια μικρή θυσία. Κι έτσι η βδέλλα απέκτησε μια θέση ανάμεσα στο ευεργετικό και το απειλητικό, στο χθόνιο και στο σωτήριο.

Δεν ήταν όμως πάντα καλοδεχούμενη. Στα κοπάδια, στα πρόβατα και στα άλλα ζώα, οι βδέλλες έφερναν ασθένειες, προκαλώντας πνιγμό και φθορά. Ειδικά εκείνες που έμοιαζαν με φύλλα πρίνου, οι λεγόμενες «κλαπάτσες», στοίχειωναν τις μνήμες των κτηνοτρόφων. Η ίδια μορφή, άλλοτε θεραπεύτρια του ανθρώπου, γινόταν φονιάς των ζώων.

Αν κοιτάξουμε βαθύτερα, η βδέλλα μοιάζει με αλληγορία της ίδιας της ζωής. Σαν να μας θυμίζει ότι κάθε δύναμη είναι διπλή: το χέρι που σώζει μπορεί να πληγώνει, κι εκείνο που ρουφά την ουσία μας μπορεί να την εξαγνίζει. Ο άνθρωπος, μέσα στους βάλτους, αναγκάστηκε να συνυπάρξει με το παράδοξο· να δει στο ταπεινό σκουλήκι μια θεραπεία, και στο φρικτό του άγγιγμα μια λύτρωση.

Έτσι, οι βδέλλες δεν είναι μόνο μια υποσημείωση της λαϊκής ιατρικής. Είναι και μια υπενθύμιση: ότι η φύση, ακόμα και στις πιο σκοτεινές, γλοιώδεις της μορφές, κρύβει δρόμους για τη σωτηρία και την κατανόηση του εαυτού μας.


Η εικόνα είναι έργο της Τεχνητής Νοημοσύνης


Απεβίωσε ο Ηλίας Καραθανάσης του Νικολάου

 

Απεβίωσε ο συγχωριανός μας Ηλίας Καραθανάσης του Νικολάου, την Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025, σε ηλικία 87 ετών. Κηδεύεται την Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2025 και ώρα 18:00 μ.μ. στο κοιμητήριο Βαλτινού Τρικάλων.

Ο Ηλίας Καραθανάσης του Νικολάου και της Μαρίας γεννήθηκε στο Βαλτινό το 1938. Παντρεύτηκε με την Αναστασία και είχαν μια κόρη, την Μάρθα.


Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025

«Το μαύρο άλογο» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Ο πατέρας μου δεν είχε τον χρόνο να ασχοληθεί με τα χωράφια μας. Έφευγε χαράματα για την οικοδομή κι έμενε εκεί μέχρι που ο ήλιος έγερνε στα βουνά. Μόνο τριφύλλια έσπερνε, γιατί δεν ήθελαν πολλή φροντίδα και δεν έχανε μεροκάματα για να τα κοιτάζει.

Θυμάμαι που δανειζόταν το κάρο του παππού, με τον ψαρή το άλογό του, για να κουβαλήσει τις μπάλες του τριφυλλιού. Για μένα ήταν το πρώτο μου ταξίδι, καθισμένη δίπλα του, τα πόδια μου να μην φτάνουν το ξύλινο πάτωμα, και τα χέρια μου να κρατούν σφιχτά το παλιό σκοινί που χρησιμοποιούσε για χαλινάρι.

Ήθελε, έλεγε, να μυρίσω τη μυρωδιά του αλόγου, να τη θυμάμαι, να μη μου λείψει το χώμα και η ζωή του χωριού. Λάτρευα τα άλογα. Ο ήχος από τα πέταλα που χτυπούσαν το χαλίκι με μάγευε. Μου ακουγόταν σαν να σπάνε μικρά γυαλιά στον δρόμο ή σαν να τραγουδούν οι πέτρες την ώρα που το κάρο κυλούσε αργά στον δρόμο.

Τότε, μέσα στο μυαλό μου, ήμουν μια πριγκίπισσα. Πήγαινα, τάχα, σε μια άλλη χώρα, να βρω τον πρίγκιπα με το μαύρο άλογο, να φύγουμε μαζί στα λιβάδια. Έλεγα στον πατέρα μου:

– Πατέρα, φώναξε τον ψαρή να τρέξει πιο γρήγορα!

Αυτός γελούσε.

– Όχι, κόρη μου, είναι φορτωμένος ο καημένος, θα κουραστεί.

– Πατέρα, όταν μεγαλώσω, θα πάρω ένα μαύρο άλογο, να τρέχω μαζί του και να πετάμε στα λιβάδια!

Κι εκείνος, με εκείνο το κουρασμένο χαμόγελο, μου έλεγε:

– Όταν μεγαλώσεις, θα σου αγοράσω ένα μαύρο άλογο.

Δεν ξέρω αν το πίστευε, αλλά εγώ το πίστευα και δεν σταμάτησα ποτέ να το ονειρεύομαι.

Ένα άλλο μέσο που είχαμε ήταν το ποδήλατο, μόνο που δεν ήταν δικό μας. Το είχαν τα ξαδέρφια μου, το είχε φέρει ο θείος από τη Γερμανία. Το ποδήλατο είχε ταλαιπωρηθεί από τις πολλές βόλτες του ξαδέρφου μου του Βασίλη. Τα πετάλια συχνά δεν έπιαναν, και ένιωθες το πόδι σου να γλιστράει στο κενό.

Εκείνο το καλοκαίρι, κάθε μέρα πήγαινα στο σπίτι τους, να μάθω ποδήλατο. Πόσες φορές έπεσα… Φαρδιά πλατιά στον δρόμο, μέσα στα βάτα, σε χαντάκια. Τα γόνατά μου γρατζουνισμένα, γεμάτα χώματα και αίματα, και οι παλάμες μου καμένες από το χαλίκι. Μα δεν το έβαζα κάτω. Ήμουν πεισματάρα. Όταν ήθελα κάτι, το ήθελα πραγματικά, και τελικά τα κατάφερνα.

Η ξαδέρφη μου με συμβούλεψε μια μέρα:

– Μην κοιτάς το τιμόνι, κοίτα μπροστά!

Κι έτσι έκανα. Και σαν κοίταξα μπροστά, άρχισα να κυλώ χωρίς να πέφτω. Κατάλαβα τότε πως αυτό δεν ισχύει μόνο για το ποδήλατο.

Όπως λέει και το ρητό: «Αυτός που αγωνίζεται μπορεί και να χάσει. Εκείνος που δεν αγωνίστηκε ποτέ, είναι ήδη χαμένος».

Με τα ξαδέρφια μου δεν έκανα συχνά παρέα. Το σπίτι τους ήταν μακριά, κι είχαν τις δικές τους φιλίες, όπως κι εγώ τις δικές μου. Όμως όταν βρισκόμασταν, παίζαμε το αγαπημένο μας παιχνίδι με τις χελώνες. Πιάναμε τις μεγάλες χελώνες του χωριού, τις βάζαμε στη σειρά πίσω από μια γραμμή, ανεβαίναμε προσεκτικά στις πλάτες τους, κάνοντας πως είμαστε καβαλάρηδες και αυτές τα άλογά μας.

Εκείνες, αργές, υπομονετικές, έκαναν το γύρο της αυλής, κι εμείς γελούσαμε, φωνάζαμε ποιος θα φτάσει πρώτος. Καημένα ζωντανά, πόση ταλαιπωρία πέρασαν στα χέρια μας.

Κι εγώ, πάνω σε μια χελώνα, ονειρευόμουν πως ήμουν πάλι πάνω στο μαύρο άλογο, που δεν το απέκτησα ποτέ, μα το κράτησα μέσα μου σαν υπόσχεση, για να θυμάμαι πως κάποτε ήθελα να πετάξω, πάνω από τα χωράφια και τις μυρωδιές τους, πέρα από τον ήχο των πετάλων, σε εκείνο το καλοκαίρι που μύριζε τριφύλλι και παιδικά όνειρα.


Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

Το εικονοστάσι του σπιτιού

 

«Γεννήθηκα από δυο χέρια ξυλουργού, που πήραν σανίδες γαλάζιες και με στερέωσαν στον τοίχο. Δεν ήμουν σπουδαίο έπιπλο, μήτε στολισμένο· ήμουν όμως τόπος φιλοξενίας. Μου εμπιστεύθηκαν εικόνες μικρές και μεγάλες, σαν σπόρους που καρπίζουν πίστη. Κάθε πρωί, μια γυναίκα με δεμένα τα μαλλιά μ’ έπλενε με το βλέμμα της και άναβε το καντήλι· κι εγώ, γεμάτο από το φως της φλόγας, γινόμουν καρδιά του σπιτιού.

Είδα παιδιά να γεννιούνται και να μεγαλώνουν, να με πλησιάζουν με μάτια αθώα και να σταυρώνουν τα χεράκια τους. Είδα γέροντες να με κοιτούν σιωπηλοί, λίγο πριν αφήσουν την τελευταία τους ανάσα. Άκουσα χαρές και γέλια να πλημμυρίζουν το δωμάτιο, κι άλλοτε αναστεναγμούς που έκαναν το λάδι στο καντήλι να τρεμοπαίζει σαν να ’χε κι αυτό ψυχή.

Είμαι μικρό και ασήμαντο για τους ξένους, μα για τους δικούς μου ανθρώπους ήμουν πάντοτε το παράθυρο στον ουρανό. Δεν ήμουν διακοσμητικό, ήμουν συνομιλητής. Στα χωριά, βλέπεις, οι τοίχοι δεν ήξεραν από πολυτέλειες· ήξεραν μονάχα να αγκαλιάζουν τις ψυχές. Γι’ αυτό κι εγώ στάθηκα εδώ, δίπλα στο κρεβάτι, να θυμίζω πως η πίστη δεν μένει στην εκκλησία αλλά έρχεται και ξαπλώνει μαζί σου τη νύχτα.

Τώρα οι μέρες άλλαξαν. Οι άνθρωποι έφυγαν για τις πόλεις, και το σπίτι μένει σιωπηλό. Μα εγώ δεν έπαψα να ψιθυρίζω την ιστορία τους. Κρατώ μέσα μου τις ευχές, τα δάκρυα και τις χαρές τους, σαν παλιό τετράδιο γεμάτο γράμματα. Και κάθε φορά που κάποιος με ανοίγει, αισθάνομαι πως ξαναγεννιέται ολόκληρο το χωριό: οι πλατείες, τα σοκάκια, τα βήματα των παιδιών, οι φωνές που αντηχούν στα βουνά.

Εγώ είμαι το εικονοστάσι του σπιτιού. Και η ιστορία μου δεν είναι μόνο δική μου· είναι η ιστορία του τόπου, της γης και των ανθρώπων που έμαθαν να κατοικούν όχι απλώς μέσα σε τοίχους, αλλά μέσα στην ίδια τους την ψυχή.»


Όταν τα διαλείμματα ντύνονται με μουσική

 

Στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Λάρισας τα διαλείμματα δεν είναι πια απλώς στιγμές ξεκούρασης. Είναι μικρές γιορτές μελωδίας, καθώς η αυλή γεμίζει με τις νότες του Μάνου Χατζιδάκι, του Μότσαρτ και του Βιβάλντι.

Η πρωτοβουλία ξεκίνησε δειλά, με μελωδίες του Χατζιδάκι να ακολουθούν το παιχνίδι των παιδιών. Σύντομα όμως η μουσική παλέτα πλουτίστηκε με κλασικά αριστουργήματα, που χάρη στη νέα μικροφωνική εγκατάσταση ταξιδεύουν καθαρά και γλυκά σε όλη την αυλή. Έτσι, το κουδούνι δεν σημαίνει μόνο διάλειμμα· σημαίνει και ένα άνοιγμα προς κόσμους αρμονίας και ομορφιάς.

«Η μουσική αλλάζει την ατμόσφαιρα», λέει η διευθύντρια Ελένη Δημητρίου. «Γίνεται γέφυρα ηρεμίας, όχι μόνο για τα παιδιά και τους δασκάλους, αλλά και για τους γείτονες που την ακούν». Και πράγματι, εκεί όπου συχνά το διάλειμμα συνοδεύεται από φωνές και εντάσεις, τώρα οι μελωδίες απαλύνουν τις αντιθέσεις και καλλιεργούν ένα κλίμα πιο φιλικό, πιο ήρεμο, πιο ανθρώπινο.

Τα ίδια τα παιδιά είναι οι πιο ενθουσιώδεις αποδέκτες. Τραγουδούν, σιγοσφυρίζουν, ανακαλύπτουν κομμάτια που ίσως δεν είχαν ποτέ ακούσει. Μαθαίνουν, χωρίς να το συνειδητοποιούν, ότι η μουσική δεν είναι πολυτέλεια, αλλά μια καθημερινή ανάσα.

Η συνήθεια αυτή κρατάει ήδη πάνω από έναν χρόνο. Έχει ριζώσει τόσο στα διαλείμματα όσο και στα πρώτα λεπτά της ημέρας, λίγο πριν αρχίσουν τα μαθήματα. Έτσι, η σχολική ζωή ξεκινά και τελειώνει με αρμονία, σαν μια συμφωνία που αφήνει την ψυχή πιο ανάλαφρη και το μυαλό πιο ανοιχτό.


Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

Βαλτσινιώτικες ιστορίες «Ο καυγάς»

 

Τα καλοκαίρια, με τις βαριές ζέστες, είναι που βρίσκω ανάπαυση κάτω από τον ίσκιο του πλατάνου και φέρνω στο νου παλιές ιστορίες. Σαν παραμύθια μοιάζουν τώρα, μα τότε ήταν αληθινά περιστατικά, που αναστάτωναν το χωριό. Μία απ’ αυτές θα σου διηγηθώ. Άμα θες γράψε την.

Ήταν κάποτε, χρόνια πριν, που μάλωσαν ο Κώτσιος με τον Νάσιο στο Βαλτινό. Και τι καβγάς ήταν εκείνος! Σείστηκε ολόκληρο το χωριό. Για ψύλλου πήδημα σήκωσαν τον κόσμο στον αέρα. Καμιά σοβαρή αφορμή δεν υπήρχε· κάτι ζώα που μπήκαν σε ξένο χωράφι, κάτι κουβέντες στον αέρα… Μα η φωτιά θέλει μονάχα μια σπίθα.

Ο Κώτσιος φώναζε από μέρες:
– Δε θα τον μπλάξω πουθενά τον Νάσιο; Θα δει αυτός!

Κι ήρθε η ώρα. Βρέθηκαν οι δυο τους στην πλατεία, καταμεσήμερο, με τον ήλιο να βαράει και τον κόσμο να παρακολουθεί. Στην αρχή ήταν λόγια, λόγια βαριά και κοφτά:

– Εσύ δεν βλέπεις; Άφησες τα ζωντανά να μπουν στο τριφύλλι και ρήμαξαν τη σοδειά! έλεγε ο Κώτσιος.
– Μπα, υπερβολές! απαντούσε αδιάφορα ο Νάσιος.
– Εγώ υπερβολές; Τυφλός είσαι ή κάνεις πως δε βλέπεις;
– Εσύ δεν στέκεις καλά, του αντιγύριζε ο άλλος. Σα να σου λείπει λάδι από το μυαλό…

Κι όσο προχωρούσαν οι κουβέντες, τόσο άναβε το αίμα. Κατάρες, βρισιές, λόγια βαριά που δεν παίρνονται πίσω.

– Να χαθείς απ’ τα μάτια μου, καταραμένε!
– Μη με προκαλείς, γιατί…
– Γιατί, μωρέ; Ένα γομάρι κι μισό είσαι!

Ο κόσμος γύρω άρχισε να συνωστίζεται. Κάποιοι προσπαθούσαν να τους χωρίσουν, μα μάταια. Ένα σπρώξιμο, μια βρισιά παραπάνω, κι αρπάχτηκαν στα χέρια. Κυλιούνταν στο χώμα σαν τα σκυλιά, μπουνιές και κλωτσιές, ο ένας να τραβάει τα μαλλιά του άλλου, να τον σωριάζει κάτω· κι ύστερα ο δεύτερος να σηκώνεται και να ανταποδίδει με δύναμη.

– Αρρώστια κακή να σε βρει! φώναζε ο ένας.
– Να σε σακατέψει η κατάρα! απαντούσε ο άλλος.

Η πλατεία βούιζε. Γυναίκες τσίριζαν, παιδιά γελούσαν, οι γέροι κούναγαν το κεφάλι τους. «Μεγάλοι άνθρωποι και καταντούν να παλεύουν σαν μωρά!» έλεγαν.

Τελικά, με τα πολλά, μπήκε ο κόσμος στη μέση και τους χώρισε. Μα δεν ήταν εύκολο· φωνές, τραβήγματα, ιδρώτας, αναβρασμός. Κι όταν πια τους συγκράτησαν, ο ένας έφτυνε κατά γης, ο άλλος μουρμούριζε μέσα απ’ τα δόντια του.

Έτσι πέρασε εκείνη η μέρα στο Βαλτινό. Και χρόνια μετά, σαν κάθεσαι στον ίσκιο του πλατάνου, το θυμάσαι και λες: «Τι κούφια πράματα! Μεγάλοι άντρες και να μαλώνουν για το τίποτα». Μα έτσι είναι τα χωριά· η φασαρία για ψύλλου πήδημα γίνεται ιστορία που μένει.


Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2025

Εικόνες του χωριού «Η ωραία εποχή της φιλίας»

 

Στην παλιά αυτή φωτογραφία, τρεις νέοι –ο Αντώνης, ο Στέργιος και ο Χρήστος– στέκονται με τη σιγουριά της νιότης τους στο προαύλιο του καφενείου του Βασίλη Σταμούλη στο Βαλτινό. Το βλέμμα τους, άλλοτε χαμογελαστό κι άλλοτε πιο σοβαρό, κουβαλά το ήρεμο θράσος μιας γενιάς που μεγαλώνει ανάμεσα στη γη του χωριού και στις πρώτες πνοές του μοντέρνου κόσμου.


Τα ρούχα τους –παντελόνια καμπάνα, πουλόβερ με σχέδια, πουκάμισα με ανοιχτό γιακά– φανερώνουν την εποχή: τα χρόνια όπου η μόδα έφερνε στο χωριό τον αέρα της πόλης, κι όπου οι κομμώσεις και τα μακριά μαλλιά γίνονταν σημάδι ελευθερίας και ανανέωσης. Η στάση του σώματός τους μιλά για φιλία, για την οικειότητα της καθημερινότητας: ο ένας καθισμένος ψηλότερα, οι άλλοι δίπλα, όλοι όμως δεμένοι με την αόρατη κλωστή της νεανικής συντροφιάς.


Πίσω τους, τα τραπέζια του καφενείου, οι καρέκλες και οι χωριανοί που απολαμβάνουν τον ήλιο. Μια απλή στιγμή, κι όμως γεμάτη νόημα· γιατί το καφενείο δεν ήταν απλώς χώρος για καφέ, αλλά τόπος συνάντησης, ανταλλαγής ιστοριών, γέλιων και ανησυχιών. Στην αυλή του γραφόταν καθημερινά η μικρή ιστορία του χωριού.


Σήμερα, η φωτογραφία αυτή μοιάζει σαν να φυλάει τον απόηχο ενός κόσμου που χάθηκε: το ανέμελο βάδισμα της νεότητας, τις σιωπηρές υποσχέσεις ότι όλα είναι δυνατά, την ελπίδα πως ο χρόνος θα μείνει αιώνιος. Κι όμως, εκείνη η στιγμή, παγωμένη στο χαρτί, συνεχίζει να ζει και να μιλά για την ομορφιά μιας «ωραίας εποχής», όπου η φιλία και το στυλ, η απλότητα και η τόλμη, συνυπήρχαν κάτω από τον ίδιο ουρανό.


Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2025

Τιμητική Εκδήλωση στο Βαλτινό

 

Την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025, στις 19:00, στην πλατεία Αγίου Αθανασίου Βαλτινού, η Τοπική Κοινότητα, ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος και το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Βαλτινού διοργανώνουν μια ξεχωριστή εκδήλωση προς τιμήν του πατρός Κωνσταντίνου Ζαχαράκη, με αφορμή την αποχώρησή του από την ενορία μας, έπειτα από πολυετή και ανεκτίμητη προσφορά.

Η βραδιά θα περιλαμβάνει ζωντανή μουσική, παραστάσεις από τα χορευτικά συγκροτήματα του συλλόγου και παραδοσιακά εδέσματα για όλους.

Σας περιμένουμε να τιμήσουμε όλοι μαζί τον πατέρα Κωνσταντίνο και να μοιραστούμε μια βραδιά συγκίνησης και χαράς.

Με τη στήριξη της Περιφέρειας Θεσσαλίας
 Είσοδος ελεύθερη



Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2025

Το τραγούδι της αυλής στο Βαλτινό

 

Η φωτογραφία της Λίτσας, που σκορπίζει τροφή στις κότες της στο Βαλτινό, εκτός από μια σκηνή αγροτικής καθημερινότητας∙ είναι κι ένα ζωντανό θραύσμα της παράδοσης, ένα μικρό μάθημα ζωής. Κάθε κίνηση του χεριού της, κάθε κόκκος καλαμποκιού που πέφτει στο χώμα, κουβαλά έναν ρυθμό αιώνων∙ έναν ρυθμό που συνδέει τον άνθρωπο με το χώμα, τα ζώα και τον κύκλο της φύσης.

Η αγροτική περιφέρεια δεν υπήρξε ποτέ μόνο τόπος παραγωγής. Είναι ο χώρος όπου η αυτάρκεια, η αλληλεγγύη και η λιτότητα σχηματίζουν τον ιστό της ζωής. Στην πόλη, η καθημερινότητα συχνά χάνεται μέσα στον καταναλωτισμό και στην αέναη αναζήτηση του περισσότερου. Στο χωριό, αντίθετα, η αξία μετριέται αλλιώς: με την ικανότητα να θρέψεις την οικογένεια με τα δικά σου χέρια, με την ικανοποίηση να ξέρεις πως ένα αυγό που έβαλες στο τραπέζι σου δεν είναι απλώς προϊόν, αλλά αποτέλεσμα φροντίδας και μόχθου.

Το κοτέτσι της Λίτσας, με την απλότητά του, είναι μια μικρογραφία αυτού του κόσμου. Δεν είναι μόνο καταφύγιο για τα πουλερικά∙ είναι σύμβολο μιας οικονομίας αυτάρκειας, που αντιστέκεται σιωπηλά στη λογική της υπερπαραγωγής και της σπατάλης. Στη σκιά της πρόχειρης στέγης και της παλιάς καρότσας, κρύβεται μια αλήθεια βαθύτερη: η πραγματική ευημερία δεν μετριέται με το μέγεθος του πλούτου, αλλά με την αυτάρκεια των αναγκών.

Η Λίτσα χαμογελά καθώς στέκεται ανάμεσα στις κότες της. Δεν χαμογελά επειδή έχει κάτι σπάνιο∙ χαμογελά γιατί βιώνει την πληρότητα του απλού. Το χαμόγελό της είναι η σφραγίδα της συμφιλίωσης με τον κύκλο της ζωής, της γνώσης πως η γη ανταμείβει εκείνον που τη σέβεται. Σ’ αυτό το χαμόγελο, ο χρόνος μοιάζει να σταματά, να επιστρέφει στις παλιές αυλές, στις γιαγιάδες που έριχναν στάρι στα πουλιά, στα παιδιά που έτρεχαν ξυπόλυτα πίσω από τις κότες.

Η εικόνα αυτή γίνεται έτσι υπενθύμιση: πως μέσα στον θόρυβο της εποχής μας, μέσα στην αδιάκοπη βιασύνη για πρόοδο, υπάρχει πάντα μια άλλη διάσταση, πιο γήινη, πιο ουσιαστική. Είναι η διάσταση του αγώνα για τα απλά αγαθά, του κόπου που φτιάχνει τον ψωμί, του ιδρώτα που μετατρέπεται σε γαλήνη. Είναι η ζωή που διδάσκει πως δεν χρειάζεσαι πολλά για να έχεις τα πάντα.

Και ίσως αυτό είναι το κρυφό μήνυμα της φωτογραφίας: ότι η παράδοση δεν είναι μουσειακό απολίθωμα, αλλά καθημερινός βηματισμός ανθρώπων σαν τη Λίτσα. Είναι ο δεσμός με το χώμα, με τα ζώα, με το πρωινό φως που βρίσκει το χωριό να ξυπνά αργά. Είναι η σιωπηλή αντίσταση της υπαίθρου απέναντι στη λήθη∙ μια αντίσταση που θρέφεται από ταπεινές πράξεις, όπως το τάισμα μερικών κοτών, κι όμως κουβαλά μέσα της την αξιοπρέπεια μιας ολόκληρης ζωής.


Η ΥΓΡΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

 

Κάθε ποίημα διαθέτει κι έναν νοητό ουρανό που το επιστεγάζει. Είναι η ιδέα και το συναίσθημα, αυτά τα δύο αίτια που εκκινούν το ποίημα και αναπτύσσονται εν ταυτώ. Ο βαρύς και πάντα υγραμένος ουρανός ‒ πανέτοιμος για έναρξη βροχής‒ ακολουθεί κάθε λέξη και σηματοδοτεί ταυτόχρονα και σε συνεργασία με τους δείκτες της θυμικής συγκίνησης, τα φάσματα του εντόπιου χώρου, τη φθορά και την απώλεια, την εισβολή του νέου και αγνώστου στοιχείου που έρχεται συμμέτοχο ή αντιμέτωπο, την οιονεί αποξένωση και απομάγευση του κόσμου της μνήμης.
Ο υγρός ουρανός επελαύνει σαν χρόνος πάνω στο ποίημα με όλο το συσσωρευμένο βάρος του. Μέχρι να γίνει αυτό υπέρμετρο ο ποιητής στα σκαλιά του ποιήματος αναμοχλεύει όλες τις σκοτεινές εσοχές. Αναζητά τις φωτεινές ρωγμές, ήτοι τα περάσματα που χαράχτηκαν κάποτε για να περνά και να ξαναπερνά από μέσα τους. Δηλαδή να συμπληρώνει και να τελειώνει το ποίημα μέσα σε μια βαθύπορη υγρασία.


Του Ηλία Κεφάλα



Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

Αγιασμός στο Φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών Νατάσας Πλεξίδα στο Βαλτινό

 

Την Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025 πραγματοποιήθηκε στο Φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών της Νατάσας Πλεξίδα στο Βαλτινό ο καθιερωμένος ετήσιος Αγιασμός για τη νέα σχολική χρονιά.

Η τελετή τελέστηκε από τον Πατέρα Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, ο οποίος με συγκίνηση πραγματοποίησε τον τελευταίο του Αγιασμό στο φροντιστήριο, καθώς αποχωρεί από τα καθήκοντά του λόγω συνταξιοδότησης, αφήνοντας πίσω του μια σημαντική πνευματική προσφορά στην τοπική κοινωνία.

Η υπεύθυνη του φροντιστηρίου, κα. Νατάσα Πλεξίδα, ευχήθηκε σε μαθητές και γονείς «Καλή σχολική χρονιά, γεμάτη από το Φως και τη Δύναμη του Θεού», εκφράζοντας την αισιοδοξία και τη στήριξή της για μια δημιουργική και γόνιμη χρονιά.


Όταν η μέρα παραδίδεται στη νύχτα

 

Ο Κόζιακας, απόψε, τυλίχτηκε σε μιαν ατμόσφαιρα μυσταγωγίας. Το φως του ήλιου, λίγο πριν χαθεί πίσω από την κορυφογραμμή, διέσχισε τα βαριά σύννεφα και γέννησε μια παλέτα φωτιάς και σιωπής. Στο Βαλτινό, το βλέμμα υψώνεται και συναντά τον ουρανό να καίγεται στα όρια του γκρι και του πορφυρού· μια στιγμή όπου η μέρα και η νύχτα παλεύουν χωρίς νικητή, αφήνοντας μόνο την αίσθηση ότι όλα είναι φευγαλέα, όλα είναι περάσματα.

Οι γραμμές από τα καλώδια και οι σκιές των δέντρων μοιάζουν να χαράσσουν το τοπίο σαν σχέδιο πάνω σε καμβά. Η φύση και το ανθρώπινο αποτύπωμα συνυπάρχουν, χωρίς να μπορούν να κρύψουν το μεγαλείο του ουρανού. Είναι σαν να μας υπενθυμίζει ο τόπος ότι, όσο κι αν απλώνουμε καλώδια, δρόμους και σπίτια, το φως θα βρίσκει πάντα τον τρόπο να διασπά το σκοτάδι.

Οι φωτογραφίες της Χριστίνας - Μαρίας Βότσιου δεν συλλαμβάνουν απλώς ένα ηλιοβασίλεμα· φυλακίζουν τον παλμό μιας στιγμής που κουβαλά κάτι αιώνιο. Στο βάθος του Κόζιακα, κάτω από τις φλόγες των νεφών, κρύβεται η υπόσχεση της επόμενης μέρας. Κι ίσως αυτό είναι το αληθινό μήνυμα του ηλιοβασιλέματος: ότι κάθε τέλος είναι μια μετάβαση, κι ότι το φως, όσο κι αν δύει, ποτέ δεν χάνεται πραγματικά.


Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025

Όσα χωρά η απλότητα

 

Καμαρούλα μια σταλιά, δυο επί δύο. Ένας τοίχος ασβεστωμένος, λιτός, τραχύς, με τα σημάδια του χρόνου να τον σκαλίζουν σαν μνήμη. Στην άκρη κρέμεται μια λάμπα πετρελαίου· η παλιά συντροφιά των βραδιών, που έριχνε το τρεμάμενο φως της πάνω σε πρόσωπα κουρασμένα, μα γεμάτα ιστορίες. Δίπλα, μια κορνίζα με μια φωτογραφία γάμου· ένα ζευγάρι που κοιτάζεται ίσια στα μάτια, σαν να ορκίζεται όχι μόνο αγάπη, μα και αντοχή στις δυσκολίες.

Το κρεβάτι σιδερένιο, λιτό κι αυτό, με στολίδια ταπεινά, θυμίζει εποχές που η απλότητα δεν ήταν επιλογή, αλλά μοίρα. Κι όμως, μέσα σε εκείνη την απλότητα, υπήρχε μια πληρότητα σχεδόν ακατανόητη για τα μέτρα της σημερινής ζωής. Δεν χρειαζόταν πολλά: λίγο φως, μια εικόνα αγαπημένη στον τοίχο, ένα κρεβάτι για ανάπαυση – κι όλη η ζωή χωρούσε σε ένα τόσο δα δωμάτιο.

Αυτή η καμαρούλα, δυο επί δύο, είναι σαν να κουβαλάει μέσα της τον σπόρο μιας άλλης αλήθειας: ότι η ευτυχία δεν μετριέται σε τετραγωνικά, αλλά σε μνήμες, σε πρόσωπα, σε στιγμές που φώτισε μια λάμπα ή που σκέπασε μια αγκαλιά. Είναι η νοσταλγία ενός κόσμου που έφυγε, μα που παραμένει ζωντανός σε κάτι τέτοιες μικρές γωνιές, εκεί όπου το λιτό αγγίζει το αιώνιο.


Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025

Το αντάμωμα των ξαδέρφων

 

Η Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2025, ήταν από εκείνες τις μέρες που μοιάζουν συνηθισμένες, κι όμως κρύβουν μέσα τους μια υπόσχεση ξεχωριστή. Όταν έπεσε το βράδυ και άναψαν τα φώτα στην αυλή της ταβέρνας «Κυρατσούλα», εννέα πρώτα ξαδέρφια της οικογένειας Βαγγελού – Χριστάκου μαζεύτηκαν, μετά από χρόνια, γύρω από ένα κοινό τραπέζι.

Η Βάσω, ο Στέλιος, ο Κώστας, ο Δημήτρης, ο Αντώνης, η Ντίνα, η δεύτερη Βάσω, η Σπυριδούλα και ο πάτερ Σπυρίδων, μαζί με τους συζύγους και τα παιδιά τους, έφτασαν σιγά-σιγά, άλλοι με βιαστικό χαμόγελο, άλλοι με συγκίνηση που δεν μπορούσαν να κρύψουν. Έμοιαζε σαν το χθες να είχε μείνει κλειδωμένο σε ένα σεντούκι και τώρα, με το ξεκλείδωμα αυτής της βραδιάς, να ξεχύνονταν ξανά οι μυρωδιές, οι ήχοι, τα γέλια, οι φωνές του παρελθόντος.

Το μεγάλο τραπέζι στρωμένο με λευκό τραπεζομάντηλο ήταν έτοιμο να φιλοξενήσει όχι μόνο φαγητά και ποτά, αλλά και μνήμες. Οι σερβιτόροι έφερναν σαλάτες με ντομάτα και φέτα, τυριά, ζεστό ψωμί, μεζέδες, κι έπειτα οι κανάτες με το κρασί και τις μπύρες έκαναν τον γύρο τους, γεμίζοντας τα ποτήρια και προετοιμάζοντας το έδαφος για την κουβέντα.

Τα πρώτα τσουγκρίσματα ακολούθησαν. Το ποτήρι του πάτερ Σπυρίδωνα υψώθηκε με ευχή:
—«Στην αγάπη που μας κρατά ενωμένους. Στους προγόνους μας που μας βλέπουν από ψηλά, και στα παιδιά μας που συνεχίζουν».

Ήταν σαν να ακούστηκε μια κρυφή φωνή συμφωνίας από όλους.

Η κουβέντα απλώθηκε γρήγορα, κι ο καθένας είχε κάτι να θυμηθεί. Ο Στέλιος μοίρασε παλιές φωτογραφίες από την παιδική ηλικία και μίλησε για τα καλοκαίρια που μαζεύονταν όλοι στο χωριό, για τις μηχανές που έδεναν μπάλες το τριφύλλι.  Η Σπυριδούλα θυμήθηκε την παιδική της ηλικία σε μια φωτογραφία που μοιράστηκε στην παρέα. Και η Βάσω, με μια αδιόρατη συγκίνηση, έφερε στην κουβέντα τον παππού και τη γιαγιά, πώς τους κοίταζαν πάντα καθισμένοι στο κατώφλι, σαν να μετρούσαν όχι μόνο τα χρόνια αλλά και τα παιδιά τους, τα εγγόνια, όλο το μέλλον της οικογένειας.

Κάποια στιγμή, η κουβέντα πήρε άλλον δρόμο. Ο Αντώνης, σηκώνοντας το ποτήρι του, είπε:
—«Για να δούμε, πόσα παιδιά έχουμε όλοι μαζί;»

Ακολούθησαν αριθμοί, γέλια, διορθώσεις. Τα μέτρησαν προσεκτικά, σαν να έκαναν απογραφή θησαυρών. Και μετά, σαν φυσικό επόμενο, ήρθαν οι αριθμοί των εγγονιών. Εκεί γέλασαν περισσότερο, μα και συγκινήθηκαν. Γιατί κάθε παιδί, κάθε εγγόνι, ήταν συνέχεια της ίδιας ιστορίας, καρπός της ίδιας ρίζας.

Ο πάτερ Σπυρίδων χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα του και είπε:
—«Δεν είναι μόνο τα χρόνια που μετράμε. Είναι τα χρόνια της αγάπης. Αυτό είναι που μένει».

Σιγή απλώθηκε για μια στιγμή, σαν να έπεσε ένα αόρατο πέπλο που σκέπασε όλο το τραπέζι. Κι ύστερα ξέσπασε ξανά το γέλιο, οι ιστορίες, η ζεστασιά.

Η ώρα κύλησε σαν νερό. Τα παιδιά παρατηρούσαν, άλλοτε γελώντας, άλλοτε κοιτάζοντας με απορία τους μεγάλους που μιλούσαν για εποχές που εκείνα δεν γνώρισαν. Οι σύζυγοι συμμετείχαν κι αυτοί, συμπληρώνοντας λεπτομέρειες, χαρίζοντας στο παζλ της μνήμης νέα κομμάτια.

Όταν το φαγητό έφτασε στο τέλος του και οι κανάτες είχαν σχεδόν αδειάσει, η βραδιά πήρε έναν πιο ήσυχο τόνο. Ο ουρανός, γεμάτος αστέρια, έμοιαζε να σκύβει πάνω από την παρέα, σαν να ήθελε κι αυτός να ακούσει τις ιστορίες τους.

Κάποια στιγμή, στάθηκαν όλοι όρθιοι για μια φωτογραφία. Κάτω από το μεγάλο δέντρο, με τα φύλλα του να θροΐζουν πάνω τους, έσφιξαν ο ένας τον άλλον στους ώμους. Ένα στιγμιότυπο που δεν έπιανε μόνο πρόσωπα, αλλά και δεσμούς, ιστορία, υπόσχεση.

—«Να μην το αφήσουμε πάλι να περάσουν τόσα χρόνια», είπε η Ντίνα.
—«Να δώσουμε λόγο, να ξαναβρεθούμε», πρόσθεσε ο Κώστας.
—«Το 2030», είπε η ΄Σπυριδούλα μ’ ένα αποφασιστικό ύφος. «Να είναι πέντε χρόνια κι όχι τριάντα».

Ένα-ένα τα κεφάλια έγνεψαν. Ήταν συμφωνία σιωπηλή αλλά ισχυρή. Το νέο ραντεβού είχε κλειστεί.

Καθώς η βραδιά έσβηνε και οι πρώτες παρέες άρχισαν να αποχωρούν, όλοι είχαν την ίδια αίσθηση: πως αυτό το αντάμωμα δεν ήταν απλώς μια έξοδος, αλλά μια τελετουργία. Ένας τρόπος να θυμηθούν ποιοι είναι, από πού έρχονται και πού πηγαίνουν. Γιατί η οικογένεια δεν είναι μόνο το αίμα που κυλά στις φλέβες· είναι οι ιστορίες που ξαναλέγονται, τα γέλια που επαναλαμβάνονται, οι υποσχέσεις που κρατιούνται.

Κι έτσι, η βραδιά στην «Κυρατσούλα» έκλεισε με μια γλυκιά σιωπή. Κανείς δεν ήθελε να φύγει, κι όμως όλοι έφευγαν με κάτι παραπάνω στην ψυχή τους: τη βεβαιότητα ότι οι ρίζες, όσο κι αν σκορπίζουν τα κλαδιά, πάντα ξαναβρίσκουν τρόπους να συναντηθούν.

Ακολουθεί φωτορεπορτάζ:

Οι γαμπροί: Παναγιώτης, Στέργιος, Κυριάκος.

Οι νύφες: Κατερίνα, Άννα, Λίτσα.





















Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025

«Η σάκα που μύριζε δέρμα» (της Ρούλας Σταυρέκα)

 

Εκείνη τη μέρα ξύπνησα πριν από τη μάνα. Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα, όπως όταν περιμένεις γιορτή. Τα μάτια μου έπεσαν αμέσως στη σάκα δίπλα στο κρεβάτι: καφέ, με δυο αγκράφες μπροστά και μια μυρωδιά δέρματος που με ζάλιζε από χαρά. Την είχα διαλέξει εγώ στα παζάρια των Τρικάλων και, όλη τη νύχτα, την είχα κοντά μου· την κοιτούσα, την άγγιζα, τη χάιδευα.

«Σήκω, κόρη μου», είπε η μάνα, ακουμπώντας το χέρι της στο μάγουλό μου. Έφερε το γαλατάκι ζεστό κι ύστερα άρχισε το μαρτύριο με την τσατσάρα. Τράβαγε τα μαλλιά, τα μάζεψε σε κότσο, με έντυσε με την μπλε ποδιά και τον άσπρο γιακά, κι εγώ φόρεσα τα καινούρια μου παπούτσια, που έκαναν ήχο πάνω στο τσιμεντένιο πάτωμα.

«Πάμε», είπε.

Προχωρούσαμε στον δρόμο. Τα μαλλιά τραβούσαν το κεφάλι μου πίσω, μα εγώ ήθελα να τρέξω μπροστά, να φτάσω γρήγορα στο σχολείο. Έξω από την καγκελόπορτα η μάνα κοντοστάθηκε.

«Πήγαινε, κόρη μου, με την ευχή μου», είπε και μού ’σφιξε το χέρι.

Πέρασα μέσα και τα μάτια μου γέμισαν με παιδιά. Άλλα γελούσαν, άλλα κοιτούσαν χάμω, κάποια τσίμπαγαν τις ποδιές τους που τους έπεφταν μεγάλες. Κρατούσα σφιχτά τη σάκα μου, να μην την αγγίξει κανείς.

Ο παπαχρήστος έκανε τον αγιασμό. Το νερό έσταζε στα κεφάλια και στα χέρια μας. Έκλεισα τα μάτια και ευχήθηκα σιωπηλά: «Θεέ μου, κάνε να μάθω να διαβάζω, να γίνω δασκάλα». Είχα δει την ξαδέρφη μου, τη Λίτσα, να διαβάζει μεγαλόφωνα και να γεμίζει το σπίτι γράμματα, κι ήθελα κι εγώ να γεμίσω τον κόσμο με γράμματα.

Μας χώρισαν σε δύο ομάδες. Η μισή τάξη πήγε με μια δασκάλα, η άλλη μισή με μια δεύτερη. Εγώ κάθισα στη δεύτερη σειρά, κοντά στο παράθυρο.

Η δασκάλα μας ήταν ψηλή, με τα μαλλιά σφιχτά μαζεμένα πίσω και μάτια κοφτερά σαν μαχαίρι. Στην αρχή χαμογελούσε. Μας μίλησε για καθαριότητα, για πλυμένα χέρια, καθαρά ρούχα και μαντήλια. Έδειξε εμένα.

«Να, κοιτάξτε την ξανθούλα, λουσμένη, καθαρή, με το άσπρο μαντήλι», είπε.

Το έδειξα περήφανη· εκείνη το πήρε και το σήκωσε για να το δουν οι άλλοι. Μου άρεσε που με πρόσεξε. Σκέφτηκα πως με αγαπούσε.

Μα μέρα με τη μέρα, το χαμόγελο έσβηνε και το πρόσωπό της άλλαζε. Η φωνή της γινόταν σκληρή, τα μάτια της γούρλωναν, το στόμα της έβγαζε φωνές που έκαναν τα χέρια μου να τρέμουν. Κρατούσε μια βίτσα, που χτυπούσε δυνατά στο γραφείο. Την πρώτη μέρα δεν χτύπησε κανέναν. Τη δεύτερη, ακούστηκε το πρώτο κλάμα από ένα αγόρι που μπέρδεψε το μέτρημα. Την τρίτη, η βίτσα κατέβηκε στο χέρι ενός κοριτσιού που δεν ήξερε την αλφαβήτα.

Η βίτσα έσπαγε πάνω στα χέρια τους. Μια φορά χτύπησε τόσο δυνατά που πετάχτηκε σταγόνα αίμα. Έσφιγγα τα δάχτυλά μου, έτρεμα κάθε φορά που πλησίαζε. Εγώ, που ονειρευόμουν να γίνω δασκάλα, τώρα ήθελα μονάχα να κρύβομαι.

Στο διάλειμμα τα παιδιά έβγαιναν με χαρτιά κολλημένα στην πλάτη: «Είμαι γαϊδούρι, φτύστε με». Η δασκάλα στεκόταν στην πόρτα και μας ανάγκαζε να φτύνουμε τους συμμαθητές μας. Έφτυσα κι εγώ, με μάτια βουρκωμένα, κι ύστερα έκρυψα το πρόσωπό μου από ντροπή.

Το όνειρο έσβηνε. Όσο κι αν προσπαθούσα, πάντα έβρισκε λόγο να θυμώσει: για ένα γράμμα στραβό, για έναν αριθμό μπερδεμένο, για μια ερώτηση που δεν ήξερα. Μια μέρα έκανα λάθος στο μέτρημα. Με φώναξε μπροστά, άρχισε να φωνάζει και να με χτυπά με τη βίτσα στα πόδια. Έπεσα, κι εκείνη με διέταζε να σηκωθώ. Με έβαλε να σταθώ στο ένα πόδι μια ώρα. Τα δάκρυα κυλούσαν, μα δεν μιλούσα. Μας είχε μάθει να σωπαίνουμε.

Στο σπίτι δεν έλεγα τίποτα. Ο πατέρας στα χωράφια, η μάνα στο γάλα. Δεν ήθελα να τους στενοχωρήσω ούτε να γίνει χειρότερα.

Μια μέρα, στο διάλειμμα, η μάνα περνούσε απ’ έξω.

«Έλα εδώ, κόρη μου», είπε πίσω από την καγκελόπορτα.

Πλησίασα. «Τι έπαθες στο μάγουλο;» ρώτησε και το άγγιξε.

«Τίποτα», ψιθύρισα.

Το μάγουλο έκαιγε. Η δασκάλα μ’ είχε χαστουκίσει γιατί δεν πήγα στην εκκλησία την Κυριακή. Ήμουν άρρωστη· εκείνη δεν νοιαζόταν.

Ένα κορίτσι δίπλα μου ψιθύρισε: «Η κυρία την χτύπησε, κυρα-Λεμονιά».

Η μάνα έσφιξε τα χείλη. Τα μάτια της άστραψαν. Άνοιξε την καγκελόπορτα και μπήκε στο προαύλιο. Όποιος την έβλεπε τότε, καταλάβαινε πως δεν αστειευόταν.

Μπήκε στην τάξη. «Ποια είσαι εσύ που σηκώνεις χέρι στο παιδί μου;» τη φώναξε.

Η δασκάλα πήγε να μιλήσει, μα η μάνα την άρπαξε από τον γιακά. Έγινε χαμός. Τα παιδιά φώναζαν, τα θρανία τραντάζονταν, κι εγώ έκλαιγα πίσω από την πόρτα.

Μετά απ’ εκείνη τη μέρα η δασκάλα δε με ξαναχτύπησε. Δεν με κοίταξε ποτέ πια όπως πριν. Ίσως φοβήθηκε, ίσως ντράπηκε, ίσως δεν την ένοιαζε. Μα εγώ δεν ήμουν πια το ίδιο παιδί.

Το όνειρο να γίνω δασκάλα χάθηκε με το χτύπημα εκείνης της βίτσας. Έμαθα να διαβάζω, να γράφω, μα δεν θέλησα ποτέ να ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο. Κατάλαβα πως το σχολείο μπορεί να γίνει φυλακή, όταν ο φόβος είναι δυνατότερος από τη χαρά.

Κι αν σήμερα, τόσα χρόνια μετά, κρατώ ακόμα τη μυρωδιά από τη σάκα που μύριζε δέρμα, είναι γιατί εκείνη η μέρα ήταν η πρώτη που κατάλαβα πως η ζωή δεν είναι πάντα όπως τη φαντάζεσαι.

Κι όμως, καμιά φορά, όταν μυρίζω παλιό δέρμα, θυμάμαι τη Λίτσα που διάβαζε μεγαλόφωνα και εύχομαι να είχαμε μεγαλώσει σε έναν κόσμο όπου το σχολείο θα ήταν χαρά, κι όχι φόβος.

Ρούλα Σταυρέκα

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

«Η Παρουσία στην Απουσία: Μια Οικογενειακή Στιγμή Μνήμης και Αγάπης»


Μια γαλήνια ημέρα, στο γνώριμο σπίτι με την αυλή γεμάτη αναμνήσεις, η οικογένεια του αείμνηστου Ευθύμιου Πέτρου κάθεται γύρω από το τραπέζι, λίγο μετά το οικογενειακό γεύμα. Το φως είναι απαλό, η ατμόσφαιρα ζεστή, γεμάτη από την παρουσία όσων είναι εδώ, αλλά και από τη σιωπηλή δύναμη εκείνου που λείπει.

Η Κίτσα, σύντροφος ζωής του Ευθύμιου, κάθεται γαλήνια, με βλέμμα γεμάτο μνήμες και καρτερία. Στο πλάι της ο Δημήτρης, ο γιος τους, με χαμόγελο γεμάτο περηφάνια και αγάπη, στηρίζεται στη δύναμη της οικογένειας. Η Βάσω, η κόρη, ακτινοβολεί μια ήσυχη στοργή· έχει το βλέμμα εκείνων που ξέρουν να κρατούν την οικογένεια ενωμένη μέσα από τις πιο δύσκολες στιγμές.

Ο χρόνος μοιάζει να σταματά όταν απαθανατίζεται αυτή η στιγμή. Ένα απλό "κλικ" γίνεται φυλαχτό – μια φωτογραφία που θα κρατά για πάντα την αίσθηση της ενότητας, της αγάπης και της συνέχειας. Ο Ευθύμιος μπορεί να μην είναι πια παρών με τη φυσική του παρουσία, μα είναι εκεί. Στις ματιές τους, στις χειρονομίες τους, στο ποτήρι που υψώνεται ίσως σιωπηλά και προς τιμήν του.

Οι οικογενειακές μνήμες δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Χρειάζονται αγάπη, χρόνος και στιγμές σαν κι αυτή: όπου η ζωή συνεχίζεται, αλλά ποτέ δεν ξεχνά.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2025

Όταν κυλά ο μούστος στο Βαλτινό


Ο ήλιος της Κυριακής απλώθηκε ήρεμος πάνω από το Βαλτινό, λες και ήξερε πως η μέρα εκείνη δεν ήταν σαν τις άλλες. Ήταν μέρα τρύγου, και τα δροσερά πρωινά του Σεπτέμβρη κουβαλούσαν πάντοτε τη μυρωδιά των σταφυλιών που ωρίμαζαν υπομονετικά, κρατώντας μέσα τους τον κόπο μιας ολόκληρης χρονιάς.

Ο Αντώνης Τσιγάρας, πρωινός πάντα, φόρεσε το καπέλο του κι έριξε μια ματιά από το παράθυρο. Το φως έλουζε τις κληματαριές με μια χρυσή θαλπωρή. «Ώρα να πάμε», είπε στη γυναίκα του Αρετή, ενώ τα παιδιά έτρεχαν ήδη έξω, ανυπόμονα για την αρχή. Δεν ήταν απλή δουλειά· ήταν μια τελετή, μια γιορτή της γης που τους έδινε πάλι τον καρπό της.

Στο αμπέλι τους περίμενε ο πατέρας του, ο Κώστας κι ο φίλος του, ο Πέτρος Καραδήμας. Σφιχτές χειραψίες, χαμόγελα, και τα πρώτα πειράγματα ακούστηκαν κάτω από τις φυλλωσιές.

— «Αντώνη, φέτος τα σταφύλια σου θα μας βγάλουν πιο δυνατό τσίπουρο από το περσινό. Να δούμε αν θα το αντέξεις!» είπε γελώντας ο Πέτρος.
— «Άμα είναι να φτιάξουμε κρασί που να μας θυμίζει τα παλιά, όλα τα αντέχω», αποκρίθηκε ο Αντώνης, κι έσκυψε να κόψει το πρώτο τσαμπί.

Τα τελάρα γέμιζαν με ταχύ ρυθμό. Τα παιδιά, ο Κώστας και ο Χρήστος γελούσαν, δοκιμάζοντας ρώγες και κρυφοκλέβοντας σταφύλια από τα τελάρα. Η μυρωδιά του καρπού ανακατευόταν με το άρωμα της υγρής γης, δημιουργώντας μια αίσθηση πληρότητας. Κάθε κλήμα που άδειαζε ήταν σαν μια υπόσχεση: «Ο κόπος σου πιάνει τόπο».

Ο ήλιος ανέβαινε, κι ο ιδρώτας άρχισε να χαράζει τα πρόσωπα. Μα κανείς δεν σταματούσε· η χαρά του τρύγου ήταν πιο δυνατή από την κούραση. Μικροί και μεγάλοι, όλοι γίνονταν μια αλυσίδα, ενωμένοι για τον ίδιο σκοπό. Το αμπέλι ήταν η σκηνή κι αυτοί οι ηθοποιοί σε ένα έργο παμπάλαιο, που παίζεται αιώνες τώρα στο θεσσαλικό κάμπο.

Όταν τα τελάρα γέμισαν, ήρθε η ώρα της μεταφοράς. Με προσοχή, στοιβάχτηκαν στη σειρά κι οδηγήθηκαν προς το σπίτι, εκεί όπου περίμενε η μηχανή για το πάτημα. Ο χώρος γέμισε με φωνές, γέλια και τον ήχο των πλαστικών κιβωτίων που ακουμπούσαν το ένα πάνω στο άλλο.

Η μηχανή στήθηκε περήφανη στη μέση της αυλής. Ο Αντώνης ανέβηκε πρώτος στο ξύλινο σκαμνί και άρχισε να ρίχνει τσαμπιά μέσα στο στόμα της. Ο θόρυβος του μηχανήματος έσμιγε με τις φωνές των παιδιών που παρακολουθούσαν με μάτια ορθάνοιχτα το θαύμα: ο χυμός να κυλά και να γεμίζει το μεγάλο μαύρο βαρέλι.

— «Να, παιδιά, έτσι γεννιέται το κρασί», είπε ο Αντώνης στα παιδιά του που στέκονταν παραδίπλα.
— «Και το τσίπουρο;» ρώτησε ο μικρός Χρήστος με απορία.
— «Το τσίπουρο θέλει κι αυτό τον καιρό του, μα πιο πολύ θέλει παρέα και υπομονή. Χωρίς αυτά, δεν γίνεται.»

Τα τελάρα άδειαζαν το ένα μετά το άλλο. Η αυλή μύριζε γλυκά, σχεδόν μεθυστικά. Ο μούστος έτρεχε αργά, σαν να κουβαλούσε μέσα του τη μνήμη των γενεών που πέρασαν, των ανθρώπων που έσκυψαν στο ίδιο χώμα, φρόντισαν τα ίδια κλήματα, πάτησαν τα ίδια σταφύλια.

Το μεσημέρι βρήκε την παρέα γύρω από το τραπέζι. Ψωμί, τυρί, ντομάτες, κρεατικά και ένα μπουκάλι περσινό κρασί στάθηκαν αρκετά για να ολοκληρώσουν τη γιορτή. Κάθε γουλιά ήταν σαν ευχαριστία προς τη γη, σαν ευλογία που ανανεωνόταν κάθε χρόνο.

Η κουβέντα πήρε πιο στοχαστικό τόνο.
— «Ξέρεις, Αντώνη», είπε ο πατέρας του κοιτώντας τα αμπέλια στο βάθος, «ο τρύγος είναι σαν τη ζωή. Κοπιάζεις, περιμένεις, ανησυχείς. Κι ύστερα, μια μέρα, γεμίζεις τα τελάρα με τον καρπό σου. Ό,τι φρόντισες, ό,τι σεβάστηκες, το γεύεσαι.»
— «Κι αν δεν πρόλαβες;» αντέτεινε ο Αντώνης.
— «Τότε, το συνεχίζουν οι άλλοι. Τα παιδιά, τα εγγόνια. Αυτό είναι το νόημα. Δεν είναι μόνο να πιείς το κρασί σου, αλλά να μάθεις στους επόμενους πώς να το φτιάχνουν.»

Τα παιδιά άκουγαν χωρίς να μιλούν. Ίσως δεν καταλάβαιναν ακόμη τα λόγια, μα η εικόνα χαράχτηκε μέσα τους: οι μεγάλοι να μιλούν με σεβασμό για τη γη και τον χρόνο, για τον μόχθο και την ανταμοιβή.

Το απόγευμα, όταν ο ήλιος έγερνε πίσω από τον Κόζιακα, τα πάντα είχαν πια τελειώσει. Τα αμπέλια είχαν γυμνωθεί, τα τελάρα είχαν αδειάσει, κι ο μούστος ξεκουραζόταν στα βαρέλια, έτοιμος να ξεκινήσει το μεγάλο του ταξίδι προς το κρασί και το τσίπουρο. Η αυλή ήταν γεμάτη υπολείμματα σταφυλιών και το χώμα κολλούσε κάτω από τα παπούτσια, μα όλοι ένιωθαν πλήρεις.

Πριν χωρίσουν, ο Αντώνης στάθηκε μια στιγμή σιωπηλός. Κοίταξε τα χέρια του, γεμάτα σημάδια από το κλήμα, κι ύστερα σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό.
«Να μας αξιώσει ο Θεός και του χρόνου», είπε χαμηλόφωνα.
Ο Πέτρος του έσφιξε τον ώμο.
«Θα μας αξιώσει. Γιατί τέτοιες μέρες είναι που καταλαβαίνουμε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος: να δουλεύεις, να μοιράζεσαι και να γιορτάζεις.»

Η μέρα έκλεισε όπως άρχισε: με φως. Μόνο που τώρα ήταν το απαλό, χρυσαφένιο φως του δειλινού, που τύλιγε τον τόπο σε μια γλυκιά σιωπή. Κι εκεί, στο Βαλτινό, ο τρύγος είχε γραφτεί ξανά στην αέναη ιστορία της κοινότητας. Γιατί όσο υπάρχει τρύγος, θα υπάρχει και μνήμη. Και όσο υπάρχει μνήμη, η ζωή θα κυλά σαν μούστος που ώριμα γίνεται κρασί.

επικοινωνιστε μαζι μας